Μαχμούτ Νταρουίς, Θα έρθουν άλλοι βάρβαροι

Θα έρθουν άλλοι βάρβαροι.
Θα απαχθεί η γυναίκα του αυτοκράτορα.
Τύμπανα θα χτυπήσουν δυνατά.
Τύμπανα θα χτυπήσουν δυνατά κι άλογα θα καλπάσουν
πάνω από μια θάλασσα ανθρωπινά κορμιά
απ’ το Αιγαίο ως τα Δαρδανέλλια.
Κι εμάς γιατί να μας νοιάζει;
Τι σχέση έχουν οι γυναίκες μας με τις ιπποδρομίες;

Θα απαχθεί η γυναίκα του αυτοκράτορα.
Τύμπανα θα χτυπήσουν δυνατά.
και θα έρθουν άλλοι βάρβαροι.
Οι βάρβαροι θα καταλάβουν άδειες πόλεις,
θα εγκατασταθούν λίγο πιο πάνω από τη στάθμη της θάλασσας,
πιο δυνατά απ’ το σπαθί σε καιρό παραφροσύνης.
Κι εμάς γιατί να μας νοιάζει;
Τι σχέση έχουν τα δικά μας τα παιδιά με τα τέκνα του όχλου;

Τύμπανα θα χτυπήσουν δυνατά.
Και θα έρθουν άλλοι βάρβαροι.
Θα απαχθεί η γυναίκα του αυτοκράτορα από το σπιτικό του.
Από το σπιτικό του θα εξαπολύσει στρατιωτική επίθεση,
να ξαναφέρει τα ύψη στο κρεβάτι του.
Κι εμάς γιατί να μας νοιάζει;
Τι σχέση έχουν πενήντα χιλιάδες σοροί μ’ αυτόν
τον σύντομο γάμο;
Θα ξαναγεννηθεί ο Όμηρος μετά από μας;
Θα ανοίξουνε ποτέ τις πύλες τους οι μύθοι στους πολλούς;

ένα έτσι, Η ποίησή μου

Φωτογραφία: ένα έτσι

Η ποίησή μου είναι αυτό το κλειδί
που κρατάω μπροστά στα μάτια σας.
Δεν ξέρετε τι είναι αυτό που ανοίγει
ή αυτό που κλειδώνεται ξοπίσω του
ή αν πρόκειται, απλώς, για ένα αντικείμενο
χαμένο από κάθε προορισμό.
Είναι ένα κλειδί σαν όλα τα άλλα.
Σαν το κλειδί του σπιτιού σας
ή εκείνης της παλιάς σκονισμένης αποθήκης.
Κανείς δεν ξέρει αν και πότε
θα χρησιμεύσει σε κάτι.
Κι όμως είναι ένα κλειδί.
Αυτό από μόνο του είναι, ίσως, αρκετό
για να το κρατήσετε έστω και λίγο
στην παλάμη σας, κοιτώντας το
για μία ελάχιστη κοινή στιγμή
προτού ξεχαστεί μαζί με τα υπόλοιπα δάκρυα
στο βάθος του τελευταίου συρταριού.

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Βυτιοφόρα στο Σχιστό

Μια πόρνη αγκαλιάζει τα χαμένα της χρόνια.
Τα τρίδυμα “χαίρουν άκρας υγείας”.
Το τρύπιο παπούτσι του εργάτη έχει μεγαλύτερη αξία
απ’ το πορτοφόλι του κοιλαρά βιομήχανου.
Η Μαρία στο κρεβάτι έχει ιλαρά,
η Χαρά διαβάζει Ιστολογία.
Πολλά βυτιοφόρα στο Σχιστό,
το REO που ακολουθεί
φέρνει τα OFF στη Διοικητική Μέριμνα.
Μού αρέσει τ’ ωραίο όποιο και να ‘ναι,
λέει η Μαρίνα.
Ο Αλέκος δάγκωσε τη λαμαρίνα
με την Άννα.
Πολύ ακριβή στην αγορά η μπανάνα.
Ένα χαρτί λευκό η σκέψη του Αντώνη.
Η στέψη θα γίνει στις 6 παρά τέταρτο.
Η Αντιγόνη θυμώνει
και σπάει τον πήλινο κουμπαρά.
Η κουμπάρα του Λεωνίδα είναι τσαχπίνα.
Στην “Αλκυονίδα” έχει “εβδομάδα σοβιετικού κινηματογράφου”.

1997

*Από τη συλλογή “Ποιητική καταδίκη”, Εκδόσεις “Το Κοινόν των ωραίων τεχνών”/Μαΐστρος, 2025.

Percy Bysshe Shelley (4/8/1792 – 8/7/1822)

Όπως κάποιος που σε ασημένιο όραμα μετεωρίζεται
Υπακούοντας στην σαρωτική κίνηση των ανέμων των δυσωδών
Από τα υπέροχα σύννεφα επάνω, τόσο γρήγορα
Κατά μήκος των σκοτεινών και ταραγμένων νερών γοργοδιάβαινε
Η βάρκα.― Ένας ανεμοστρόβιλος την παράσερνε συνεχώς,
Με βίαιες ριπές και δύναμη επιταχυντική,
Μέσα από τους χιονισμένους σκοπέλους της θάλασσας της ερεθισμένης.
Τα κύματα υψώνονταν. Ολοένα και υψηλότερα
Οι άγριοι λαιμοί τους σφάδαζαν κάτω από της τρικυμίας το μαστίγιο
Όπως ερπετά που πασχίζουνε σαν τα αδράχνουνε τα όρνια.
Ήρεμος και χαρούμενος μέσα στον πόλεμο τον τρομακτικό
Των κυμάτων που συντρίβονταν μεταξύ τους και όπως χτυπούσαν
Έπεφταν, και την μαύρη πλημμύρα που ακολουθούσε του ανεμοστρόβιλου
Την σκοτεινή πορεία την καταστροφική, καθόταν:
Σάμπως οι διάνοιές τους να ευθύνονταν
Που ορίστηκαν για να τον οδηγήσουνε στο φως
Των ματιών των αγαπημένων, ο Ποιητής καθότανε
Κρατώντας το πηδάλιο σταθερό. Το βράδυ ήρθε,
Οι αχτίδες του ηλιοβασιλέματος κρεμούσανε τις ιριδωτές τους αποχρώσεις
Ψηλά ανάμεσα στους ασταθείς από σταγόνες θόλους
Που περιέβαλαν το μονοπάτι του στα ανοιχτά˙
Το λυκόφως, ανεβαίνοντας αργά από την ανατολή,
Συνέπλεκε τις πλεξούδες του σε σκοτεινότερα στεφάνια
Επάνω από την ξάστερη πρόσοψη και τα ακτινοβόλα μάτια της ημέρας˙
Η νύχτα ακολούθησε, ενδεδυμένη αστέρια. Σε κάθε πλευρά,
Ακόμα τρομακτικότερα τα πολυάριθμα ρέματα
Της φουσκοθαλασσιάς, σε πόλεμο αμοιβαίο,
Εφόρμησαν με μαύρη αναταραχή όλο κεραυνούς, σαν για να περιγελάσουν
Τον γαλήνιο ουρανό, τον διάστικτο. Η μικρή βάρκα
Ακόμα πήγαινε μπροστά στην καταιγίδα˙ ακόμα πήγαινε, όπως ο αφρός
Καθοδικά στον απόκρημνο καταρράκτη παγερού ποταμού˙
Πότε σταματώντας στο χείλος του κύματος του σπαραγμένου˙
Πότε φεύγοντας μακριά πίσω από τον εκρηγνυόμενο σωρό
Που έπεφτε, τον ωκεανό συνταράσσοντας. Με ασφάλεια πήγαινε―
Λες και εκείνη η εύθραυστη και χαραμισμένη ανθρώπινη μορφή,
Θεός των στοιχείων.

Percy Bysshe Shelley, από το βιβλίο “Περί ζωής: Διακήρυξη Δικαιωμάτων / Αλάστωρ ή Το Πνεύμα της Μοναξιάς”, μτφρ. Γ. Μπλάνας & Χ. Αγγελακόπουλος, εκδ. Bibliotheque, 2020.

Nicanor Parra, Διακήρυξη (απόσπασμα)

Κυρίες και κύριοι
Αυτή είναι η τελευταία λέξη μας
-Η πρώτη και τελευταία λέξη μας-
Οι ποιητές κατεβήκανε απ’ τον Όλυμπο.

Για τους παλιότερους
Η ποίηση ήταν ένα είδος πολυτέλειας
Για μας ωστόσο
Πρώτης ανάγκης είδος είναι:
Αδύνατο χωρίς αυτή να ζήσουμε.

Σ’ αντίθεση με τους παλιότερους
-Κι αυτό το λέω μ’ όλο το σέβας-
Εμείς υποστηρίζουμε
Ότι ο ποιητής δεν είναι αλχημιστής
Ο ποιητής είν’ ένας άνθρωπος κι αυτός
Ένας χτίστης πού χτίζει τον τοίχο του:
Ένας κατασκευαστής θυρών και παραθύρων.

Εμείς κουβεντιάζουμε
σε γλώσσα καθημερινή
Σύμβολα καβαλιστικά δεν θέλουμε.

Κι ακόμη κάτι:
Ο ποιητής είναι εδώ
Για να μη γενεί στραβό το δέντρο.

Αυτό είναι το μήνυμά μας.
Καταγγέλλουμε τον ποιητή δημιουργό
Τον Ποιητή Κελεπούρι
Τον ποιητή χαρτοπόντικα. [ . . .]

Στέλιος Ροΐδης, Τα δάχτυλα στη λίμνη

Μπροστά από την πύλη της ομορφιάς υπάρχει ένας
ρακοσυλλέκτης και ένας ανάπηρος
όσο πλησιάζεις σου ζητάνε να θυμηθείς
και δεν μπορείς να βρεις τι
μια γυναίκα τρέχει να πάρει γάλα και ξαναμπαίνει μέσα
ω δεν ήμουνα εγώ αυτός, ποια είσαι εσύ
ο ταξιτζής που σταματάει
μια ερώτηση θα κάνει και θα έχει πει την ιστορία της ζωής σου
σταμάτα κάπου, διόρθωσε την διαδρομή
κάποιος βάζει τα δάχτυλά του στην λίμνη
και τα ψάχνει μετά για μια τουλάχιστον εποχή
όταν βρέχει προσπαθεί να τελειώσει εκείνο το γράμμα
τριάντα χρόνια μετά, παίρνει μια μονολεκτική απάντηση
συνεχίζει να προσπαθεί να γράφει
πρέπει να αλλάξω σκέφτεται λίγο την διατύπωση
η βροχή που ξαναρχίζει, τον κάνει να ελπίζει πάλι
έτσι ευχάριστα περνάει ο καιρός,
σταμάτα κάπου, άναψε τσιγάρο, διόρθωσε ότι μπορείς,
φύγε για λίγο, φύγε για πολύ, γύρνα, μείνε πολύ,
κοίτα έξω,
κοίτα την βροχή, μην γράφεις.

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, Από “Του Λιναριού τα πάθη”

Ράψιμο

Με σκουριασμένα βελόνια με στομωμένα ψαλίδια κόβω και ράβω. Η δαχτυλήθρα μου τρύπησε, τρυπιέμαι κι εγώ. Κι οι καρφίτσες μου χαίρονται τα γηρατειά του μαγνήτη. Κόβω και ράβω παρ’ όλ’ αυτά, κόβω και ράβω, να φτιάξω ρούχο να ντυθώ. Γιατί θα ’ρθουνε μέρες κακές και χειρότερες νύχτες, που τα ψαλίδια ολάνοιχτα θα ξαγρυπνούν στα τραπέζια. Θα κλείσουν για πάντα τα μάτια των βελονιών, να μην περνάει πια κλωστή. Στο βαθύ σκοτάδι πίσω απ’ τον μπουφέ, στον αγύριστο, θα ’χει πάει η δαχτυλήθρα μου. Αστραφτερές οι καρφίτσες θα ξεσηκώνονται. Κι ο μαγνήτης μου θα ’χει πεθάνει.

*

Η σβούρα

Μέσα στα δώρα που της φέραν στη γιορτή της, βρήκε μια σβούρα σκοτεινή που δε γυρνούσε. Ώρες την έριχνε πια στο χαλί. Κι έμενε η σβούρα σα νεκρή, σκοτεινιάζοντας γύρω την κάμαρη. Έξω στη λιακαδίτσα, στ’ ωραίο χωματάκι, μόλις που έπαιρνε μισή στροφή και ξανασταματούσε. Και η αυλίτσα έπεφτε μονομιάς στη σκιά.

Τι σβούρα ήταν αυτή; Ποιος της την είχε χαρίσει; Η μαμά της δεν ήξερε να της πει. Μακάρι να ’ξερε, της έλεγε, να του τα ψάλλει. Τις ξαδελφούλες της πια ξεμονάχιαζε, τις συμμαθήτριές της. Και τι μας πέρασες, μωρέ σαχλή; της κάκιωναν εκείνες. Μια παλιοσβούρα, και χαλασμένη, θα σου φέρναμε εμείς στη γιορτή σου;

Μόνη της έπρεπε να βρει την άκρη. Το σχολείο της ήτανε μέσα στα πεύκα. Κάτω απ’ τα πεύκα στεκόταν στο διάλειμμα, με τη σβούρα αγκαλιά, και κοίταζε πέρα.

Κάποια φορά, όταν χτύπησε πια το κουδούνι, κι όλα τα κοριτσάκια χαθήκαν στις τάξεις, αυτή στεκόταν ακόμα εκεί. Συλλογισμένη πήρε να περπατάει. Σε λίγο δεν έβλεπε πια το σχολείο, το σπίτι της, βρέθηκε πολύ πιο μακριά, κι αργότερα κρύφτηκε πίσω της το τελευταίο σπιτάκι, ενώ το δάσος, ατέλειωτο, συνεχιζόταν.

Τότε είδε μπροστά της έναν τεράστιο πύργο. Σκοτεινός και παράξενος υψωνόταν στα σύννεφα, κι είχε την πόρτα του ανοιχτή και την καλούσε.

Χώθηκε μέσα, δισταχτική. Μια σκάλα στενή διακρινόταν στο βάθος. Πού να οδηγούσε; Όσο κι αν κοίταζε ψηλά δεν μπορούσε να δει, γιατί εχτός που ήταν γύρω σκοτάδι, η σκάλα φαινόταν να χάνεται στα ύψη. Περπατώντας δειλά προς τα εκεί, χάιδευε τη σβούρα της ηλεκτρισμένη. Κάτι σα λάμψη πήρε να την τριγυρνά. Έκατσε χάμω, στο πρώτο σκαλάκι, κι ήσυχα ήσυχα, προσεκτικά, χωρίς καθόλου να στρίβει τα δάχτυλά της, άφησε πλάι της, με τη μύτη, τη σβούρα.

Που πήρε όμορφα στριφογυρίζοντας ν’ ανεβαίνει, μέσα σε σπίθες χρυσαφιές χρωματιστές σκαλί σκαλί, με κινήσεις χορεύτριας, με στροβίλους καθώς πάει τ’ αδράχτι.


*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993. («Του Λιναριού τα πάθη» πρώτη έκδοση: Άγρα, 1986)
**Εμείς τα αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2016/04/blog-post_12.html

Ελίνα Αφεντάκη, Δύο ποιήματα

Αγνοούμενος

Ο πατέρας μου
ένα κανάτι κόκκινο
ψημμένο από ήλιο και κάματο.
Ένα καΐκι αραγμένο σε μπαλκόνι
αντίκρυ στη θάλασσα
Πού και πού, σκόρπιες κουβέντες
Ένας φίλος που πνίγηκε στον Ινδικό
Μια Σερραία που του ‘κλεψε την καρδιά
Κάθε που μιλάει για τα παλιά
φουντώνουν γαλάζια έλκη στο σώμα του.
Τον αφήνω έτσι να νοσεί, του κάνει καλό
Έπιασε ψύχρα πατέρα,
γυρίζω να πω
Μα εκείνος λείπει.
Στην κινούμενη άμμο της λήθης
ξανά αγνοούμενος
Του ρίχνω μια ζακέτα στην πλάτη

*

Η επιστολή

Αγαπητέ φίλε,
Εκείνη την ομπρέλα που σου δάνεισα
παρακαλώ να την επιστρέψεις.
Τη χρειάζομαι
να τρυπάω τις αερολογίες των φαύλων
μα και των νουνεχών
να σκουντάω όσους λαγοκοιμούνται στα παγκάκια
και ονειρεύονται σωτήρες
να αποκρούω τα σάλια των κολάκων,
τους φανφαρόνους και τους προφέσορες.
Κι όταν το μένος μου για τούτο το καταραμένο
κοπάδι ξεθυμάνει
με δυνατό βοριά και την ομπρέλα μου ανοιχτή
θα αναληφθώ.
Όχι σαν κάποιος θεόπνευστος,
μα σαν κάποιος πολύ κουρασμένος

*Από τη συλλογή “από αλάτι”, Εκδόσεις Θίνες.

Κατερίνα Φλωρά, Συγκυρία

Στης ακρούλας την εύθραυστη καμπή
φτάνουμε στου χρόνου αιωρούμενη πυξίδα
Αέναη κυκλικά γύρω από του εαυτό της μας αγγίζει φευγαλέα
μα πάλι γυρισμένη είχες την πλάτη σου

Σε ό,τι τυλίγει τις σκόρπιες εικόνες
με ένα αόρατο νήμα
και δίνει σχήμα στην χαώδη σου μορφή
που άσκοπα περιφέρεται

Σε ό,τι περνά μα διασπείρεται
στης συγκυρίας την άτεγκτη μοίρα
που- παρά τα λεγόμενα- ίσως προσπεράσει και αργά δεις τα ίχνη
πεταμένο μαντήλι στην άκρη του άδειου βροχερού δρόμου

Αγγελική Σιδηρά, Ποίημα λιτό

Τρίτη, σχεδόν ξημέρωμα,
και στην απέραντη ακτή
σημάδι μελανό, προκλητικό,
μόνο το μπλε σακίδιο
να περιμένει.
Μέσα ο χρόνος καιροφυλακτούσε
στο παλιό ρολόι,
που οι δείχτες του δεν ξέραν πώς
να σταματήσουν στις οκτώ και πέντε.
Μια καθαρή τσατσάρα
τυλιγμένη προσεκτικά
σ’ ένα φτηνό χαρτί,
μία τυρόπιτα, λίγο νερό μεταλλικό,
δέκα ευρώ,
σε μια ζελατίνα η ταυτότητα,
να σε αναγνωρίσουνε αμέσως.
Λιτό περιεχόμενο,
ένας μικρόκοσμος λιτός,
λιτή ζωή.
Κι εκείνο εκεί το χτένι
να μην μπορεί με τίποτα
τον κόμπο που ’χω στον λαιμό μου
να ξεμπλέξει.