Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, VII σονέτο ᾿97

Ἔζησε σ᾿ ἄλλες ἐποχές. Ὡς νέος δέν τά πήγαινε καλά οὔτε μέ

τό λυρισμό οὔτε μέ τόν κυνισμό –δυστύχησε μετρίως.
Ὡριμάζο-ντας κατάλαβε.

Τά χρόνια πέρασαν. Σκαρφάλωσε τίς δεκαετίες στίχο-στίχο.

Ἔμαθε ὅλα τά τεχνάσματα τῆς ποίησης ἀλλά ἔμεινε ἔντιμος –

κατά τό δυνατόν.

Ἀνθηρός τώρα κι ἑτοιμοπόλεμος. Πρωτοκλασάτος. Ποτέ, ποτέ

κυνικός –ἁπλῶς ἡ πείρα ἐλέγχει τό δάκρυ. Ἔμαθε ὅλα τά
τε
χνάσματα. Κάπου-κάπου, μονάχα, τό σῶμα θυμᾶται τό ἀδέξιο

ποίημα πού ἔγραψε εἴκοσι χρονῶν: ἕνα παλιό μυστικό πού
ἡ τέ-χνη του συλλαβιστά λησμόνησε, γιά νά ἐπιζήσει.


*Από τη συλλογή “Τα ποιήματα του Μανδαρίνου”, Εκδόσεις “ύψιλον βιβλία”, 2002.

Έφη Καλογεροπούλου, Ποιήματα από το “Έρημος όπως έρωτας”

Είναι ένα καρότσι
οι ρόδες του υπόσχονται την αιώνια φυγή
ο μπροστινός τροχός τρίζει
το σπρώχνω σταθερά
βαδίζοντας στην άκρη του δρόμου
μέχρι που
ο δρόμος χάνεται
δεν υπάρχει δρόμος
δεν υπάρχει κανείς
μόνο αέρας.
*
Ξήλωνε
το φαρδύ ρούχο της στέρησης
με τις τεράστιες άδειες τσέπες.
Γυμνώθηκε τελείως.
Νήματα είναι τα σώματα, είπε,
να τα υφάνεις περιμένουν.
*
Η πέτρα που ονειρεύεται τους χαμηλούς γκρεμούς
γαντζώθηκε στην άκρη.

Πριν γκρεμιστεί
ότι πετάει ονειρεύτηκε η πέτρα
που τους χαμηλούς γκρεμούς φοβάται.
*
Ξεκλειδώνει τα υπόγεια
ξηλώνει πατώματα αυτή η νύχτα
το δάπεδο βουλιάζει
οι τοίχοι τρέμουν
οι αρμοί της σκάλας λύνονται
η στέγη υποχωρεί
τα γείσα πέφτουν.

Τρέξε! σου φώναξα,
τρέξε!
όσο είναι καιρός
προλαβαίνεις ακόμα
να σωθείς!

*
Χαράματα σε φόντο μπλε
σκουπίζει.
Το σκουπάκι της γράφει
τετράγωνους κύκλους στον αέρα
στο βυθό τα σκουπίδια
στο βυθό τα σκουπιδάκια, τραγουδάει.

Το φως τρέχει ανάμεσα
σαν τρομαγμένο ελάφι.
*
Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη
ανύποπτη
ήσυχα πλέει προς την κοιλιά του κήτους
τροφή για ψάρια
δίχως κουπί δίχως σκαρί
ταξιδεύει.

Στην παγωμένη επιφάνεια του καθρέφτη.
*
Χιλιάδες μυρμήγκια γλιστράνε σε πάγο·
η ανεξάντλητη σιγουριά του άσπρου.
*
Το άδειο
τρύπα από σιωπή
κρεμασμένη στο σκοτάδι

πάντα
άσπρο.

*“Έρημος όπως έρωτας”, δίγλωσση έκδοση σε αγγλική μετάφραση Γιάννη Γκούμα, Εκδόσεις Μετρονόμος, Σειρά Ποιείν, Αθήνα 2015.

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι
με αναμμένες όλες τις συσκευές
το ρεύμα να τρέχει στη διαπασών
τις βρύσες ανοιχτές, τα ρολόγια
κολλημένα στην πιο κοινή ώρα
γατιά, σκυλιά να λυσσάνε
το μπαλκόνι να κρέμεται στην
άβυσσο, άφθαρτοι τοίχοι
γυαλισμένα τζάμια, ευθυγραμμισμένα
έπιπλα, στρωμένα κρεβάτια
τακτοποιημένοι λογαριασμοί
το κλειδί στην πόρτα
ένας ολόκληρος κόσμος να
περιμένει να μπει μέσα, να ζήσει
κι αυτός, να φάει, να γαμήσει
να χέσει, να δει τις ειδήσεις
να πει τα νέα του, να κάνει
σχέδια για το μέλλον, να
αναβιώσει το παρελθόν
να σε πιάσει απ’ το λαιμό
να σε πετάξει στο δρόμο
να πας στο διάολο, να φύγεις
να μείνεις μόνος, μακριά από
όλους, φοβισμένος, ήσυχος
πεινασμένος, κουρέλι, μόνος
ελεύθερος, βρωμιάρης, άρρωστος
κι ευτυχισμένος.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2018/05/04/2937/

Γρηγόρης Σακαλής, Επιλογές

Η ανία, ως γνωστόν
είναι αριστοκρατικό συναίσθημα
πλήττει κυρίως τους αστούς
μεγάλους και μικρούς
πως να ξοδέψουν τον χρόνο
καθώς και τα λεφτά τους.
Το συναίσθημα των κολασμένων
είναι η απελπισία
κι αυτήν την πολεμάει ο καθένας
όπως μπορεί
άλλοι αγωνίζονται καθημερινά
άλλοι αφήνονται
πέφτουν στα ναρκωτικά
την πορνεία, το αλκοόλ
βλέπεις το σύστημα
σου δίνει πολλές δυνατότητες
για να καταστραφείς
αλλά καμμία για να σωθείς
σώζονται μόνο αυτοί
που έχουν δύναμη μέσα τους
κουράγιο κι αντοχή
να παλέψουν γι΄ αξιοπρέπεια
κι ελευθερία.

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Από “Τα παραμύθια της έρημος”

Σε γενικές γραμμές δεν έπαιζε να ρυθμίσω τον ουρανό
μες στη φτέρνα μου. Τόσες χαρακιές μες στα χέρια μου
ξαφνικά ξηρασίες ένας τόπος έρημο δέρμα που φαντα-
σιωνόμουν να διαβιούνε καμήλες. Τις έβλεπα μπρος
στα μάτια μου να ξεδιπλώνονται αργά κομπολόι στο
χέρι μες στο καμίνι του ήλιου. Στα μάτια μου ζάρωνε
η ανάμνηση της φωτιάς και στο χέρι μου κρεμότανε
βόνασος ο πέλεκυς του θανάτου βαρύς ένα τσιμέντο
κρέας. Πού να πιάσει ρίζα στην άμμος; Το σήκωνες και
μετεωριζότανε το στερέωμα. Τ’ ακούμπαγες σκουλήκι
κανένα κι η αποσύνθεση δύσκολη αχρείαστο φύραμα.
Γινόταν πέτρα το κορμί και άμμος θρύμματα. Γενειο-
φόρος ο άνεμος κουβαλούσε την τέφρα μου να χτίσω
την πυραμίδα μου να στεγάσω το σπέρμα μου.

***

Έπεφτα και πατούσα τη γλώοοα μου. Πίσω απ’ την
κουρτίνα της άμμος υπήρχα εγώ και πίσω από μένα
δεν υπήρχε κανένας. Αγκάλιαζα την κραυγή μου και
την παρηγορούσα. Κι όμως ήμουνα σίγουρος πως κάτι
υπήρχε εκεί έξω πέρ’ από μένα. Φανταζόμουνα ένα
τέρας με πράσινα δόντια. Φοβόμουνα κι έκρυβα το κε-
φάλι μου στην άμμο. Κάτω από την άμμο έσφυζ’ ένας
ολόκληρος κόομος. Παζάρια ντελάληδες διαλαλουσα-
νε την πραμάτεια τους γυναίκες τραβούσαν απ’ το χέρι
τους τα παιδιά τους κι εκείνα στρέφοντας το κεφάλι
δείχναν με το δάχτυλο κάτι στον πάγκο και ο χασάπης
ακονίζοντας με στριγκλιές τα μαχαίρια του χαμογελού-
σε χαϊδολογώντας το μουστάκι. Γελούσε ο ψαράς με
την πελάτισσα. Πάνω στον πάγκο σπαρταρούσαν τα
ψάρια γεμάτα ζωή. Ανέβαιναν καπνοί κι ο ψήστης μες
στην τσίκνα. Στην είσοδο με τις ποδιές οι λοκαντιέρη-
δες τσούγκριζαν τα ποτήρια. Χόρευ’ η ατσιγγάνισσα
πόσα τσακίσματα στον πάγκο παθητικά να γουργουρί-
ζουν ναργιλέδες. Δάκρυζα με χαρούμενους λυγμούς και
με το μανίκι σκούπιζα τα μάτια μου γελώντας.

*“Τα παραμύθια της έρημος”, Εκδόσεις Κέδρος, 2017.

Βασίλης Βασιλειάδης, δύο ποιήματα από τη “Ριπή Γραφής”

Από τήν Πράγα στό ξενοδοχείο μέ αιτία έμπνευσης τήν έκπληξη μου γιά τό πόσο βάρβαρα καί ωμά λειτουργεί ό καπιταλισμός καί ή πρακτική τής παγκοσμιοποίησης στά κράτη τού πρώην κομμουνιταρισμού μέ συνεργούς συνειδητούς καί συμμετέχοντες ενθουσιώδεις τούς ανθρώπους.

Ο πονηρός διαχειριστής τού status quo
μαζί μέ τήν λίγκα τών εγωμανών συμβούλων του
καυχιέται γιά τή ζυγοστάθμιση τών πραγμάτων εκεί έξω
στή ζωή τής μάζας τής ανώνυμης καί άναλώσιμης
έχοντας καταργήσει αμετάκλητα τά τανύσματα τών δυναμικών της
γιατί γίνονται ανεπίτρεπτα υπερβατικά
και περπατούν έξω από τίς χαραγμένες πορείες αναζητώντας κόσμο καλύτερο
κι όχι τίποτε άλλο
αλλά ή χαοσύνη πού προκύπτει σάν αθωότητα ατυχήματος
είναι μεταδοτική
κι όσο κι άν τρέχεις ξοπίσω της δέν τήν προφταίνεις ,
υπάρχει κινητικότητα στή μάζα;ρώτησε ή εμπειρία τού διαχειριστή τού status quo,
όλοι ετοιμάζουν τήν ευτυχία τους,απάντησε ή εγωμανία τών συμβούλων,
εργάζονται σκληρά καί μέ ζήλο γι αυτήν
σπουδάζουν σχεδιαστές, μηχανουργοί, χειριστές τής τεχνολογίας
γιά νά συντηρούν τόν βιοπορισμό τους
καί μέ επιμέλεια μεγάλη καί διακριτική τούς εθίζουμε στά παυσίπονα
τούς πολύ απλούς τρόπους καθημερινού πολιτισμού πού συνοδεύουν τήν ξεκούραση τους,
νά τούς ενδιαφέρουν πολύ απλές ιστορίες ανθρώπων
ίδιες μέ τίς δικές τους
νά ακούν πολύ απλή μουσική
νά καυλώνουν μέ πολύ απλούς ερωτισμούς
καί νά αγαπιούνται μέ ορμονικούς ενθουσιασμούς
πού τούς καταλαβαίνουν σάν έρωτες καί συναισθήματα,
ό σαδισμός τους νά διασκεδάζει μέ τά πολύ απλά ρεάλιτυ σόου τής τηλεόρασης
τίς αρένες όπου οί άνθρωποι βρίζονται μεταξύ τους, βασανίζουν ό ένας τόν άλλον, σκοτώνονται
κι άλλα τέτοια πολύ απλά πράγματα
μά κυρίως διασκεδάζουν πολύ μέ τό παιχνίδι
πατείς με πατώ σε,
προσοχή, τόνισε ό λαρυγγισμός τού διαχειριστή τού status quo
χρειάζεται μεγάλη προσοχή
μήπως τούς δοθεί από λάθος ή αμέλεια δική μας παιδεία
κρατήστε τους μορφωμένους καί ειδικευμένους,
αλλά μέχρι εκεί
απαγορεύεται αυστηρά καί είναι αδίκημα ιδιώνυμο ή παιδεία ή ή αναζήτηση της,
γιατί άν τυχόν περάσουν απέναντι καί γνωρίσουν τήν ευτυχία αυτή πού γεννάει ή παιδεία
θά χαθεί ή συστημική ευρυθμία κι εμείς μαζί ,
προσοχή,επανέλαβε
είναι διαπίστωση επικυρωμένη
πώς ή παιδεία είναι δυναμίτης αιρετικός σέ χέρια ανθρώπινα
πού σακατεύει γιά τά καλά κάθε κραταιότητα καί τά σημαινόμενα της
τό χειρότερο είναι
οί ανατινάξεις της αποκαλύπτουν τή στυγερότητα τών προθέσεων πού λιμνάζοντα στή κρυψίνοια μας,
γιά όλα αυτά
είναι φροντίδα δική μας
νά ξυπνούν τό πρωί ευδιάθετοι
έτοιμοι γιά μέρα παραγωγική,
επικαλούμενοι εχθρό, κι άν δέν υπάρχει τόν επινοούν,νά κακοποιούν ανθρώπους
χαρούμενοι νά περιφέρουν τή νίκη τους επάνω στούς άλλους,
νά τρέχουν από τόν ένα τόπο στόν άλλον γιά νά περισώσουν επιβίωση
να απολαμβάνουν τόν έλεγχο επάνω στούς άλλους,
πρέπει νά έλκονται από τήν ηδονή όταν οί ίδιοι είναι ή αιτία πού οί άλλοι υποφέρουν,
νά λικνίζονται βακχευόμενοι από τόν θάνατο τού άλλου
νά είναι πρόθυμοι μέ τρυπάνια γίγαντες,εκρήξεις,βομβαρδισμούς καί δηλητήρια
νά τραυματίζουν τή γή
αδιαφορώντας γιά τόν επιθανάτιο ρόγχο της
τόν ανατριχιαστικό
καί ή ανακύκλωση, συνέχισε
μεγάλη προσοχή στήν ανακύκλωση τής ανθρώπινης μάζας,
αυτό τό σπουδαίας χρησιμότητας εργαλείο
πρέπει νά τό φυλάγουμε σάν τά μάτια μας
πού πάει νά πεί
πώς μέ αυτόν τόν μηχανισμό διαχειρίζεται ή πανουργία μας τά περισσεύματα τής συγκυρίας,
όποτε χρειαστεί
στό όνομα τής επικινδυνότητας τους γιά εμάς
τούς δολοφονούμε μαζικά μέ τό γιατί σαστισμένο στά μάτια τους στόν τομέα τών θαλάμων αερίου,
άλλους τού αφήνουμε νά πέφτουν σέ στημένες παγίδες θανατηφόρες,
στό όνομα τής ορθολογικής διαχείρησης τού υπερπληθυσμού καί γιά τήν προστασία τών υπολοίπων από αυτούς
τού ανακυκλώνουμε καθημερινά καί εντατικά στούς τομείς τής πείνας καί τής φτώχειας
κι άλλους πολλούς, πάρα πολλούς,στό όνομα τών ιερών καί οσίων πού κατασκευάζουμε κάθε φορά πού χρειάζεται
τούς δολοφονούμε στέλνοντας τους στόν πόλεμο,
πάνω από όλα κι από όλους βρίσκεται ή διατήρηση τού status quo, είπε ό διαχειρηστής χαμογελώντας
έτσι κι αλλοιώς είναι τρέλα νά τό εμπιστευθείς τέτοιο πού είναι τό ανθρώπινο είδος,πολύ επικίνδυνο,μουρμούρισε φεύγοντας από τή σύσκεψη.

Σιχαίνομαι νά είμαι ό κριτής
ό δήθεν αδιακόρευτος από ανομίες
πού επωάζει απόκρυφα στό μυαλό του επιβολές καθαρμών
επάνω στόν καθένα
στό οτιδήποτε
κι αν τό έχω κάνει
ζητώ συγνώμη αληθινή
αλλά προσπαθώ
καί θά προσπαθώ πάντα
ή στάση μου νά είναι κριτική
απέναντι στόν καθένα
πρός τό οτιδήποτε
χωρίς ό ναρκισσισμός λιγωμένος νά δασκαλεύει
γιά τό πώς θά πρέπει νά είναι τά πράγματα
δέν πιστεύω στό καλό
ούτε στό κακό
ή κάθε φορά πραγματικότητα
τών ανθρώπων
τής ζωής
τού έρωτα
είναι τέλεια όπως είναι
μέ όλες της τίς αντιθέσεις
γιά τούς ανθρώπους
τή ζωή
τόν έρωτα
τό μόνο πού μπορώ νά φιλοδοξώ
μέ πολλές τίς πιθανότητες νά κάνω λάθος
είναι νά σχηματίζω κάθε φορά
μία προσωπική άποψη
γιά τούς ανθρώπους
τή ζωή τους
τούς έρωτες τους
βασισμένη στή δική μου εμπειρία
νά υπερασπίζομαι τή μόνη μου ιδιοκτησία
αυτή τή μικρή μου ελευθερία
όση μού απέμεινε στή χούφτα μου
από αυτή τήν μεγάλη πού ονειρεύτηκα καί πάλεψα
κρατώντας στά χέρια μου πέτρες καί ρόπαλα
τίς αξίες τής νιότης μου
καί στήνοντας οδοφράγματα μέ τά νοήματα τής ιδεολογίας μου
τόν καιρό πρίν ωριμάσω
καί καταντήσω έμπειρος
βιασμένος από τήν λογική
τότε πού ήμουνα
λιγότερο φιλόδοξος
ακόμη λιγότερο εγωκεντρικός
πολύ αυθόρμητα ελεύθερος
καί πολύ περισσότερο αθώος
ναί
πάλεψα πολύ γι αυτή τήν μεγάλη ελευθερία
πού χωρίς νά τό καταλάβω
-όπως γίνεται μέ κάθε τι μεγάλο άλλωστε-
μού γλύστρισε ανάμεσα από τά δάχτυλα
τώρα
σωπαίνω περισσότερο από πρίν
αλλά ή σιωπή μου αυτή
μοιάζει μέ τή σιωπή τού έρωτα
είναι γεμάτη από λέξεις
τήν φροντίζω τή σιωπή μου
τήν θρέφω πάντα μέ περιεχόμενο
προκειμένου νά ακυρώσω τήν πιθανότητα
νά τήν θρέψουν άλλοι αντί γιά μένα
μέ τό δικό τους
τώρα
φοβάμαι τό άγνωστο
καί τί πιό άγνωστο
από τήν αιτία γιά τήν οποία υπάρχω
αυτό τό αίνιγμα προσπαθώ νά λύσω
λίγες φορές
τανύζοντας τά συναισθήματα να αγαπήσουν κι άλλους
αναγκάζοντας το μυαλό νά είναι τουλάχιστον περίεργο γιά τούς άλλους
καί τίς περισσότερες φορές
αγκυλωμένος ευχάριστα στούς φόβους μου
απρρίπτωντας κάθε τι πού είναι άγνωστο σ’αυτούς
αυτούς τούς γαμημένους φόβους
πού ευθύνονται
γιά τήν βία
τήν ομοφοβία
τόν ρατσισμό
τόν σεξισμό
τόν πόλεμο
τού πλανήτη τήν καταστροφή
είναι οί φόβοι
πού δέν μέ αφήνουν νά αποδεχτώ
πώς τό αγαπημένο μου Εγώ
είναι μόνο
ένα όνειρο συνειδητό
πού μαζί μέ τόν θάνατο μου θά εξαφανιστεί στό λεπτό
τώρα
τό έμαθα καλά
στόν καπιταλισμό δύο πράγματα απαγορεύονται αυστηρά
κανένας δεν μπορεί νά προσφέρει κάτι χωρίς λεφτά
καί διώκεται ή βαρεμάρα” γιά τά καλά ”
τό εμπέδωσα επιτέλους αναλυτικά
πώς
τό κάθε τι
είναι
Just Business
και Fun
επάνω σ’αυτά οί άνθρωποι πρέπει νά συγκεντρώνονται αποκλειστικά
μόνο έτσι δέν ζούν γιά τό σύστημα ενοχλητικά
ναί
τήν νέα παρώτρυνση τήν έμαθα καλά
άν δέν σού αρέσει αυτό πού βλέπεις
άνοιξε τό κινητό σου
καί αγόρασε μερικά καινούργια likes
τόσο εύκολα κι απλά
τώρα πιά
τήν υποψιάζομαι τήν εξέλιξη τής ζωής μου
αυτή ακριβώς τή στιγμή πού σού τά λέω όλα αυτά
ένα μεγάλο παγόβουνο γίνεται νερό
ένα μεγαλοστέλεχος στή Σαγκάη τρώει αληθινή χελιδονοφωλιά μαγειρεμένη μέ τρόπο εκλεκτό
ένας δυστυχισμένος ανώνυμος δέν μπορεί νά επιστρέψει στό σπίτι του τό βράδυ αυτό
μόλις βγήκε στήν αγορά ένα καινούργιο κινητό
ένας νεαρός νευριασμένος γιατί κάποιος τόν έκανε tagged στό fb σέ μιά μαλακισμένη φωτογραφία
βρίζει συνεχώς
τώρα
υποψιάζομαι τήν πιθανότητα
πώς ή ανθρωπότητα κινδυνεύει νά χαθεί
καί τό σύμπαν γιά τό χαμό της καθόλου δέν θά λυπηθεί
γι αυτό βιάστηκα νά σέ βρώ
νά αποσυνδεθούμε μαζί όπως -όπως από τό Εγώ
νά κλείσουμε τό κινητό
ναί
νά ξεκινήσουμε νά είμαστε ευτυχισμένοι κοιτώντας τά αστέρια στόν ουρανό
νά χορέψουμε στούς δρόμους τού Bronx τσάρλεστον καί ταγκό
σταματώντας έτσι νά φοβόμαστε γιά τού θάνατου τόν ερχομό
ποιός ξέρει
ερωτευμένοι οί δυό μαζί
ίσως είμαστε ή αρχή
γιά νά κάνουμε ξανά μιά όμορφη ιστορία
ανθρώπινη
τή ζωή.

*”Ριπές Γραφής”, μια ποιητική ενότητα σέ δημιουργία.

Κωστής Ανθάς, Δύο ποιήματα

ΜΕ λάσπες στα πόδια τα στίφη πιλάλησαν,
παίρνοντας ένα ψεύτικο
κατάδικό του σπίτι,
πού ‘γλεπε στη λίμνη με τους άσπρους κύκνους.
Τα ψευδίσματα βγαίναν σα σκρόπια μαργαριτάρια,
κι η λάμψη τους χάνονταν μαζί με τις ορδές.
Το ανέκφραστο λερωμένο παιδί,
δειλό απ’ της αστοργιάς του θρήνου πσρτραίτο,
άρχισε να λογιάζεται με τσιμπλιασμένα βλέφαρα
κείνα τ’ αμέρωτα ελάφια,
να τα κανακεύει με της ζωγραφιάς το μάτι
και το κατοπινό πήδημα να θέλει νά ‘ναι δικό του,
ξέγνοιαστο και παντοτινό,
να ξυπνάει μ’ ένα δροοαύγιντο κόκκινο φίλημα
κι ύστερα να χάνεται απ’ το κουραστάρι του κορφολόγου
στου γανωτή τη μέρα.
Βοερό ποταμάκι, βλόγα το κεφαλάρι σου,
τους σπίνους και τις ποταμίδες μίλα,
τριγύρω σου παίζει ένα φωτοάστερο,
Βάλε του μια τήβεννο,
μια σιγαλή προσλαλιά στο χνουδωτό του στόμα,
να ειπεί, γιατί κονταίνει η σκέψη του
όταν το τέλμα σου μακραίνει
ώς του αυλόγυρου τα χαμηλά τα ράμνα.

***

ΣΤΗΝ αύρα γρίλλιες
άνοιξαν οι αμμουδιές.
Τους πειρασμούς των γερανιών
στο κάψιμό τους κάνανε παιχνίδι.
Ειρήνη τό ‘πανε τα βότσαλα,
πόλεμο τ’ ανεμοσούρια
κι ένα μικρό
μιας αγκαλιάς τάξιμο
τό ‘πε ευκή.
Πυρόξανθο σκίρτημα,
φεγγαροτυλιγμένο του ύπνου
αγάπημα
κρέμασε στα μαλλιά του.
Το βάφτισε μ’ εμπάθεια
σ’ επίγεια νερά
κι από μηρύματα λυμένα
έκαμε κορδέλες
να διχοτομήσει μιας ακτής
καμένες σπιθαμές.
Του φλοίσβου τα μαγεμένα
ακούσματα
έσυρε ώς την καλύβα
το πεπρωμένο πλάνεμα
του αχαμνού προσώπου,
που αποκάλυψε το μέτρημα
μιας ξένης ευτυχίας.
Γρίλλιες και πειρασμοί καιγόμενοι
μελωδίας λύρας γίνηκαν,
νερωνικές περιπλανήσεις.
Ένα φωτοστέφανο, εγκώμιο της δόξας, αγάπησε
στο μάκρεμα της αμμουδιάς.

*Από τη συλλογή “Επί Γης Ειρήνη”, έκδοση “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983. Εξώφυλλο: Ποσειδώνας Καρανικόλας.

Χριστόφορος Τριάντης, Σωτηρία

Οι λέξεις σου δεν σώζουν
ούτε διασώζουν (κανέναν).
Δεν είναι ενθύμια
και συλλογές για βιβλιοθήκες
(και προθήκες).
Είναι έξω από κάθε σωτήριον
έργον.
Η σωτηρία είναι έργο
των (επισήμων) ποιητών και λογάδων.
Παραδίδουν μαθήματα
και οδηγίες
σε μειράκια, νοικοκυρές
και άρτι σωσμένους.
Αλλά οι εκκρίσεις
συντηρούν
την επιφάνεια (και τα βάθη)
και τον φθόνο
γιατί η απελπισία
είναι έξω απ’ τη διάσωση.

Στρατής Φάβρος, Χάνω το χρόνο μου…

Χάνω το χρόνο μου εργατικός σαν τη μέλισσα 

μ’ ενδιαφέρει μια δημοκρατία του συναισθήματος

μ’ ενδιαφέρει αυτό που αφαιρετικά λέμε αλήθεια

και που πάντα χάνεται ώσπου να μικρύνει τόσο
στις προτάσεις του ορθολογισμού

μ’ ενδιαφέρει η ακροαματικότητα της γλώσσας 

το ίδιο με την αφηγηματικότητα της

μ’ ενδιαφέρει η ευδαιμονία όπως αν ήμουν μέλισσα

θα με ενδιέφερε το νέκταρ

μ’ ενδιαφέρει η μαγεία που δεν είναι μαγεία

και τα μύχια της αρμονίας μυστικά 

μ’ ενδιαφέρει η σύνταξη που κρύβει τα μυστικά της παντού

μ’ ενδιαφέρουν τα κείμενα, οι παύσεις τους, η στίξη 

οι εκθλίψεις, οι αποκοπές, οι αφαιρέσεις,

οι ασκήσεις γραμματικής στο δημοτικό

αναζητώ εντατικά μιαν αισθητική δημοκρατία της ανάγνωσης

αναζητώ τις πολλαπλές ερμηνείες στις γραμμές των κειμένων

τις υπερκείμενες τις υποκείμενες και τις ενδιάμεσες 

μ’ ενδιαφέρει η απαγγελία ως φορέας συνθετικού νοήματος

η κρυμμένη μουσική του κόσμου 

η αρμονία που λέμε μέτρο κι η στον στίχο επανάληψη 

μ’ ενδιαφέρει η διαμόρφωση του βιώματος 

μ’ οδηγό τις ας πούμε παραπάνω αρχές

——————————————

H τέχνη δεν αποτελεί πανάκεια ούτε βέλος 
επομένως δεν προωθεί τις πεποιθήσεις αλλά τις

αποδιαρθρώνει, είναι η διαρκής υπενθύμιση του ερωτήματος

μαζί με μια αγωγή στη δημοκρατία του συναισθήματος.

Η τέχνη συνεπώς δεν στρατεύεται αλλά μαθαίνει στην αντίσταση

Ο άξιος θάνατος του Τεχνίτη είναι ο θάνατος του ηττημένου.

Αφήστε μας λοιπόν Πατριδοκάπηλοι να πορευτούμε

την ειρήνη της ήττας μας.

Ως σύνθημα, θα τραγουδούμε την Τέχνη μας

πάντα στο δρόμο για τα κρεματόρια.

Χ. Π. Σοφίας, Μαύρη Σημαία

Στου χρόνου τη λήθη δε λυγίσαμε, δε σωπάσαμε,
Παραμείναμε με τον άνεμο της πρώτης νιότης
Με τα φτερά του πετάξαμε στις πράξεις της φωτιάς
Στο τέλος του αγνώστου κλέψαμε τον ήχο του κύκλου
Και όλο χαρά τσακίσαμε τη φορά του βέλους
Σηκώσαμε ψηλά τη μαύρη σημαία
Έτσι φτάσαμε πολύ ψηλά ως τ’ άστρα
Δεν αφανιστήκαμε μέσα στις νύχτας την πυκνή βλάστηση.