Αλήτις Τσαλαχούρη, Χορός στα ερείπια

Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ––Αποβάθρα μεταναστών –– Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος–– Της προσφυγιάς της υδρογείου– – Σ’ ακάλυπτο–Με μονοκατοικία– Του μπουντρουμιού μου σε πολυκατοικία– Τα πίσω βλέπανε μπαλκόνια –– Αληθινός παράδεισος μ’ αυλή και οπωροφόρα \––Ευεργετούνταν πολλές πολυκατοικίες με ορίζοντα για χρόνια–– Μέχρι το βράδυ μεγάλης φασαρίας–– Ο γιος μουρντάρει τους γέρους στη γωνία–– Να την γκρεμίσουνε τη μονοκατοικία –– Να ζήσουν κι αυτοί σε πολυκατοικία -–– Και όλα καλά μέχρις εκεί–– Αλλά ένα χάραμα–- Oριστικά πριν σωριαστεί–– Ο γιος καταφθάνει με αμάξι που δονείται απ’ τα ηχεία –– Στα ερείπια αρχίζει με φίλους να χορεύει με μανία––Του ακάλυπτου οι περίοικοι του φέρνουν μπατσαρία ––Μία φωνή του λέει από πατζούρι δυνατά- Σε ρετιρέ εσύ να κατοικείς––Στο ερείπιο θα μένεις μια ζωή- Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ –– Αποβάθρα Φυλών της Γης –– Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος–– Της προσφυγιάς της υδρογείου–– 
. 
*Από τη συλλογή “Το ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2016.

Γιώργος Γκανέλης, Σκηνικό

Νωρίς τα μαζέψαμε τα πανιά μας
κρεμώντας τα σύνεργα της καταστροφής στους ώμους
αγοράζοντας χαμένες στιγμές από παζάρια λαϊκά
σκίζοντας τα όμορφα τοπία
με τις λάμες της ορφάνιας από αγάπες που έσβησαν
σαν φανοί θυέλλης μια Κυριακή έξω απ’ το σταθμό·
ένα σκηνικό μεσαιωνικής άλωσης, άλογα, τείχη
στάδια γκρεμισμένα, οι αγώνες χωρίς ομάδες
αγώνες επιβίωσης, αγωνία στις πριονισμένες ράγες
μάγοι έτοιμοι να επέμβουν ρίχνοντας τους μανδύες τους
πάνω στην πόλη, κανείς δεν είδε
τα καρφιά που εισχώρησαν στα νεύρα
το αίμα αναμείχθηκε με τη βροχή, ο ύπνος μας
κοίταξε προς τον ουρανό, το χθες απόμακρο,
μια επίσκεψη στην κεντρική αγορά ήταν αρκετή:
αυτή η ζωή μοιάζει απάτη πίσω απ’ το μέγεθος
των φωτεινών επιγραφών, η υπερβολή μάς παρασύρει
σε δρόμους ψευδαισθήσεων – όλα ο ίσκιος σου.

Κατηφορίσαμε τα σοκάκια που γέρνουν στη λάσπη τους
η γη ένας τοκετός πρόωρων βρεφών
διψάσανε τα μάτια μας για λίγη αθωότητα
παντού σπέρματα φτηνής ηδονής.
Αυτό τον άνθρωπο τον βλέπω τακτικά
να ξεπουλάει τα λόγια του, να δίνει άφεση αμαρτιών
μπροστά στο κουδούνισμα των νομισμάτων
κι έξω απ’ τις βαριές πόρτες μια μυρωδιά συναλλαγής·
κι εσείς ακόμα αναμασάτε την ενδοξη ιστορία σας
ρίχνοντας στη στάχτη την καθαρή φωνή σας
σήμερα που άρχισε να συννεφιάζει, σε λίγο το νερό
θα πνίξνει τη φωτιά καθώς θ’ αγγίξουμε
την άλλη πλευρά της ομορφιάς – το θάνατο.

*Από τη συλλογή “Ο Σκοπευτής της Μνήμης”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2013.

Έρμα Βασιλείου, Τέσσερις γυναίκες στ’ όνομά μου

Η Ερμιόνη περπατά με μια ηλιαχτίδα
Δεμένη σε σπάγγο
Σαν ατμός
Λέξη αόρατη
Περιστέρα αγαπημένη του βασιλιά πατέρα της

Και η Ερμέτ
Κουρασμένη απ’ το ταξίδι με το πλοίο,
ήλθε μακριά στα χρόνια να σε βρει
κι ας μην σε φωνάζουν όπως πριν
Κι ας μην έχει πια τον ίδιο πατέρα
που να τον λεν Ρογήρο, τον Νορμανδό που την επέταξε
Σε θάλασσα, στα βράχια της Καλαβασού

Και η Νέρεμα,
Γυμνή σχεδόν, αθώα
Με στήθη έξω
Για ένα
Πρόσωπο χαμόγελο
Σε πόδια σμιλεμένα για περπάτημα στο δάσος
Με φτέρνες στα σμιλιά οργωμένες
Του αυτόχθονα η αυτόχθονη

Και η Ερμελίν
Η σιλουέτα η λεπτή, σε ξεπερνά, σου δίνει να κεντήσεις
στο πείσμα όμορφη
Στο νήμα των φυλών όπου ‘χουν ραγίσει

Και η Έρμα, η παιδεμένη σαν είσαι σ’ όλα, εσύ,
τα κρύβει με την όραση που βλέπει όλα τ’ άλλα
Τα σέβεται με την αγάπη των όσων ηδονής
Των άστρων που συνυπάρχουν ξώκαμπα

Συνάστερα, με χέρια δούλης σε ντύνει, μάνα
Με μάτια προφήτισσας μια συναστρία άλλη
Κι άλλη ερμηνεύει
Και με τα μάτια κλείνει τον καημό
Δεν αγνοεί τ’ αμόλυντο
Βασίλισσα, τοξότρα,
Ναυαγισμένη, στα πικρά πικρούτσικα
Μαλλιά του θρίαμβου αψίδας,
Κατακαμμένη επιστροφή…

Η φίλη όσων αγάπησαν
Κι όσων δεν ζηλέψαν…
Αυτήνε δίνεις…
Που έφυγε μικρή κι ήρθε πίσω μικρότερη
Με πλοίο νορμανδικό
Και στέριωσε στη γη με τ’ όνομα της!

*Από τη συλλογή “Αρχιπέλαγος-Ερωτική Συναστρία (2017-2018)”.

Λαμπριάνα Οικονόμου, Βαθμός ελέγχου

Ο τόπος μου: ξερολιθιά και ήλιος.
Το βράδυ βγαίνει, ένα ασημένιο σαλάχι, φεγγάρι.

Οικογενειακή έξοδος: απλώνω άδεια κανάτια στο πεζούλι.
Το γηραιό ζεύγος στο απέναντι μπαλκόνι, η προίκα μου.

0 καλύτερος φίλος: εφ’ όπλου λόγχη, περίσσεια θάρρους,
σημαδεύω με σφεντόνα. Δεδομένου του ερέβους, αστοχώ.

Εκδρομή: χαρτόνι, σχήμα σύννεφου στον πάγκο της μπουγάδας.
Η μητέρα το άφησε να μουσκέψει τόσο, που το νερό άγγιξε το
ταβάνι. Κανείς δεν βγήκε ζωντανός.

Στο ιατρείο: μουσικά, κουτάλια, λουλουδιασμένα κάδρα
αναδίδουν φορμόλη. Το άφθαρτον της φύσεώς τους.

Το δωμάτιό μου: αποκοπή γης από ουρανό.
Στην επικόλληση, με ράμματα.

Εθνική γιορτή: δημόσια σύναξη, κενό σημείο επαφής.
Αποτραβιέμαι να εισπνεόσω οξυγόνο.
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Οι πινακίδες: συμπληρώνουν το αστικό τοπίο, αναγράφουν τσιτάτα
πάνω από ταμειακές μηχανές. Και «Προσοχή Σκύλος».

Καλοκαίρι: είναι τα απογεύματα θηλαστικά, άχυρο γεμισμένα.

Βόλτα στο δάσος: ο τόπος μου, ξερολιθιά και ήλιος.

*Από τη συλλογή “Αντίποινα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Κατερίνα Ζησάκη, καραμέλες και γράμματα

θα ‘θελα να μου στείλεις ένα γράμμα
ένα θα ’θελα και να μου στείλεις
απ’ αυτά που είναι γράμματα κι αρωματισμένα
και τα ’χουν αγγίξει η παλάμη σου
και τα δάχτυλά σου και μια μουντζούρα
από βιασύνη μέσα σε όλα αυτά που
θα έχεις θελήσει να μου πεις θα έχεις θελήσει
να διαλέξεις τις λέξεις όμως από βιασύνη
θα ’ρχονται στο νου και στο γράμμα όπως όπως
κάτω από τη μουντζούρα θα λέει κάτι
που σχεδόν θα είναι κάτι και σχεδόν
το μόνο που θα θελήσω να διαβάσω
ο ταχυδρόμος θα είναι ντυμένος επίσημα
θα χαμογελάσει πρώτη μοναδική φορά
γιατί τα γράμματά σου
είναι μουντζούρες κι ορνιθοσκαλίσματα
και τ’ αγαπώ και τ’ αγαπούν οι άνθρωποι
τα ορνιθοσκαλίσματά σου
γιατί οι άνθρωποι είναι απλοί οι περισσότεροι
προσηνείς κι αφελείς είναι οι άνθρωποι
κι η έννοια άνθρωπος γενικά
είναι μια απλή έννοια αν της αφαιρέσεις το χρήμα
ύστερα θα κεράσω τον ταχυδρόμο όλες τις καραμέλες
που κρατούσα φυλαγμένες για κείνη τη μέρα
κι όπως θα φεύγει αυτές θα πέφτουν όλες θα πέφτουν
από τις τσέπες του και θα τις παίρνουν
τα παιδιά και με ζαχαρωμένα δόντια
θα τρέχουν στις μανάδες τους οι μανάδες θ’ αγαλλιάζουν
κι έτσι χαρούμενες θα κάνουν έρωτα στους άντρες τους
μετά από καιρό και μετά από τόσο καιρό
ένα γράμμα που θα ’ναι ένα γράμμα σου
και είδες θα χαρεί η γειτονιά
να μου στείλεις

θα ’θελα να μου γράψεις να ξεχαστώ
τα ξεχνούν όλα οι άνθρωποι όταν διαβάζουν

*Από τη συλλογή “ιστορίες απ’ το Ονειροσφαγείο”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014.

Μαργαρίτα Μηλιώνη, τα χέρια

ο ποιητής δεν προχωράει
με ένα χέρι να τον κρατάει
χρειάζεται και τα δυο του
τα χέρια ελεύθερα
ότι με τα χέρια του
ψηλαφίζει ας το πούμε
το σώμα του σύμπαντος
χαιδεύει τις χαράδρες
κολυμπάει ύπτιον
όχι ,δεν πηγαίνει πουθενά
με τα χέρια δεμένα σε άλλα χέρια
μα ναι ξεκουράζεται που και πού
πάνω σε κορμιά κλαδιά
αλλά τα χέρια του τα θέλει ελεύθερα
να καθαρίζει την διαδρομή
ας πούμε
μέσα στην άθλια γαλλική ενδοχώρα
ενδιάμεσα που λες
κανει φυλακή για αλητεία
κάνει φυλακή για ληστεία
κάνει φυλακή για απόπειρα φόνου
διαπράττει το φόνο
σκοτώνει την γλωσσα
σκοτώνει τον λόγο
σκοτώνει την φλυαρία
σκοτώνει το συναίσθημα
χρειάζεται τα χέρια του ελεύθερα
να χειρίζεται εργαλεία,
αξίνες, μολύβια, μανταλάκια, τρακτέρια,
περίστροφα, ξίφη,
να ανοίγει με αυτά
τάφρους τάφους
πάνω στον νωπό χώμα
της λευκής σελίδας
να θάβει τα θύματά του
να θάβει τις λέξεις
και μαζί το τερατώδες
εγώ του
και να ελπίζει
πως πως πως
να ελπίζει πως
πως αχ ναι
να ελπίζει
πως μπορεί μια μέρα
να φυτρώσει καινούριο.

*Από τη σελίδα της Μαργαρίτας Μηλιώνη στο facebook.

Παύλος Δ. Πέζαρος, Δύο ποιήματα

Η κατάρα του Αδάμ

Για να μπορέσεις να σκεφτείς πρέπει να πράξεις.
Δεν ενθυμούμαι ποιος το είχε πρωτοπεί.
Μα η κατάρα του Αδάμ μας συντροφεύει
μες στη δουλειά μας,
στις μικρές μανίες μας.
Κόπος κι ιδρώτας
κόπος κι ιδρώτας
για όλη την υπόλοιπη ζωή μας.

Και πώς να ξαναβρούμε την κατανυξη
ορέξεων και επιθυμιών,
όλα προσφέρονται
με ακριβές αντίτιμο εννοείται.

Τα σκοτεινά κατάλοιπα του πάθους
στοιχειώνουνε τα όνειρα.
Και τα οράματά μας θρυμματίζονται,
συνθλίβονται καθημερνά από άηχες εικόνες
που αλλάζουνε σαν φύλλα τετραδίου
μπρος στις οθόνες συνεχούς ροής.

Θεσσαλονίκη, Οκτ.1989-Φεβ. 2001

***

Αποχαιρετισμός του χρόνου

Θυμήσου τον φίλο πριν πάει στα ξένα,
μετανάστης θα φύγει όπως ήρθε
να βρει άλλα χώματα πιο καρπερά.

Κάλεσέ τον στο σπίτι ένα βράδυ
να θυμηθείτε μαζί τα παλιά.
Τρυφερά να του πεις τα παράπονα:
«Άρχοντα χρόνε, σμιλευτή
φύσης νεκρής και ζωντανής,
σωμάτων κι ασωμάτων,
μας επαγίδεψες, θαρρώ, αριστοτεχνικά,
ή, έστω, αφεθήκαμε πες να παγιδευτούμε».

Να μην ξεχάσεις, όμως, να τον ευχαριστήσεις
γιατί σου φέρθηκε καλά.
Καιρός να πηγαίνει.

Ιαν.-Ιούνιος 2002

*Από τη συλλογή “Ο αχός κι ο βυθός”, Εκδόσεις Κέδρος, 2016.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, No 178 (εικόνες)

Έχεις
διάφορες σκέψεις στο βλέμμα,
έχεις τις
μορφές
από τους χρόνους
της
ψυχής σου,
σαν από χιλιάδες χρόνια του κόσμου,
απροσδιόριστα
θαύματα
και
πλημμυρίζεις,
από την ονειρική αθωότητα της συγκίνησης,
από τη σιωπή του ανέμου
στο φως,
από τα χρώματα,
όπως κυματίζουν από τη μεγαλοφυiα της φύσης.
Σου δiνεται η χαρά
της γης
στα αλωνισμένα εδάφη του χρόνου,
τρέχεις,
με τα φτερά της μυρωδιάς,
προς το πάθος
της συστάδας των δένδρων που έχουν
ζωγραφίσει
το πολύχρωμο χρώμα τους.
Φθάνεις,
συνεπαρμένος από τις πινελιές του ήλιου
στή χρωματική γυαλάδα
της λίμνης.
Υπάρχει για να ποιεί
έρωτες.
Και θέλεις να περπατήσεις ως άλλος
Χριστός,
γελάς,
νοιώθεις
και αυτό λέγεται αιωνιότητα,
η δικιά σου.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Δύο ποιήματα

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ

Συμφόρηση παρελθόντος παρόντος μέλλοντος
εικόνες μνήμης
βουβές ανταλλάξιμες
που μόλις σταθεροποιηθούν
με λέξεις σβήνονται.
Έγινα ένα κύμα αναμνήσεων.
Πάω και έρχομαι
νωχελικά
φουρτουνιασμένα.
Ταλανίζω ένα σφουγγάρι που βράχηκε από ιδεώδη.
Φούσκωσε.
Καταδόθηκε.
Στο απύθμενο της θάλασσας βρήκε θέση
δίπλα σε κουφάρια άλλων
αριστερών προγραμμάτων.

Το ψέμα δε βρίσκεται στην περιγραφή.
Αλλά στην αλήθεια των πραγμάτων.
Στον πυθμένα.
Όπου όλα γαλήνια είναι
όλα ιερά.

***

ΣΚΥΛΕΥΣΗ

Φυγόκεντρες τάσεις
μπόλιασαν DNA με αντιδραστικότητα και οργή.
Στηλίτευσαν την αδυναμία των προσφύγων
να επιλέξουν δρόμο διαφυγής.
Όμηροι ανεδαφικών περιορισμών
όμηροι μιας πολιτικής κάστας
υπόλογοι
είδαν τον «βαλκανικό διάδρομο»
να φράζεται ολοένα.

Η ασύδοτη οικονομία χωρίς ήθος
η σύμπραξη με στρατιωτικά καθεστώτα και θεοκρατικές μοναρχίες
κατάσχεσε τα πολύτιμα αγαθά των προσφύγων.
Ως ενέχυρο
της ύπαρξής τους.

Υπόδικοι σε σύνθετο πεδίο σύγκρουσης
με την Κυρώπη που πέταξε
την ανθρωπιά στη θάλασσα μετέτρεψε
δάνεια εφήμερης συμβίωσης σε αγώνα επιβίωσης
που σκυλεύει απερίσκεπτα
νεκρούς
επιζώντες.

*Από τη συλλογή “Αποκαΐδια ηθικής”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Nikolina Andova Shopova, Δύο ποιήματα

Ευλογημένο ό,τι δεν μπορούμε ν’ αγγίξουμε

Ευλογημένα τα μέρη κι οι αποστάσεις που ποτέ δεν θα πάμε
και το λεπτό απαλό νυχτικό που πεθαίνει στο μπαλκόνι αντίκρυ μας
Ευλογημένος ο θάνατος που θυμάται τις διευθύνσεις
όλων των ανεπίδοτων επιστολών
και οι θεοί που ποτέ δεν φθάνουμε
σαν τον ιστό στη γωνιά ανάμεσα στο κρεβάτι και τον τοίχο

Ευλογημένο το φεγγάρι σερβιρισμένο στον ουρανό
σαν πιάτο ενός από πάντα μοναχικού
κι ο ήλιος που μας θυμίζει
ότι κάποιος μπορεί να αγαπά από μακριά

Ευλογημένη η ελευθερία κι η αυταπάτη μας
ότι την αγγίξαμε
όπως αγγίζουμε τη ζωή μέσα από οθόνες και ράφια

Ευλογημένο το παρελθόν που πάνω μας κολλά
απολειφάδι από κραγιόν διάρκειας στο στόμα
και το μέλλον διάστικτο από κόκκινους λεκέδες
ανθεκτικούς ακόμη και στα πολυδιαφημισμένα απορρυπαντικά

Ευλογημένες οι θάλασσες
που δεν θα βουτήξουμε ποτέ
λόγω των προειδοποιητικών σημάνσεων και των περι ασφάλειας θεωρίων

Ευλογημένη η λεπτή κόμη της κόρης
που σχεδόν ανεπαίσθητα με άγγιξε
στην πολυκοσμία του λεωφορείου

***

Στο σώμα μου

Είμαι τουρίστας στο σώμα μου
και στα χέρια μου χάρτη δεν κρατώ

Κάποιος τυχαία περαστικός
θα μου δείξει τον δρομο για τα μουσεία
τα μεγαλα πάρκα, την πλατεία
τον ποταμό που στο όνομά μου κυλά

Στο μεταξύ
τον καφέ μου πίνω στο ήσυχο καφενείο
και εφημερίδες ξεφυλλίζω
σε μια γλώσσα που δεν θα μάθω ποτέ

Θυμάμαι, πάντα, όταν από ταξίδια επιστρέφω
ο ουρανός είναι λαμπρότερος, κι ο ήλιος πέφτει στους μαρμάρινους αγγέλους
και μόνον τότε παρατηρώ
στα χείλη τους το χαμογέλιο.

*Η Nikolina Andova Shopova γεννήθηκε to 1978 στα Σκόπια όπου και σπούδασε Φιλολογία. Δημοσίευσε τι; ποιητικες συλλογές “The entrance is on the other side” (2013) και “Connect the dots” (2014). To 2013 το πρώτο βιβλίο της τιμήθηκε με το βραβείο της UNESCO Bridges of Struga.

**Τα ποιήματα αυτά, σε μετάφραση Γιώργου Γιαννόπουλου, δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Ένεκεν”, τεύχος Απριλίου-Μαΐου-Ιουνίου 2017.