Σε βάρκα δεδομένων
χωρίς κουπί
δίχως πανί
και ο χρόνος
φευγάτος
Σκοτεινιά του μυαλού
βαραίνουν
τα άστρα
άφωνο δάκρυ
κυλά
Σε σπασμένες
χορδές
οι ρίζες των ματιών
ξεσκίζουν
τον πόθο.
***
Φωτογραφία
Νόμιζες πως θα παγίδευες
τον χρόνο
Έτσι πως απλά
θα πάγωνες την στιγμή
Πίστεψες πως θα χαμογέλαγες
σαν τότε
μα εσύ κρατάς
ένα χρωματιστό χαρτί
στα χέρια σήμερα
για να σου θυμίσει πως
υπήρξε και
το χτες!
*Από τη συλλογή “Στροβιλισμοί της Αστάρτης”, Αθήνα 2018.
Ανατολές σε δεύτερη σελήνη.
Το έδαφος αναφύει φωτιά
ο ήλιος την καθρεπτίζει πίσω.
Βελανιδιές -καρφωμένοι δορυφόροι
κόντρα στον ήλιο
σε συγκλίνουσα ακολουθία.
Σπίτι μου το δάσος.
Τα ερίφια θρέφονται από την ύλη
εγώ απ’ τη μαγεία του.
Πρωινά στραφύλια
βραδινά βιολιά.
Φεγγάρια πλήρη
λουστράρουν τους αμμόλοφους.
Χοροί σε κύκλο ατέρμονα.
Κυκλικό μονοπάτι
ως τη γη
που δε βιάζεται να σβουρίζεται.
Από κείνες τις γαίες.
Συγκρατούν την ελευθερία
σ’ ένα τόπο
σε στιγμές χρόνιας γαλήνης.
Οι μέρες μου στη Νίσυρο.
Πλήρεις.
***
Το λουτρό
Απειροσύνη επιλογών.
Μάζες άγνωρες
ελεύθερες περιγραμμάτων
βιάζονται να τις χωρέσουν.
Θυμήσου,
Στο θερμό λουτρό που τότε απολάμβανες
αγκαθωτά μπικουτί τρυπούσαν το μικρό σου
κεφάλι.
κατόπιν μαλλιά σπείρες περιστρέφονταν ως
τη ρηχή σου κλείδα.
Κι εσύ τα τράβαγες για να μακρύνουν.
Τα περισσότερα κορίτσα τα είχαν μακριά.
Λουτρό λάτρας;
Λουτρό ιδιόμορφης λατρείας;
Απειροσύνη επιλογών.
Υστερόγραφο.
να θυμάσαι
μικρά σετ τσαγιού
σερβίρουν επιτηδευμένα κόκκινα στόματα.
Μικρές σιδερώστρες
αποστειρώνουν μακριά γάντια
φορεμένα για σαγήνη.
Μικρά ρούχα
ντύνουν μεγάλα στερεότυπα.
τη νύχτα εκείνη διασθάνθηκα τα γεγονότα
να πλησιάζουν
αφού ο καιρός είχε αλλάξει δραματικά
η βροχή πύκνωνε τα φώτα λιγόστευαν οι μέρες
ήταν πένθιμες και αργές
και τα όνειρα μου μιλούσαν όλο και πιο ανάγλυφα
***
ρήμα που ανοίγεται η ζωή και πώς τα έργα υπάρχουν
όπως οι οπτασίες – όλα συμβαίνουν
σε μια διαρκή αναχώρηση
όταν λυνόμαστε απ΄ τα δυό μάτια
κι απ’ την κρυφή της σκέψης πολιορκία.
*Από τη συλλογή ¨Κωμωδία”, εκδόσεις Το ΡοΔΑΚΙΟ, Δεκέμβρης 1998.
Καταμεσής του Θεού
(υπάρχω, δεν υπάρχω)
περιμένει κι ο μπόγιας
να μαζέψει τα πτώματα
τα υπόλοιπα στο εφετείο
Αν δικαιωθώ έχει καλώς
αν όχι, σας υπόσχομαι
να μην ξαναενοχλήσω
το αξιότιμο ακροατήριο
Επί τη ευκαιρία να συστηθώ:
δε γνωρίζω τ’ όνομά μου
έχω δυο παιδιά στην κοιλιά
και μια γάτα στο κρεβάτι
κατά τα λοιπά βρέχει πολύ
κι έγινε μούσκεμα το ποίημα
ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ
Το έμαθες το τροπάριο
να κόβεις φέτες τη μέρα
γιατί το παν δεν είναι
η κολλητή σου μπλούζα
ή το ξυρισμένο κεφάλι
μα η άδεια σου κοιλιά
η πείνα δε σβήνεται
με τα οκτάωρα ύπνου
δε μασιέται ο ουρανός
Και επιπλέον οι κάδοι
μούσκεμα απ’ τη βροχή
άλλη μια νύχτα ασιτία
δόντια που ακονίζονται
στο σφύριγμα τ’ ανέμου
Λοιπόν τέρμα τα αστεία
δε βγαίνεις απ’ το ποίημα
αν δε σου κάνω το τραπέζι
ΓΙΑ ΠΛΑΚΑ ΓΡΑΦΩ
Έστω κι έτσι ακόμη ζω
και μετά η κατεδάφιση
σ’ έναν κόσμο αδέσποτο
γυρνώντας σαν τα σκυλιά
Προφανώς και ηττήθηκα
χωρίς κανένα προσχέδιο
ή έστω μιαν ανεμόσκαλα
Δεν παραδίνομαι εύκολα
νομίζω πως το κατάλαβες
έτσι πεισμωμένος βγαίνω
κατά τις δώδεκα στην πόλη
ξεκολλάω τα ενοικιαστήρια
από την οδό Αναπαύσεως
κι αργεί πολύ να ξημερώσει
Τι διάολο Ποίηση γράφω
κι ούτε ένας αναγνώστης
να μου θυμίσει ότι δε ζω;
Οι φρονούντες με τα μπρούτζινα αξιώματα
νηστεύουν την παρηγοριά σε πορφυρές νύχτες
και σαν αγρίμια ξεχύνονται
στης ανατολής το χάραμα, στο Χαρπούτ.
Παραφράζουν ατέρμονα τους θρήνους
που επιβάλλει ο όχλος
και πλημμυρίζουν τον θίασο με κενό.
Χαράζουν μυσταγωγικά στα κορμιά τους
τις διαδρομές των συμφιλιωμένων
με την αιώνια απουσία
και καταγγέλλουν τα αδιέξοδά μας.
Ύστερα στο περιθώριο, γέρνουν ευλαβικά
συνθλίβοντας με παράσημα την ψυχή μου.
***
Επισκέπτης
Χλιαρά όνερα, χλιαροί εαυτοί
για μια ζωή προς την ανυπαρξία,
με χορηγούς και καμάρι.
Εικόνες, συλούν παραστάσεις και καμώματα,
ασύγχρονοι κούκοι κηδεμόνες
ποντάρουν κάθε φορά στο ραντεβού με την τύχη τους
και συνεχίζουν στο κρίμα του ενός
να τραγουδάνε ψαλμωδίες.
*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, Έκδοση Παλινωδίαιαι, Αθήνα 2018.
Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε
Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει
Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε
Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά
εκείνος προώθησε έναν ποιητή
πιο πέρα από εκείνον δεν πήγε ήταν
ποιητής και ήξερε, ότι ήταν ποιητής -τον
ήξεραν οι ποιητές και όλοι οι άλλοι
και δεν μπορούσε να μην είναι ποιητής
από εκείνο τον ποιητή πιο περα δεν πήγε -δεν
υπάρχει πια,
αλλά όλοι τον ξέρουν -να ‘χει άραγε
καιρό που βαρέθηκε;
έγραφε όσο δεν τα ήξερε όλα;
για τους ποιητές, και μετά τα ήξερε
όλα για όλα -και σταμάτησε- τον
ξέχασαν όλοι; όμως τον ήξεραν…
*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”. Μετάφραση: Σωτήρης Σουλιώτης, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνης 2015.
Μιλάς για πόλεμο
με ύφος πολεμιστή
λες για μάχες ένδοξες
για κατακτήσεις
για τις χαμένες πατρίδες
πως πρέπει να ελευθερώσουμε
ήσουν καταδρομέας στο στρατό
εν καιρώ ειρήνης, άκαπνος
δεν ξέρεις τι είναι πόλεμος
αφήνει πίσω του νεκρούς
ανάπηρους, καταστροφές
άστο καλύτερα
δεν είναι για παληκαράκια
σαν κι εσένα
που θέλουν να γεμίσουν
την άδεια ζωή τους
κοίτα γύρω σου
η χώρα μας στενάζει
από ξένους επικυρίαρχους
και ντόπιους πρόθυμους
άσε τις μεγάλες ιδέες
και σύνελθε
όσο είναι ακόμα καιρός.