Ανδρέας Ελ Σαέρ, Δύο ποιήματα

Προπαγάνδα

Τα μπλουζ της εργατικής ελίτ
και τα ζεϊμπέκικα στη φέξη,
ο κούκος στα σαλόνια
και τα reggae πάρτυ,
οι κόλακες στη Σταδίου
και τα χασίσια στο λαό,
οι λούστροι με τις βούρτσες τους
και τα κακέκτυπα βραβεία στα σχολεία της αποχής,
οι δούρειοι ίπποι,
τα τιμαλφή και μια σκελίδα σκόρδο για ένα δηνάριο,
και έχεις ό,τι θες.

***

Συναρμολόγηση

Υπομένεις την ύπαρξή σου διαλεκτικά.
Ταραντέλες και λικέρ βερίκοκο,
ιαχή στο σούρουπο ως ψεύτικο σινιάλο.
Γράφεις συνθήματα και αποδομείς
γνώμες, καταθέσεις πάνω σε λαδόκολλα.
Λογοτεχνικό σφαγείο στην ερημιά
τα δάκρυα των τυφλών που φωτίζουν τους φταίχτες,
τα θέλω του τρελού της γειτονιάς,
του ελάχιστου εαυτού.
Γολγοθάς χιλίων χριστιανών
τα αρώματα της πλάνης,
τα δηλητηριασμένα σουαρέ
Γράσα κάτω από τα νύχια και ιδιοκατασκευή.
Ντουέτα και ασημένιες κασετίνες.
Βερνίκι και άσπρο νήμα να πνίγει τις αλήθειες,
σε λιμάνι δεμένο με καραβόπανα το σκυλί,
λάμπες πολύχρωμες παρουσιάζουν τους κυματοθραύστες,
το ξερό κεφάλι του Μιχάλη
και οι φούντες που εκλάπησαν,
φουσκωμένα μπαλόνια
και άδεια κρασοπότηρα.
Ύστερα η περιπλάνηση.
Ο κουτσός των υπογείων να δημιουργεί σύμπαντα και εντυπώσεις,
για το τέλος ένα σεντούκι γεμάτο ευχές γα τους πολεμιστές
και ένα σκασμό τσιφτετέλια.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, έκδοση Παλινωδίαι, 2018.

Michel Menache, Δύο ποιήματα

0 χορευτής στα χαλάσματα

Χορεύεις ή πεθαίνεις
Ahmad Joudeh

Θα πρέπει το χάος να φέρουμε εντός
για να γεννήσουμε το άστρο που χορεύει

Friedrich Nietzsche

Με τον φόβο στα σωθικά
και το κεφάλι ψηλά
ορθώνεται στο στρατόπεδο της Γιαρμούκ
στοχάζεται τη ρημαγμένη Δαμασκό
πέτρες που αιμορραγούν
και το σκυρόδεμα να καταρρέει
και τη βαρύτητα προκαλεί
και τις βόμβες
και τους ελεύθερους σκοπευτές
πρηνηδόν στο σκοτάδι
αγνοεί

Η Χομς αγωνιά
και το Χαλέπι μήνες
τη μανία των τρελών του Θεού υπομένει
τη λύσσα των μισθοφόρων και των αεροπλάνων
του Αλ Ασάντ
Στην Παλμύρα ο χορευτής στα χαλάσματα
τις πέτρες ξυπνά
ζωντανεύει
τον Τιβέριο
να δούμε
αφήνει το όνειρο του Αδριανού
ριγούν της Ζηνοβίας τα κοσμήματα
της αστραποβόλας σφετερίστριας
των αιώνων είναι η δόξα
το θάρρος των κατασκευαστών
ανορθώνει τους ναούς
σε τέσσερα βήματα
και το κορμί του το μέλλον σχεδιάζει
με τέσσερις πήδους
στον χώρο του θανάτου
οι μυώνες του είναι οι στήλες
κι οι ώμοι του κιονόκρανα

Απλώνεται, κι άλλο ορθώνεται
μ’ ένα πήδο τις προκλήσεις της Ιστορίας αποκαλύπτει

Ελπίδα στα όρια της χαράς
γυρίζει την πλάτη στην κοιλάδα
των τάφων είναι η χάρις και η ζωή
τα παιδιάτικά μας χρόνια
στη γη που ο θάνατος βίασε

Η Συρία στην καρδιά του χορευτή στα χαλάσματα
χορογραφία της ειρήνης
πορεύεται στο φως
ανοίγοντας πλήρως και ανεπαίσθητα τα βήματά του

Κάθε μετέωρη ανάσα
τον χαμένο κόσμο ξαναφτιάχνει
άδει ξανά το χάος που καπνίζει
στα χαλάσματα
Ο χορευτής στα χαλάσματα
αέρινος ισορροπιστής
στου χρόνου το σχοινί
ατελεύτητη γραμμή διανομής
του αίματος και της στάχτης…

***

Φαντάσματα του Τζιακομέτι

Η διάβρωση του αιώνα
σκάλισε το πρόσωπό του
με τα μπουρίνια
της βαρβαρότητας

Ο άνθρωπος που βαδίζει
δεν υποχώρησε
στους παράφρονες νεκροθάφτες του φωτός
αλλά η μορφή του
άπλωσε
με όλη τη σφοδρότητα
σαν το κόκκαλο
κάτω από το δέρας
της θλίψης
απ’ την πείνα
σπαραγμένο

Τον σκελετό ο Τζιακομέτι
στον άνθρωπο
ψάχνει
βλέπει εντός
αντικρίζει τον εαυτό του
στη δοκιμασία της ύπαρξης
αντίσταση των μυώνων
σε τροχιά γύρω από το μάτι
Όλο αυτό που το ψαλίδι
του καλλιτέχνη αποσπά
από την ύλη
είναι τα κύτταρα
οι νευρώνες
που στον χρόνο
το κορμί αλαφρύνει

Η ηλικία προσμετράιαι
μ’ ό,τι λείπει
μόνον η εμπειρία
παραμένει
θυσία
στις σάρκες

Ο άνθρωπος που βαδίζει
βήμα το βήμα σκάβει
τον μέσα του τάφο
με τη μανία
που τα ρίγη
κάτω απ’ το
δέρμα χαράζουν

II

Ένα σκυλί του τέλους του κόσμου
ένα σκυλί της αποκάλυψης
ένα σκυλί που βαδίζει ίσα μπροστά
μετά την εκατόμβη
ένα σκελετωμένο σκυλί
άδειο απ’ τη λύσσα του
μια σκυλίσια δυστυχία
χαμένη στο μηδέν
των ίσκιων
που άλλοτε
αποκαλούσαμε
οι άνθρωποι…

*Από το περιοδικό “Ένεκεν”.

Στάθης Ιντζές, από το Gadium

Τo σχέδιο πόλεως της Μιλήτου, που έμοιαζε με σχάρα.
έγινε το βασικό σχέδιο για τις Ρωμαϊκές πόλεις.

Στον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Καισαρα και τον Πομπήιο.
ο Κικέρωνας πήγε με το μέρος του Πομπήιου.
Όμως ο Καίσαρας αφού νίκησε, του έδωσε αμνηστία.

(Κικέρωνος 1ος και 2ος κατά Κατιλίνα λόγοι.
μετάφραση: Ευστράτιος Τσουρέας)

Η Μίλητος που πλούτισε
εις βάρος της Λυδίας,
στην Κόρινθο που χτίσανε
τα τείχη
τ’ α π ρ ο σ π έ λ α σ τ α
κι οι μισακάρηδες
ελεύθεροι do joure
μα και de facto δούλοι.

Ο δεξιός τοίχος δεν τελείωνε,
κι ο αριστερός δεν έμοιαζε
με π α ρ α σ τ ά δ α.
Και το καθήκον να σφυρηλατείς
δύο σελίδες σαχλαμάρες
την ημέρα…
και να ’χεις τον Σκαύρο πρόθυμο
στα λόγια των Ισαύρων.
την ομοσκηνία στη Fidena για μήνες,
τα φίδια ίσα με τις λόγχες,
και το διάταγμα —ανήμερα Λουπερκαλίων—
ben veggio
or si come al popol tutto?

Κι αυτός ο Καίσαρας!
δεν του καίγεται καρφί
για των Γετών τις πανουργίες
και τα καμώματα των ισοπολιτών
δεν τον απασχολούν διόλου.
«Με βία και βρισιές
δε γίνεται επανάσταση…»
«…τους κυβευτές!
τους κυβευτές
να πάρετε από μπροστά μου»
διέταξε.
«Εκείνος ο Ελβίδιος κι η ευμένεια του υπάρχου»,
είπα με τρεμμάμενη φωνή.
«Καταραμένε Σύρα! Εσύ,
και το κρασί που μου ‘φερες».
«Οι οινοχόοι αφέντη μου
χειροκροτούσαν με τις γλώσσες».

Τι κι αν ο Πούλχερ
τα ’ψελνε στους ύπατους;
τι κι αν δεν εφαρμόζονταν
οι νόμοι του Πορκίου;
Η σύγκλητος χωλαίνει
και οι dcsignato
είναι προ των π υ λ ώ ν.

*Στάθης Ιντζές “Gadium”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Γρηγόρης Σακαλής, Με το φως του Ήλιου

Στα ποτάμια του Ήλιου
έλιωσε
ένας έρωτας που γεννήθηκε
στο φως του φεγγαριού
μεσάνυχτα δόθηκε
το πρώτο φιλί
η νύχτα ήταν ατέλειωτη
γεμάτη αριθμούς της αγάπης
και τα σώματα ξεψύχησαν
στον τιτάνιο αγώνα
να κατακτήσει ο ένας τον άλλο
έρωτα πανίσχυρε, εξολοθρευτή
πως χάθηκες στο φως της μέρας
κι έλιωσες στα ποτάμια του Ήλιου
εσύ που φάνταζες αιώνιος
μέσα στα σκοτάδια της νύχτας.

Λουκάς Λιάκος, Τέσσερα ποιήματα

Κρυφτό

Ένα δύο, τρία
μετρώ τα βήματα που τρέχω
ένα, δύο, τρία
στο μέτρημα κλέβω σπαθί
γελώ
με βλέπω παιδί σωβρακάκι
φτου!
και με ξελεφτερώνω

***

Το μυστικό

Έχω ένα μυστικό,
θαμμένο βαθιά, φυλαγμένο χρυσάφι.
Έχω ένα μυστικό, το δικαιούμαι
κρυμμένο απ’ το Θεό και τους ανθρώπους.
Έχω ένα μυστικό,
μη μ’ αγαπήσεις
αυτό έχω να σου πω.

***

Υπάρχεις

Κι εσύ πάντα εμφανίζεσαι
ακανόνιστα εξωπραγματικά σαν σήμα ομίχλης
αν και τα χρόνια που μας μένουν δεν είναι πολλά
αναπνέεις μαζί μου και ‘γω σε έχω ανάγκη. Δυο μάτια!

***

Κόρη του χαμού

Μου χαμογελάς
νιώθω τη μανία του κορμιού σου
να με πνίγει
ότι μου πετάς,
ένα γδαρμένο φιλί
μια ψυχή,
γδαρμένη.
Ξέρω ποιον αγαπάς
εμένα με μισείς
μισείς και τα παιδιά μας
κόρη του χαμού,
της κακιάς γιορτής
ξέρω για πού το ‘βαλες
για πού θέλεις να πας
όπου σε κλαίνε τα σκυλιά
και δε πατούν οι ξένοι.

*Από τη συλλογή “Στο Δεύτερο Κόσμο η Μοίρα”.

**Το τραγούδι των “Χωρίς Περιδέραιο” μπαίνει στη μνήμη της ψυχής του συγκροτήματος Νίκου Αγγελή, που μας άφησε.

Antonio Machado, Δύο ποιήματα

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΛΟΓΙΣΜΕΝΕΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ…

Η πλατεία και οι φλογισμένες πορτοκαλιές
με τους στρογγυλούς και χαρωπούς καρπούς τους.
Φασαρία μικρών σχολιαροπαίδιων
που όταν βγαίνουν ακατάστατα απ’ την τάξη
πλημμυρίζουν τον αέρα της σκιερής πλατείας
με την οχλοβοή από τις νέες φωνές τους.
Μια παιδική χαρά στα σταυροδρόμια
των νεκρών πολιτειών!…
Και κάτι απ’ το δικό μας χτες, κάτι που ακόμα
βλέπουμε να πλανιέται στα παλιά δρομάκια!

***

ΠΕΣ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗ…

Πες μου, ευχάριστη αυταπάτη,
πού άφησες τη δίδυμη αδελφή σου
με τα στραφταλιστά της μάτια
θρυμματισμένου ήλιου σε παγωμένη γούρνα;
Ήτανε πιο ξανθή κι απ’ το ξανθό λινάρι,
ήτανε πιο λευκή κι απ’ τα ολόασπρα ρόδα.
Ένα θερμό πρωινό χαμογελούσε στη χιονισμένη σάρκα της
μειλίχια στα απαλά φιλιά.
Πιανίσιμο από μακρινές κιθάρες,
θλιμμένο σαν το στεναγμό του δάσους
όταν στο κρύο απόγεμα περνάει ο άνεμος,
είχε η φωνή της. Και φως ανθού και σκιάς
χρυσής στραφτάλιζε στα ντροπαλά της φρύδια.
Την ερωτεύτηκα σαν όνειρο
κάποιου μακρινού κρίνου·
στ’ αργά τ’ αποσπερνά, όταν σημαίνουν
γλυκύτερα οι καμπάνες,
και λευκά σύννεφα ξαίνουν το μαλλί τους
πάνω στο γαλανό αφρό του βουνού.

*Από το βιβλίο “Antonio Machado – Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση (Ισπανικά – ελληνικά), μετάφραση: Ρήγας Καππάτος, Εκδόσεις Εκάτη, 2009.

Ιωάννα Ξυλόσομπα, Τρία ποιήματα

τοστ στις 6:45

Και να ‘μαι
εξήμιση το πρωί
αγουροξυπνημένος
κάνοντας αυτές τις ηλίθιες σκέψεις
για τη χειραφετημένη γυναίκα
έχοντας κάψει
τις δύο σπανακόπιτες που μούφερε
η μάνα μου από το χωριό
που μάλλον τις έφτιαξε η θεία μου.

Ξύπνησα καπως άσχημα
ανάμεσα σε καπνούς
έχοντας πάλι δει
το όνειρο με το έντομο
που περπατάει στο ταβάνι
και εγώ
απ΄ ό,τι φαίνεται
έχω όλη την καλή διάθεση
να κρυφτώ σε ένα κομοδίνο

***

Νο 29

μικρά ζώα στα παπούτσια μου
ανακατανέμουν τα χρόνια

αναμένουν μικρές αλλαγές
σε ελάχιστα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα

τις νύχτες
πιάνουν τα δόντια τους και φωνάζουν ουώου

***

το ποτήρι τη νύχτα

Ήρθε ένα κίτρινο πουλί
και με το ράμφος του
μου έκλεψε μια ιδέα

Ε! εσύ, κίτρινο πουλί
είπα εγώ

μαζί θα χτίζουμε ξανά τη Ρώμη

*Από τα “Αποσπάσματα από τα Όνειρα του Ξυλοκόπου”

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Γιατί το φεγγάρι είναι κόκκινο

Να βλέπεις την αιωνιότητα ανάσκελα
ξαπλωμένος, στην ταράτσα

Γύρω το σκοτάδι
και οι ανάσες των αυτοκινήτων

Αστέρια πέφτουν
σαν αποτυχημένα άλματα

Δαιμονισμένοι άγγελοι χορεύουν γυμνοί
χορούς μακρόσυρτους

Και η Σελήνη κοκκινίζει
απ’ την ντροπή της

***

Τα φεγγάρια

Όπου μαζεύονται πολλά φεγγάρια
αργεί να ξημερώσει

Γέμισε φεγγάρια ο γαλαξίας
Να δεις πώς στριμώχνονται
σαν αυτοκίνητα τις ώρες αιχμής στο ποτάμι

Όταν γράφεις συνεχώς το ίδιο όμορφο ποίημα
θα λαχανιάσει
και αυτό και εσύ
Δες πώς την πάτησε ο Γανυμήδης
Κατάντησε πρώτα γκαρσόνι, μετά φεγγάρι

Όταν μαζεύονται πολλά φεγγάρια
πέφτουν και σε πλακώνουνε

*Από τη συλλογή “Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξιπτωτο στην πόλη”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2018.