Αλέξης Αντωνόπουλος, Όνειρα

Όνειρα: Δώστε μου χέρια να κρατήσω
χέρια που κάποτε είχα κρατήσει.

Δώστε μου τα χέρια που θα έπρεπε να κρατάω απόψε
αν μου τα δώσετε, θα τα κρατάω απόψε.

Αν κάνετε καλά τη δουλειά σας και κρύψετε την ησυχία
αν μου θυμίσετε ποιο δαχτυλίδι ήταν σε ποιο δάχτυλο
και σε ποιο χέρι ήταν το βραχιόλι

αν κάνετε καλά τη δουλειά σας
ποιος θα μπορεί ν’ αρνηθεί ότι απόψε κράτησα τα χέρια
τα χέρια που κάποτε κρατούσα;

θα θυμηθώ το κάθε κόσμημα.
Την ανάσα της όταν ερχόταν ο ύπνος.
και όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που απόψε θα μου δείξετε

όποιος κι αν έβλεπε μαζί μου απόψε
εκείνα που θα δω
δεν θα μπορούσε παρά να ομολογήσει πως

Είναι αληθινό. Σας τ’ ορκίζομαι, είναι αληθινό

*Για περισσότερα ποιήματα και κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Ιωάννα Ξυλόσομπα, Τρία ποιήματα

Adriaen van Utrecht, Fruit Still Life

ο Όρκος (νύφη)

Νεκρά φρούτα ζώα
λαδώνουν υπόγεια τη φούστα μου.

Πιστεύουν ακόμα
στον ιερό ποντικό,
ότι θα ξηλώσει όλες τις λέξεις
από το παλτό σου.

Αγάπη μου ιερέ ποντικέ
μπαλωμένη φούστα.

με προτομές μανάβηδων
ξεκίνησε πάλι φέτος το καλοκαίρι.

***

Νο 23

Φτάνω απρόσμενα
στον ερυθρό σου τόπο,
μηχάνημα.
Σπρώχνω με τους αγκώνες για να περάσω.

Δε βρίσκομαι σε κατάσταση
να προσεύχομαι παντού,
σε κάθε γωνία
και όμως επιμελώς τεντώνομαι

πάνω από το πλατύ χαμόγελο
μιας αγέλης λεόντων.

***

ΙΚΑ

την ανάγκη για σύνταξη
δε τη φέρνει ο χρόνος
αλλα η βαρεμάρα που μας κυριεύει
λόγω της ακινησίας της γραμματικής

*Από το βιβλίο “Αποσπάσματα από τα Όνειρα τιυ Ξυλοκόπου”, Εκδ. κακός βηξ.

Μαρία Γερογιάννη, Τα αγόρια

Υπάρχει χώρος για τ΄αγόρια

στα περιθώρια, στις τελευταίες σελίδες

των χιλιοτραγουδισμένων κοριτσιών;

Τα κορίτσια!

Των ερώτων η Κόμη

Των πόνων η Φωλεά

Υπάρχει χώρος για τ΄αγόρια;

Τα αγόρια!

Της Τρικυμίας, 

Των αισθημάτων ο Πρόλογος

Της ανάγκης ο Επίλογος,

Ζορμπάς ή Καρυωτάκης

Στη γωνία

τα ακροδάκτυλά τους

πλέκουν-ξεπλέκουν,

Αναμονή

Αποτέλεσμα

Κατερίνα Ζησάκη, της απεργιακής κινητοποίησης

βρέχει
συνέχεια βρέχει
και δε μπορούμε μια απεργία της προκοπής
χωρίς ομπρέλες και βραχνούς τηλεβόες
συνέχεια βρέχει
σκυφτοί να μην μπαίνουν σταγόνες στα μάτια
μην πουν πως δακρύσαμε
λυγίσαμε κι ακόμα δεν άρχισε το πάρτυ
στους δρόμους κάθε μέρα πιο πολλοί
μ’ ότι έχουμε από σκεπάσματα
χαρτόκουτα κι ένα ποτήρι για ψιλά
όπως και να γραφτεί το ΠΕΙΝΑΟ φοβόμαστε
κι ούτε μια απεργία

η μάνα λέει μας κοστίζει φαΐ για τρεις μέρες
ο πατέρας παλιός δεξιός πού να τρέχει
συνέχεια βρέχει
πονάει η φωνή μας
τη χρωματίσαμε να δυναμώσει
μα εκείνη τίποτα
ψελλίζει μόνο
τελευταία φωνήεντα σε συνθήματα έτοιμα
ούτε που τα πιστεύει πια
έτσι για τη συνήθεια
για την εκτόνωση και πάλι μέσα
σαν τελετουργικό παλιό
εκκλησιασμός την κυριακή
άοπλοι δον κιχώτες και προφανώς
ο βασιλιάς είναι γυμνός και ΠΕΙΝΑΟ
τόσο αλήθεια που άγονη πια
και βρέχει συνέχεια βρέχει
αν είχε ήλιο τουλάχιστο θα κάναμε τη βόλτα μας
θα βλέπαμε και φίλους
τα εργοστάσια έκλεισαν
ποια απεργία
η πόλη κοιμάται
σιγά με τους κρότους σας
τώρα που συνηθίσαμε τους πόνους
απεργούμε απ’ τη ζωή
κι όλο βρέχει

*Από τη συλλογή “ιστορίες απ’ το Ονειροσφαγείο” εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014.

Σπύρος Μαρούλης, Η μέρα προσπαθεί να γυρίσει τη σελίδα της

Η μέρα προσπαθεί να γυρίσει τη σελίδα της
-υπάρχουν όρκοι στον πρόλογο-
…
Αυτή η ιστορία είναι θλιβερή, αλλά για να την πω είναι όμορφη.
…
Τη νύχτα, η αγάπη θα βρίσκεται κάτω από ένα σάλι.
που θα κρατά τα αρώματα καλυμμένα 
σε άνθιση.
Και η ομορφιά θα λιώνει τα χρυσά λόγια.
…
Αλλά αύριο το πρωί…
ακόμα κι αν το φεγγάρι αρνηθεί να πεθάνει,
η σελίδα που μόλις γύρισε…
μόλις σκίστηκε.

Χρήστος Τουμανίδης, από τις “Ελεγείες της Ανατολής”

1

Ένα ποίημα να γράψω μου ζήτησαν
για την επίγεια Κόλαση.
Που την είπαν: Λωρίδα της Γάζας.
Που την λένε: Ναχάλ, Ερέζ και Τζενίν.

(Έχει και η Κόλαση τα άγνωστα χωριά της!)

Ένα ποίημα-κραυγή προσπάθησα να γράψω
και ύπνο από τότε δεν έχω.
Δεν έχω δάκρυα. Μήτε φωνή.

«Αρκεί, με της ψυχής τα μάτια, μια στιγμή,
ανατολικά της Εδέμ, να κοιτάξεις», είπε.

Κι άρχισε αμέσως να βρέχει,
μια βροχή από μαύρες ειδήσεις.

2

Εκεί,
στη Μέση Ανατολή των δακρύων
διαρκώς.
Η καρδιά και τα μάτια μου.
Εκεί όπου καίγονται δάση και βλοσυροί θεοί!
Που καίγονται πολιτείες. Που καίγονται
τα όνειρα των παιδιών μας.
«Τάχα γιατί; Για τι;»

Τι ποίημα να γράψω λοιπόν,
για έναν ανειρήνευτο κόσμο.
Για μιαν Ασία. που αιώνες τώρα,
δεν λέει να γαληνέψει.

Έπαψαν να αγαπούν οι άνθρωποι εκεί!
Ή μήπως δεν έμαθαν ποτέ. Κύριε, τι είναι η ΑΓΑΠΗ;

Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος ελάλουν,
ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην…

(Εκεί. στην πορφυρή Ανατολή,
σαν φοίνικες, θα ξαναγεννηθούμε!)

3

Και τι παραμύθια να πω στα παιδιά,
Στα παιδιά, που απ’ τα σπάργανα κιόλας,
αγγίζουν σκανδάλες.
Κι απ’ το βυζί της μάνας τους ρουφάνε μαύρο γάλα
Και γίνονται άνδρες ξαφνικά.
Μάρτυρες. Μνήμη γίνονται.

(Μέσα σε λάμψεις και κρότους πολέμου, τα λόγια,
σαν βόμβες σκοτώνουν κι αυτά.)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο ήλιος…
Ήταν οι ελαιώνες και τ’ αμπέλια μας.
Τα αρώματα των κήπων.
Ηταν το αεράκι του Ερμών που άνοιγε τις ψυχές!

Χίλιες και μία νύχτες δίχως ουρανό.
Η Σεχραζάτ κι ο Αλαντίν δεν ζούνε πια.
Αλλά. μέσα στο χαλασμό εμείς
-στα καταφύγια, στις άναστρες νύχτες-
πρέπει να ψιθυρίσουμε,
τα νέα παραμύθια στα παιδιά.

Πρέπει να γίνει πάλι ήλιος. Και άνεμος.
Παραμυθένιος ουρανός με γήινα φτερά.

* “Οι Ελεγείες της Ανατολής”, Εκδόσεις Κουκκίδα (δεύτερη έκδοση), Αθήνα 2014.

Κωνσταντίνος Μούσσας, Δύο ποιήματα


Λ.Α΄

Μας έμαθαν να κλαίμε ήρεμα.

Μπροστά σε κυπαρίσσια και κάτω από άμβωνες
στους διαδρόμους πολιτικών γραφείων
σε αίθουσες δικαστηρίων και πλατείες θεάτρων.

Με τα χέρια σταυρωμένα, όρθιοι
μα μέσα μας γονατιστοί ή έρποντας
με τους αγκώνες ν’ ανασηκώνουν λίγο το κορμί
πάνω από την λάσπη των ηττημένων
ψιθυρίζοντας ακολουθίες κι εμβατήρια πένθιμα
χλωμοί και κουρασμένοι.

Όχι. Το κλάμα θέλει σήμαντρα αναστάσιμα
σάλπιγγες κι αναμμένους πυρσούς στις κορφές
και στα φτερά της σφίγγας και του αετού.
Είναι βοή πριν τον μεγάλο σεισμό
ξέσπασμα της άνοιξης που δεν είναι ποτέ μάταιο
στα ηφαίστεια της θάλασσας και της καρδιάς.

Θέλει Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Εκάβη
είναι το σπίθισμα σ’ όλες τις γωνιές του νου
πριν η συνήθεια σαρώσει την σκέψη
κι ανάγκη μέχρι να γίνει γιορτή
του Έρωτα και του Θανάτου.

***

Λ.Β΄

Δεν νικηθήκαμε ακόμη.

Οι φωνές μας χτυπούν, οι πέτρες αντέχουν.
Μπροστά στις πορείες χίλια βουνά
μεστωμένα αμπέλια στους κάμπους, μέσα σε βάτους καιόμενους
πράσινο σπαθωτό στάχυ, μάραθο και χαμομήλι.
Κι ύστερα η θάλασσα που καλπάζει μ’ αμέτρητα αφρισμένα άλογα
κύματα ριγμένα στις πυρκαγιές των πόλεων.

Ο ουρανός μας καθαρός, Κυριακάτικος κι όλα τα ποτάμια
των αθώων χάρτινα δάκρυα στις φλέβες μας.

Οι καρδιές μας ακόμα γελούν.
Ακόμα διψάνε κι ελπίζουν
όπως τότε που περιμέναμε τ’ αγιοπούλια
στ’ Ανάφη και στο Τρίκερι
ριζωμένοι στους βράχους.

Όλα τα μνήματα της μνήμης, ανοίγουν ακόμα μέσα μας.

Μόνον ο ήλιος μας πρόδωσε Γεράγγελε
αυτός, ο πιο πιστός μας σύντροφος.

*Από τη συλλογή “Αναμνήσεις από τη χώρα των ηττημένων”, Damnatio Memoriae – Λόγος Πρώτος

Arzu Toker, από το “Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή Έχω την τιμή, κυρία!”

Στην Ανατολία πέρασα τα παιδικά μου χρόνια.
Εκεί και τη ζωή μπορούσε η τιμή να σου στοιχίσει.
Τα νιάτα μου τα πέρασα στην Ιστανμπούλ,
η τιμή εκεί δεν ήταν θέμα.
Απ’ το ’74 ζω μες στην Ευρώπη,
κρυφά και ύπουλα η τιμή μ’ ακολούθησε
«SEN ΒΕΝIΜ NAMUSUMSUN».
Είσαι η τιμή μου.

Και τώρα σου στοιχίζει και πάλι τη ζωή
μες στον πολιτισμό
μες στην Ευρώπη.
«SEN ΒΕΝIΜ NAMUSUMSUN».

Είσαι η τιμή μου.
Η φαμελιά μας,
οι άντρες μας αποφασίζουν τον θανατό μας.
Και οι μανάδες μας υφαίνουν την τριχιά
μακρόβια, γερή.
Η τιμή δένει τον κόμπο
μειλίχια, απαλά.
Κι εμείς πιστεύουμε σ’ αυτά.
Εμείς, τα κορίτσια, οι γυναίκες.
Εμείς, η Τιμή.

Σαφής η ριπή, αναντίρρητη.
Το πέσιμο ασαφές απ’ το μπαλκόνι.
Σαν δεν υπάρχουν μάρτυρες, η πράξη δεν υπάρχει.
Πήδηξε μόνη της; Τη σπρώξανε;
Εμποδίστηκε
το τελευταίο στο κάγκελο
γάντζωμα.
Απορρίφθηκε
το τελευταίο στον πατέρα
γάντζωμα,
στ’ αδέρφι.
Κανείς δεν άκουσε
την τελευταία κραυγή.

Εμείς, του μπαλκονιού τα κορίτσια,
εμείς, η τιμή τους,
πιστεύουμε σ’ αυτά.
Βίασε ο θείος το κορίτσι;
Αυτή τον προκάλεσε.
Στρογγυλεύει η κοιλιά της;
Αυτή τον παρέσυρε.
Μπορεί να μας κουτσομπολεύει ο κόσμος.
Το στόμα δεν είναι σακί,
δεν μπορείς να το δέσεις.

Σήμερα το ξέρει μόνον αυτή,
αύριο θα το ‘χει ακούσει η φίλη της
μεθαύριο όλοι θα το ‘χουνε μάθει:
Η οικογένεια, η υπόληψή μας
πάει η τιμή.
Τι θα γίνει μ’ αυτό το κορίτσι;
Το ξεσκάλωμα του χεριού απ’ το κάγκελο
σιωπηλό, αναίμακτο.
Δεν μιλάει το μπαλκόνι.

Οι μανάδες μας περνάν στον λαιμό την τριχιά,
ο Πατήρ ημών—
η οικογένεια ημών
αποφάσισαν τον θάνατό μας.
…………………………………………
(θα συνεχιστεί)

*Από το βιβλίο “Τα κορίτσια του μπαλκονιού ή Έχω την τιμή, κυρία!”, σε δίγλωσση στα γερμανικά και ελληνικά έκδοση, Εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2016 (κυκλοφόρησε ως ένθετο στο τεύχος 41 του ομώνυμου περιοδικού). Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκη Eideneier.
**Η Arzu Toker (Αρζού Τοκέρ) γεννήθηκε το 1952 και είναι Τουρκάλα συγγραφέας, δημοσιογράφος και μεταφράστρια. Από το 1974 ζει στη Γερμανία και μαζί με την Νίκη Eideneier εκδίδουν την τρίγλωσση Ανθολογία “Καλημέρχαμπα”.

Δημήτρης Βούλγαρης, Σημείωση 2

Άσκοπα παλεύω κάθε πρωί με τα σύννεφα, για τη διεκδίκηση του καθαρού ουρανού. Αφού έρχεσαι εσύ και μου τον γκριζάρεις.

Εισχωρείς στον χαμηλοτάβανο ουρανό τού δωματίου μου και τον σπρώχνεις ακόμη πιο κάτω. Μου πατά το κεφάλι και το στέρνο. Ασφυκτιώ. Είσαι τόσο κοντά στο πρόσωπό μου, αλλά απόκοσμα μακριά. Σε παρατηρώ να στέκεις ψηλά στη δεξιά γωνία και να με κοιτάς. Σαν την αράχνη που ετοιμάζεται να δημιουργήσει και να κατακτήσει το χώρο μου. Προσπαθώ να τραβηχτώ από το κρεβάτι, σέρνοντας το κορμί μου στο πάτωμα.

Είναι όλα τόσο μικρά εδώ μέσα. Το δωμάτιο με πνίγει αλλά εσύ κοιτάς ασάλευτη. Μόνο τα μάτια σου μιλούν τα ίδια πάντα θλιμμένα λόγια. Όνειρα που καήκανε από την υπερβολική έκθεσή τους στο φως. Λάθος τύπωμα.

Κυλιέμαι ως τη γραφομηχανή μου, εκεί όπου θα σε σκοτώσω. Θα σε σπάσω σε λέξεις και θα σε βάλω στη σειρά όπως εγώ θέλω. Θα σε κάνω βιβλίο για να σε κρύψω στο ράφι μου και να σε κατεβάζω κάθε που ο περασμένος χρόνος θα μου χτυπά την πόρτα. Τότε όμως θα έχω ασχοληθεί τόσο με τη μορφολογική σου σημασία που δεν θα φοβάμαι πια να σε κοιτώ. Θα έχω ασχοληθεί και με εμένα. Θα έχω βρει την επεξήγηση των πράξεών μου και της επιλογής τού χρώματος που έκανα για σένα. Θα κοιτάζω με άνεση τα μάτια σου και δεν θα υποκύπτω στους πόθους που κρύβουν, γιατί θα σε έχω κάνει κτήμα μου.
Να φύγεις από αυτή τη γωνία.

Είναι το μέρος που μου αρέσει να κοιτώ όταν είμαι ξαπλωμένος και να προβληματίζομαι με τις διαστάσεις διαφόρων καταστάσεων. Ώρες ώρες ακόμη και της ύπαρξής μου ή του λόγου μου.
Όσο γράφω εσύ μικραίνεις και το δωμάτιο επιστρέφει στο πραγματικό του μέγεθος. Με το τέλος αυτής της πρότασης, το σώμα από λέξεις που σου πλάθω θα εχει μεγαλώσει κι εσύ θα είσαι τόσο μικρή, που πια δεν θα σε προσέχω.

Ο χώρος επανήλθε στα φυσιολογικά του πλαίσια ώστε να μπορώ να σταθώ όρθιος στα πόδια μου. Σου λέω ένα αόριστο καλημέρα, φορώ το παλτό μου και χύνομαι στο δρόμο για τον πρωινό καφέ μου και τα φρέσκα κουλουράκια με κανέλα. Ίσως να κρυφω λιγα ψίχουλα στις τσέπες μου και για σένα.
Αν συνεχιστεί αυτό, νομίζω ότι το δωμάτιο δεν θα αντέξει την καθημερινή συστολή-διαστολή.Ένα πρωι θα μας πλακώσει και τους δυο.

Θα φροντίσω να κοιμάμαι με τη γραφομηχανή στο πλάι μου.

Σου είπα να φύγεις από αυτή τη γωνία.

*Από το βιβλίο “Κονστάνς”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2015.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΧΑΛΑΣΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Ένα όνειρο τέλεψε

Άλλο όνειρο τώρα αρχινάει.

Αντίο 

(να μας γράφετε)

του χτες γραφειοκράτες.

Χαίρετε 

(άντε χέστε με)

του σήμερα σπεκουλαδόροι.

Γειά σου κι’ εσένα

κότσυφα τραγουδιστή

Αλήτη των χτεσινών ονείρων μου / και των σημερινών.

26/12/2002 

(11η επέτειος της υποστολής της σοβιετικής σημαίας)

***

ΚΑΚΒΙΜΑΡΤΖΟΣ*

Αν είναι δυνατόν

Εγώ

ο ποιητής

να τα πίνω απόψε μαζί μ’ έναν

μπάτσο

(!)

(πρώην, 
στην Ε.Σ.Σ.Δ.)

γερτοί ο ένας στο νώμο τ’ άλλου

τους παλιούς καλούς καιρούς και να κλαίμε

(μπαλαλάϊκες… πού ‘ν’ τες, φέρτε μας μπαλαλάϊκες!)

τότες που
– ο λόγος στον φίλο μου: –
Κάτι χούλιγκαν σαν εσέ,

αδελφέ, ευχαρίστως τους έστελνα στη Σιβηρία διακοπές.

(*) Κακβιμάρτζος: εις υγείαν, στα Γεωργιανά.

***

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ…

Μια ψιλή βροχή ήταν μόνο

κι’ άκου! 
τί χαρούμενα τα πουλάκια

λες και τέλεψε κάνας πόλεμος

λες και δεν έχει πια μπόρες άλλες για τη φτώχεια η ζωή.

***

ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΩΛΑΔΙΚΩΝ

“Όλες τις πόρτες ξέρω των μελιχρών ναών

Μ’ ευλάβεια μπαίνω και πράττω τα κανονισμένα

Την Ωραία Κυρία εκεί προσμένω… κλπ. κλπ.”

(Αλ. Μπλοκ)

Για δυο-τρία ποτιράκια που την κεράσαμε

-χαλάλι της!-

χτες βράδυ, στο μπαρ με τις ρωσσίδες

η Ωραία Κυρία

μας απήγγειλε / στα ρώσσικα, από στήθους

στίχους

του Πούσκιν

και

του Μπλοκ

και

της Τσβετάγιεβα / η αγκαπιμιένιμιι μυ πιίτρια! μας λέει…

Εγώ (καιρό είχα να βρεθώ σε μια πραγματική ποιητική βραδυά)

Δεν το κρύβω, συγκινήθηκα.
(5.V.1997)

*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από την ταινία “Good Bye Lenin”.