Βασίλης Βασιλειάδης, από το “συνέβη στην επαρχία”

4

ήδιστα παραδομένοι στή ζεστασιά τής άρχέγονης τελετουργίας του πάθους για τή ζωή’
έπιτέλους τώρα
είμαστε μ’ αύτούς
πού ξέρουν τήν τέχνη ν ακοΰν τους παλφασμούς τού πέλαγους
μέσα άπο το σιωπηλό κογχύλι
αφήνοντας σέ άλλους διάστροφους,
τούς επίγονους σάπιων γνωσιοπαραγωγών,
νά τον καταστρέφουν
εξηγώντας τον σέ άφόρητα πληκτικές αράδες
-για τον έρωτα μιλάω,
το ρίγος τής ποίησης
κι όχι για τήν κακομοιριά των συστημάτων της ερωτικής λογικής —
Στο σύθαμπο τής άνοιξιάτικης αύγής
μοιάζεις με τοπίο πού άχνίζει τή δροσιά τής αύθεντικότητας
ξέγνοιαστη άπό τις φροντίδες τής φιλαυτίας σου
έγκατοπτρίζεσαι στήν αμοιβαιότητα
προέκυψες μια νέα σύνθεση μέσα άπο αύτόν τον έρωτα
περήφανη κι όμορφη Γυναίκα
ξεφλουδισμένη άπο το πεπρωμένο σου
-ακόμη σέ θυμάμαι Κικο-
Ανιχνευτές τής ελπίδας
μέσα στο πουθενά των ψηφιακών χρόνων
άναζητούσαμε τήν πρώτη γραφή τής ζωής σ αύτό το ταξίδι
εσύ
άμάχητη κι αναντίρρητη
ζούσες τή στιγμή ελεύθερη
ξεχνώντας γιά λίγο
ότι κατάγεσαι άπό γένος ένδοξων απολογητών τής λογικής των έσχατων
μέ βουλιμία τά χείλη σου γεύονταν τήν πικροδάφνη
στυφές φιλοδοξίες
νά νιώσεις ΤRIUMPHALIS μέ παράτα θριάμβου σέ στράτα άνθρωπο-έρημη’
κι όμως
δέν ξεγέλασε τήν άλλοτρίωση ή άπροσδόκητη εύτυχία τής ήδονής.

*“Συνέβη στην επαρχία”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2012.

Στρατής Πασχάλης, Τραγούδι για τρία ρομάντσα

Τρίζουνε τά πατώματα,
βαμμένα και μεγάλα.
Οι αίθουσες φοβίζουν.
Τα έπιπλα μόλις χωράνε
αλλού κι αλλού απομόναχα
κι αντίκρυ λες κι αναζητάν
τον άνθρωπο που χάθηκε
στο γύρισμα της σκάλας.
Κλειδί που λείπει.
Στο κομοδίνο μένουνε κλειστές
«η Ραϊσά» «η Ντεζιρέ» κι «η Παναγία
των Σλήπινς».

Μες στο υπόγειο νεκροί
και ζωντανοί κοιμούνται
αντάμα δούλοι και άρχοντες
μοιράζονται τη φτώχεια.
Τ’ άλλα δωμάτια βαρέθηκαν
όλες τις εποχές να μένουνε
τα πράγματα σαβανωμένα.
Έξω η φύση σκηνικό.
Κηδεία μες στο σπίτι.
Μα στα συρτάρια με τις σελίδες τους υγρές
«η Ραϊσά» «η Ντεζιρέ» κι «η Παναγία
των Σλήπινς».

Πέθαναν όλοι χάθηκαν
τα έπιπλα πουλιούνται.
Κανείς στα πρόθυρα
στην πίσω αυλή και στο λουτρο
κανείς. Γκρεμίζεται το σπίτι.
Μόνο που μένει ζωντανό
ακέραιο ξαναγυρνάει στο νου
στο στόμα σου όταν πλήττει
είναι οι τρεις μισοσχισμένες χάρτινες θεές
«η Ραΐσά» «η Ντεζιρέ» κι «η Παναγία
των Σλήπινς».

*Από τη συλλογή “Ανασκαφή”, Εκδόσεις Ίκαρος, 1984.

Γιώργος Γκανέλης, Βρέχει πάλι

Κόσμος πάει κι έρχεται, χρόνια άπορα
μια μοίρα καρφωμένη σε παράλυτους αιώνες
στάχτες ποιητών περιπλανιούνται στους αιθέρες
σήμερα που η βροχή υποδύεται τη Μητέρα
όλων των μικρών ονείρων
μια λάσπη σκαρφάλωσε στα καμπαναριά
μια λιτανεία χωρίς να είναι γιορτή
αποκεφαλισμένα αγάλματα γέμισαν τα μουσεία
και πίσω απ’ το χαμόγελο ενεδρεύει η φθορά.
Αποτσίγαρα σε τασάκια χάρτινα, σκληρή η πίκρα
αυτών των στίχων που δύσκολα ξεδιπλώνεται
υπόγεια χωρίς πόρτα εξόδου.

Κίτρινη η πόλη σήμερα, σημάδι του πυρετού
γνώριμα χέρια στο κέντρο του τυφώνα
αμείβουν τους καιροσκόπους επιβήτορες
χαλάσματα γηροκομείων – η αφανής απώλεια.
Βρέχει πάλι, ο κήπος ακούμπησε στον τοίχο
επινοήσεις και τεχνάσματα στη σκιά της σελήνης
οι τύχες μας στις βουλές άλλων θεών.

*Από τη συλλογή “Ο Σκοπευτής της Μνήμης”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2013.

Κωνσταντίνος Μούσσας, Ποιήματα

Λ.Ζ΄

Σήμερα ο ήλιος καίει.
Κι ας μην τον άφησε η βροχή να κλείσει μάτι όλη την νύχτα.

Πώς να δικαιολογηθούμε που πάλι σκεφτήκαμε
το κάτασπρο καλοκαίρι στις αυλές και στις πλατείες;
Το κρυφτό στις αγκαλιές και στις αλάνες
το χνούδι του χειλιού και του ροδάκινου;

Πώς να δικαιολογηθούμε που φταίξαμε;

Λ.Η΄

Εξάγγελος και μύστης
στον θόλο της μεγάλης στοάς μπρος το θυσιαστήριο
των ψυχών κήρυκας κι απόστολος
είδα την αλήθεια.
Και πριν προλάβω να φωνάξω
έκρυψα τη φλόγα στην παλάμη μου
σφιχτά, όλο και πιο σφιχτά
ώσπου μ’ ένα ρίγος σαν ανατριχίλα θανάτου
λιγόστεψε και χάθηκε.

Έτσι λοιπόν σβήνουν τα όνειρα!

Λ.Θ΄

Κάποτε θα γυρίσω απ’ το σκοτάδι
πατώντας με τ’ ακράνυχα στα όρια της νύχτας.
Θα’ χω το βλέμμα στυλωμένο στον λαιμό και στη ράχη σου
βλέφαρα μολυβοκάρφια βουτηγμένα στο πρώτο δάκρυ.

Θα τιναχτώ με ορμή και την σκιά λυμένη
βραχνάς και πνιγμονή
μέσα από τοίχους, ξύλα, σίδερα και μνήμες
σαβανωμένος κέρινος και σιωπηλός
σαν τελευταίος πόνος που δεν βρίσκει πια
τίποτα για να πονέσει.
Ψυχοπομπός του κόσμου και λυτρωτής.

Αν ήταν όλα μάταια, θα ήταν τουλάχιστον κάτι.

*Από την ενότητα “Λόγος Τέταρτος” του βιβλίου ‘Αναμνήσεις από τη χώρα των ηττημένων”.

Χ. Π. Σοφίας, Δύο ποιήματα

ΜΑΥΡΗ ΣΗΜΑΙΑ

Στοῦ χρόνου τή λήθη δέ λυγίσαμε δέ σωπάσαμε
Παραμείναμε μέ τόν ἄνεμο τῆς πρώτης νιότης
Μέ τά φτερά του πετάξαμε στίς πράξεις τῆς φωτιᾶς
Στό τέλος τοῦ ἄγνωστου κλέψαμε τόν ἦχο τοῦ κύκλου
Καί ὅλο χαρά τσακίσαμε τή φόρα τοῦ βέλους
Σηκώσαμε ψηλά τή μαύρη σημαία
Ἔτσι φθάσαμε πολύ ψηλά ὡς τά ἄστρα
Δέν ἀφανιστήκαμε μέσα στῆς νύχτας τήν πυκνή βλάστηση.

***

ΑΓΙΑ ΑΝΑΡΧΙΑ

Δαγκώνει τά χείλη της καθώς ἡ ἀστροβροχή συνεχίζει νά πέφτει
Ἀγκαλιάζει τά παιδιά της
Τούς μιλᾶ γιά τήν Ἁγία Ἀναρχία
Τό ὁπλισμένο χέρι της
Τήν νεανική της φλόγα
Τήν περπατησιά της
Τό θάρρος της ὅταν πυροβολεῖ τόν καθρέπτη καί τίς μισές λέξεις
Τήν ἱερή ὀργή της γιά τούς ἀνθρώπους πού σιωποῦν
στό φῶς τῆς ψυχῆς.

*”Αγία Αναρχία” – Ποιητικό Μονόφυλλο, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2016.

Γιώργος Καλοζώης, Η εξιλέωση

Του Κ. Ρεούση

Πατέρα πλοίο
που σ’ έχω υμνήσει τόσες
φορές μη με ξεχάσεις
όταν έρθει η ώρα
χωρίς συνοδεία άλλων ωρών
όταν έρθει το πονοθραυστικό
άσε με να σου χτυπήσω
λίγο το έρμα είμαι ο μικρός
σου ταπεινός ύφαλος
ή το κήτος που ξέχασες ότι
υπάρχει την ώρα των κοσμικών
βραβεύσεων θα είμαι αποσυρμένος
απλώς σε ρωτώ σε ποια ηλικία
πάντα σκοτώνει ο υιός
τον πατέρα;
Κάποιοι μπορεί να τρομάξουν
και να πουν μα τι λέει ο
μικρός το δέμας
απονενοημένο θα πουν ήταν
το ποίημα το κύμα το σήμα
που πάνω του επιτύμβια στήλη
θα έχει στηθεί με μια μορφή
προεξέχουσα κατά τα τρία
τέταρτα
το ένα τέταρτο το βλέπει
μόνο όποιος μπορεί
να φανταστεί
πως ζει σε άλλη γη και πως
έχει έναν άλλο πατέρα
κάποιοι μπορεί να πουν
τίποτα δεν μπορούν να πουν
γιατί θα μασάνε πέτρες και
θα κάνουν πετρόφουσκες
μικρά κρύσταλλα Σβαρόφσκι
θα τους έχουν μπει στα
μάτια
και θα τα τρίβουν ενώ στοργικά
κάποιος θα τους λέει
σταματήστε να τρίβετε τα
μάτια σας με την οδοντόβουρτσα
σταματήστε να καθαρίζετε τ’
αυτιά σας με τα οδοντικά
νήματα
μη γαργαρίζετε άλλο τη μύτη σας
με διάλυμα
σεβαστείτε με μόνο
όπως ο Λάζαρος έμεινα τέσσερις
μέρες εκείθεν και τώρα
όδε και ώσπερ
Έχει και έναν πατέρα είπε ο
πατέρας την ώρα που ο
Λάζαρος συναντούσε πάλι
σαβανωμένος τον Χριστό

*Από τη συλλογή “Το μάθημα της περίληψης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2011.

Θ.Δ.Τυπάλδος, Αίνιγμα

Στέκομαι σ‘ ένα λιβάδι.
Τα κίτρινα στάχυα, παίζουν με τον αέρα
ο ήλιος, μοιάζει με φίλος, μα δεν είναι:
Κλείνει στην αγκαλιά του
τα μυστικά ενός αργού θανάτου.
Ένα παιδί γράφει μ‘ ένα ξύλο στο χώμα.
Δεν μπορώ να δω καθαρά τι γράφει,
μπορώ όμως να φανταστώ.
Κοιτάζω πιο πέρα!… Μια κηδεία!…
Ναι, είναι μια κηδεία…
Τρέχω να δω από κοντά…
Στο φέρετρο τρέχω να δω τον νεκρό…
Απίστευτο!
Ο νεκρός, είναι ίδιος εγώ.
Απίστευτο!
Ο νεκρός, είμαι εγώ…
Στέκομαι σ‘ ένα,λιβάδι,
αλλά, δεν είμαι εκεί.
Είμαι μέσα στο φέρετρο και στην κηδεία μου πάω.
Ας συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου.
Αυτό είναι το τέλος.
Στέκομαι σ‘ ένα λιβάδι, αλλά δεν είμαι εκεί.

Πάτρα 1993

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Δύο ποιήματα

Προπαγάνδα

Τα μπλουζ της εργατικής ελίτ
και τα ζεϊμπέκικα στη φέξη,
ο κούκος στα σαλόνια
και τα reggae πάρτυ,
οι κόλακες στη Σταδίου
και τα χασίσια στο λαό,
οι λούστροι με τις βούρτσες τους
και τα κακέκτυπα βραβεία στα σχολεία της αποχής,
οι δούρειοι ίπποι,
τα τιμαλφή και μια σκελίδα σκόρδο για ένα δηνάριο,
και έχεις ό,τι θες.

***

Συναρμολόγηση

Υπομένεις την ύπαρξή σου διαλεκτικά.
Ταραντέλες και λικέρ βερίκοκο,
ιαχή στο σούρουπο ως ψεύτικο σινιάλο.
Γράφεις συνθήματα και αποδομείς
γνώμες, καταθέσεις πάνω σε λαδόκολλα.
Λογοτεχνικό σφαγείο στην ερημιά
τα δάκρυα των τυφλών που φωτίζουν τους φταίχτες,
τα θέλω του τρελού της γειτονιάς,
του ελάχιστου εαυτού.
Γολγοθάς χιλίων χριστιανών
τα αρώματα της πλάνης,
τα δηλητηριασμένα σουαρέ
Γράσα κάτω από τα νύχια και ιδιοκατασκευή.
Ντουέτα και ασημένιες κασετίνες.
Βερνίκι και άσπρο νήμα να πνίγει τις αλήθειες,
σε λιμάνι δεμένο με καραβόπανα το σκυλί,
λάμπες πολύχρωμες παρουσιάζουν τους κυματοθραύστες,
το ξερό κεφάλι του Μιχάλη
και οι φούντες που εκλάπησαν,
φουσκωμένα μπαλόνια
και άδεια κρασοπότηρα.
Ύστερα η περιπλάνηση.
Ο κουτσός των υπογείων να δημιουργεί σύμπαντα και εντυπώσεις,
για το τέλος ένα σεντούκι γεμάτο ευχές γα τους πολεμιστές
και ένα σκασμό τσιφτετέλια.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, έκδοση Παλινωδίαι, 2018.

Michel Menache, Δύο ποιήματα

0 χορευτής στα χαλάσματα

Χορεύεις ή πεθαίνεις
Ahmad Joudeh

Θα πρέπει το χάος να φέρουμε εντός
για να γεννήσουμε το άστρο που χορεύει

Friedrich Nietzsche

Με τον φόβο στα σωθικά
και το κεφάλι ψηλά
ορθώνεται στο στρατόπεδο της Γιαρμούκ
στοχάζεται τη ρημαγμένη Δαμασκό
πέτρες που αιμορραγούν
και το σκυρόδεμα να καταρρέει
και τη βαρύτητα προκαλεί
και τις βόμβες
και τους ελεύθερους σκοπευτές
πρηνηδόν στο σκοτάδι
αγνοεί

Η Χομς αγωνιά
και το Χαλέπι μήνες
τη μανία των τρελών του Θεού υπομένει
τη λύσσα των μισθοφόρων και των αεροπλάνων
του Αλ Ασάντ
Στην Παλμύρα ο χορευτής στα χαλάσματα
τις πέτρες ξυπνά
ζωντανεύει
τον Τιβέριο
να δούμε
αφήνει το όνειρο του Αδριανού
ριγούν της Ζηνοβίας τα κοσμήματα
της αστραποβόλας σφετερίστριας
των αιώνων είναι η δόξα
το θάρρος των κατασκευαστών
ανορθώνει τους ναούς
σε τέσσερα βήματα
και το κορμί του το μέλλον σχεδιάζει
με τέσσερις πήδους
στον χώρο του θανάτου
οι μυώνες του είναι οι στήλες
κι οι ώμοι του κιονόκρανα

Απλώνεται, κι άλλο ορθώνεται
μ’ ένα πήδο τις προκλήσεις της Ιστορίας αποκαλύπτει

Ελπίδα στα όρια της χαράς
γυρίζει την πλάτη στην κοιλάδα
των τάφων είναι η χάρις και η ζωή
τα παιδιάτικά μας χρόνια
στη γη που ο θάνατος βίασε

Η Συρία στην καρδιά του χορευτή στα χαλάσματα
χορογραφία της ειρήνης
πορεύεται στο φως
ανοίγοντας πλήρως και ανεπαίσθητα τα βήματά του

Κάθε μετέωρη ανάσα
τον χαμένο κόσμο ξαναφτιάχνει
άδει ξανά το χάος που καπνίζει
στα χαλάσματα
Ο χορευτής στα χαλάσματα
αέρινος ισορροπιστής
στου χρόνου το σχοινί
ατελεύτητη γραμμή διανομής
του αίματος και της στάχτης…

***

Φαντάσματα του Τζιακομέτι

Η διάβρωση του αιώνα
σκάλισε το πρόσωπό του
με τα μπουρίνια
της βαρβαρότητας

Ο άνθρωπος που βαδίζει
δεν υποχώρησε
στους παράφρονες νεκροθάφτες του φωτός
αλλά η μορφή του
άπλωσε
με όλη τη σφοδρότητα
σαν το κόκκαλο
κάτω από το δέρας
της θλίψης
απ’ την πείνα
σπαραγμένο

Τον σκελετό ο Τζιακομέτι
στον άνθρωπο
ψάχνει
βλέπει εντός
αντικρίζει τον εαυτό του
στη δοκιμασία της ύπαρξης
αντίσταση των μυώνων
σε τροχιά γύρω από το μάτι
Όλο αυτό που το ψαλίδι
του καλλιτέχνη αποσπά
από την ύλη
είναι τα κύτταρα
οι νευρώνες
που στον χρόνο
το κορμί αλαφρύνει

Η ηλικία προσμετράιαι
μ’ ό,τι λείπει
μόνον η εμπειρία
παραμένει
θυσία
στις σάρκες

Ο άνθρωπος που βαδίζει
βήμα το βήμα σκάβει
τον μέσα του τάφο
με τη μανία
που τα ρίγη
κάτω απ’ το
δέρμα χαράζουν

II

Ένα σκυλί του τέλους του κόσμου
ένα σκυλί της αποκάλυψης
ένα σκυλί που βαδίζει ίσα μπροστά
μετά την εκατόμβη
ένα σκελετωμένο σκυλί
άδειο απ’ τη λύσσα του
μια σκυλίσια δυστυχία
χαμένη στο μηδέν
των ίσκιων
που άλλοτε
αποκαλούσαμε
οι άνθρωποι…

*Από το περιοδικό “Ένεκεν”.