Tara Mokhtari, Τρία ποιήματα

Μεγάλη γάτα

Είμαι μια μεγάλη γάτα
Στους αγκώνες και τα γόνατά μου
Γράφοντας γυμνή ποίηση
Σε σελίδες χωρίς γραμμές
Μπορώ να καμπουριάσω τη ράχη μου
Να ξεκουράσω το κεφάλι μου
Στο στρώμα χωρίς σεντόνια
Μπορώ να γεμίσω το γυμνό δωμάτιο
Με μουσική
Και το αδιάκριτο φως του κεριού να βλέπει
Μπορώ να κυλιστώ στους τοίχους
Μια τεμπέλικη μαύρη καμπουριαστή σιλουέτα
να αναπνεύσω όλο τον αέρα
να γράψω όλη την ποίηση
τα γόνατά μου και η ράχη μου θα με υποστηρίξουν

***

Χωρίς αμφιβολία

Μερικές φορές
Κοιτάζω τα πόδια
Ενός θαυμάσιου άντρα
Και ξέρω
Χωρίς αμφιβολία
Ότι αυτά
Δεν είναι τα δάχτυλα
Του μελλοντικού μου συζύγου

***

Λυπημένο χαϊκού

Ποταμός λευκών προβολέων
Λαμπυρίζει σε σταγόνες βροχής, πιτσιλισμένο τζάμι
Πόλη απορροφημένη στο σούρουπο m2

*Από τη συλλογή “Anxiety Soup”, Finlay Lloyd Publishers, NSW, 2013. Η Tara Mokhtari είναι ποιήτρια Περσικής καταγωγής που ζει στη Μελβούρνη.

Κατερίνα Ζησάκη, ιστορία κομμένη στη μέση

ύστερα ήταν κι εκείνος ο άνθρωπος
το κόκκινο κασκέτο του
η θαμπή κώμη
μια γραβάτα εξείχε απ’ την τσέπη
ένα ριγέ μαντήλι
τόσες ζωές περάσαμε μαζί
δεν τον συνάντησα ποτέ
φορούσε μαύρα και γύριζε τον κόσμο
κάθε βράδυ μού έτεινε το χέρι
δεν τον κοίταξα ποτέ
τα μάτια του
τα φοβόμουν τα μάτια του
άκουγα δίνες μέσα τους
φοβόμουν μη με ρουφήξουν
μακριά απ’ τις γνώριμες βρισιές
και το ξερό ψωμί μου

τώρα ξέρω
δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
απ’ το να περπατάς
κάθε μέρα δυο φορές
τον ίδιο δρόμο

απόψε ο άνθρωπος με το κασκέτο
τα πίνει μόνος του
σ’ ένα παγκάκι στον κόσμο

τώρα το μόνο που φοβάμαι
είναι μη δεν ξανάρθει

*Από τη συλλογή “ιστορίες απ’ το ονειροσφαγείο”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014.

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Ταραχή

Να υπερασπιστεί τον εαυτό του’
πάση θυσία
πάνω από όλα
πέρα από όλα.
Ο εαυτός του.
Να γίνει κάποιος.
Ο εαυτός του.
Τον τιμωρεί.
Ασθμαίνοντας με χέρια που τρέμουν.
Εσείς με κατηγορείτε.
Εγώ με κατηγορώ.
Σήμερα, παιδιά, θα μάθουμε τα πρόσωπα.
Η ταραχή στα πρόσωπα,
στα γένη, στους αριθμούς.
Ο εαυτός του.

***

Μεταφυσική ειρωνεία

Κλείνεις τα μάτια και χάνεσαι.
Ποτάμια χωνεύουν την ύπαρξή σου.
Η ομορφιά σε προσπερνάει.

Απλώνεις τα χέρια ν’ ακουμπήσεις
τις φτέρνες τ’ ουρανού.
Η «μεταφυσική» μάς κοροϊδεύει,
παρανοϊκοί εραστές του χρέους στη λογική.

Αυτός ο κόσμος δεν είναι για σένα.
Και αν τον αγάπησες και αν τον πόθησες,
μπορεί απλά να σ’ εξοντώσει.

*Απο το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, Εκδοσεις_των_άλλων, Αθήνα 2016.

Σπύρος Μεϊμάρης, Έφυγα

Είναι αλήθεια πως έφυγα μακριά.
Ηλιόλουστο πρωινά.
Ήρθαν όλες οι οπτασίες, όλες οι μουσικές.
Ησύχασε επιτέλους το στομάχι και το κεφάλι.

Τα τραγούδια με ενέπνευσαν.
Βρισκόμουν κοντά στους λευκούς φράχτες.
Μπήκα στα σε σπίτια και τα θαύμασα.
Στην αρχή ζούσα σε ξενοδοχεία.
Σηκωνόμουν τα πρωινά και περιδιάβαζα
Τους δρόμους.

Ανέσυρα κάθε στιγμή
Καινούργιους θησαυρούς.
Είχα αφήσει πίσω τις αναμνήσεις.
Ζούσα στο παρόν.
Δίπλα στα φοινικόδεντρα.
Επιτέλους στην πατρίδα μου την Αμερική.

Μ’ ένα τραγούδι στα χείλη
Και τον άνεμο στην καρδιά,
Ροβόλαγα στους δρόμους της εξοχής
Όπου βρισκόμουν.
Γνωστές εικόνες έκαναν την εμφάνισή τους
Στο διάβα μου.
Παιδιά έπαιζαν ή καβαλίκευαν ποδήλατα.
Ήμουν κι εγώ εκεί.

*Απο τη συλλογή “Δηλώσεις της σιγαλιάς 1997-2009”, Εκδόσεις Πολιτιστική Δράση – ΕΜΣΕ, Αθήνα 2011.

Γρηγόρης Σακαλής, Τραγωδία

Ήρθαν μέρες φαρμακερές
για τη χώρα μας
για το λαό μας
οι άνθρωποι ζουν τη μιζέρια
τη μοναξιά, την αποξένωση
και το χαμόγελο
χάθηκε απ΄τα χείλη
οι λεγόμενοι ταγοί
αποδείχθηκαν ολίγιστοι
ο κόσμος δεν ξέρει που να στραφεί
έτσι νέα φυντάνια εμφανίστηκαν
με ουρά φιδιού
και γοητεύουν αρκετούς
η δυστυχία ξεχείλισε
λείπουν ακόμα και τα χρειώδη
μα κάποιοι ζουν πολύ καλά
κάνουν δουλειές χρυσοφόρες
έχουν τα φώτα της δημοσιότητας
στραμμένα πάνω τους
φύλακες τους φυλάνε
κι όλος ο πολιτικός θίασος
παίζει το δικό τους έργο.

Γιώργος Βασιλακόπουλος, Δύο ποιήματα

τα φιλιά σου
αφανισμένοι ναοί

τα χάδια μου
ορφανές ψαλμωδίες

πέρα
στον χαμηλό ορίζοντα
που τυφλός πια δεν μας κοιτά

ανάμεσα σε λέξεις ψυθιρίζεις
ψιθύρους θανάτου

περιΜΕνω

*

your kisses –
sacked temples

my caresses –
abandoned psalms

and further out
beyond a blind horizon
which no longer returns our gaze

your whisper between words:
a deathly whisper

I wait

***

στο βάθος
το βάθος του κόσμου

ξεχειλίζεις
(σα σκοτάδι μέσα από γαλαξίες
σαν Ιστορία μέσα από καημούς)

βαστώ το ποτήρι
ψιθυρίζοντας τ’ αυριανά

“αργά πολύ αργά
μέσα στη νύχτα” (1)

πιο αργά

μετά

πιο πέρα

μιλάς
τραβώντας τις λέξεις σου

πίσω

(ο ορισμός της ποίησης)

*

in the deep –
the depths of this world

you spill over
(like the darkness from the galaxies –
like History from sorrow)

I hold the bitter glass
whispering to those yet to come

“αργά πολύ αργά
μέσα στη νύχτα” (2)

still later

and afterwards

and even further

speaking
you recoil

(the intention of poetry)

1. Ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Γιάννη Ρίτσου.
2. “Late, very late into the night”: The title of the last collection of poems by Yiannis Ritsos.

*Από το βιβλίο “the pleasure of exile / η ηδονή της εξορίας” (δίγλωσση έκδοση), Owl Publishing, Μελβούρνη 2017. English translation: Peter Lyssiotis.

Ηλίας Θ. Παππάς, Δύο ποιήματα

12:00
(ρόδα. είναι και δεν, γιορτή)

Άξαφνα τα ανάποδα έχουν γίνει κανονικά
και τα εμμέσως πλην σαφώς δεν βγάζουν νόημα.

Οι πράξεις περνούν βιαστικά σε σελίδες
αναποδογυρίζουν
λειψά σώματα παντού μες στις προτάσεις
μάτια δίχως πρόσωπα ή ονόματα
κόμματα λακκούβες, τελείες θρύψαλα στις παραγράφους
του βομβαρδισμένου αέρα.

Μπράτσα, μοχλοί, παξιμάδια, δάχτυλα
ρουλεμάν, κλειδώσεις, λαμαρίνες
στήθη, στοίβες στραβές
μπαταρισμένες
περιμένουν ανήμπορες τις μουγγές πρέσες.

To «ok» δίνεται μεταξύ χοίρων ή μύρων
[κι οι άνθρωποι ολόγυρα πνίγονται στα αμέτρητα κομφετί,
στις εγκαίνιες κορδέλες.]

***

13:00
(«εάν μή έλπηται ανέλπιστου ούκ έξευρήσει»)

Να ’μαι μονομιάς στα κτίρια εργασίας, παντού η ίδια εικόνα:
Σκορπισμένα χαρτιά
γραφεία αναποδογυρισμένα
καρέκλες ρευματικές που τρίζουν
οθόνες καιόμενες και μέσα τους σκιές που χορεύουν
το χορό του ερέβους.

Πάνω τα παράθυρα λιπόθυμα χτυπούν στον αέρα
ενώ κάτω μαύρα στόματα μασούν με βία
χρόνο πολύτιμο
που είχαμε φυλάξει από παλιά για όνειρα.

Οι πόρτες κλείνουν η μία μετά την άλλη
κι οι λάμψεις φτάνουν τόσο μακριά που σκάνε,
πρόωρα
στα αυλακωμένα χέρια της καταιγίδας.

Ακούμε τους κρότους και έντρομοι σπρώχνουμε πίσω
τα παιδιά μας
τα αγέννητα παιδιά μας

Που είναι δυο φορές δικά μας.

*Από τη συλλογή “Οι αρνήσεις μιας ημέρας”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2013.

Μαρία Πανούτσου, Εξ ορισμού ερωτικόν

και εκείνη μίλαγε με τις σκιές,
τις οδηγούσε,
τις έλεγε,
που να γλείψουν,
χωρίς ν’ αφήσουν σημάδια

επί τον τύπον των ήλων
ψέλλισε,
και χωρίς ντροπή,
βύθιζε τα δάχτυλά της,
στην άγνωστη σάρκα

έμοιαζε με κέρινη κούκλα
το σώμα του,
έβγαινε μιας πνοής άκουσμα,
και πάλι ξανά,
από κάθε πόρο

εκείνη, από άγγελος
μεταμορφωνόταν
σε σφαχτό,
σε θυσιαστήριο

ξυπνά η ερημιά και αναζητά,
μια αγκαλιά αιώνια,
μια πίστη,
στο σώμα ακέραιη,
μια φλόγα,
που γεννιέται και πεθαίνει
ευθύς,
με το πρώτο άγγιγμα

ένα κερί με γυροφέρνει,
ζεσταίνει τα σκέλια,
καίει τις τρίχες,
τραβάει τα κόκαλα,
που γίνονται
βουλιμίας τροφή,

είμαι ένα χάδι,
δεν έχω εικόνα,
κανένα είδωλο
δεν με καλύπτει,
μόνο ο αέρας,
που φέρει το όνομά του

αλλά γατί ανησυχώ,
θα έρθει το θεσπέσιο
κλάμα,
να με λυτρώσει,

σαν την βροχή,
μετά από τον βαρύ ουρανό,
έτσι όπως η ξεραμένη γης,
ρουφά άπληστα νερό,
έτσι και εγώ,
θα αναδυθώ,
από τo ίδιο μου τo δάκρυ

ο έρωτας δεν χαρίζεται,
κερδίζεται
με αίμα και ιδρώτα,

παρακαλώ,
κυρίες και κύριοι,
συγχωρείστε με,
δεν θα ξαναμιλήσω,

με λέξεις
πνιγμένες
θα ορθωθώ στη λεωφόρο
της καθημερινότητας

Λίνα Βαταντζή, Ικεσία και ευχή

Μην λυπάσαι!
Η λύπη δεν ταιριάζει
στην όμορφη καρδιά
που φέρεις.
Τα άνθη του μυαλού σου
μόνο ηλιαχτίδες αξίζουν.
Πολλά νερά αλλάζουν
τη ροή του ποταμιού
μα ο προορισμός ένας είναι-
Η θάλασσα.

Μην επιτρέπεις
τα πέταλα της θλίψης
να σε σκεπάσουν.
Τα σύννεφα αλλάζουν μορφή
και ύστερα κλαίνε.
Μα είναι δάκρυ κάθαρσης
και το δικό μου είναι δάκρυ
ονείρου.
Πολύ δυνατή-
Πολύ αδύναμη.

Μην λυπάσαι!
Δεν είναι ήττα
της δύναμης του λόγου σου-
Εγώ είμαι άλλου κόσμου.
Είναι ο σταυρός πολύ βαρύς
για να τον άρω
αόρατο μπροστά σας.

Αν και καυχιέμαι ότι κάνω
νέα αρχή,
η ίδια πάντα μένω.

Μια ικεσία σου οφείλω
και μια ευχή-
Μην λυπάσαι!
Στο πρόσωπό σου
μόνο
χαρές
αρμόζουν.

Πόπη Γιόκαλα, Έρωτας

Ερωτεύομαι ένα άστρο
Μια αυγή
Ένα σύννεφο
Ένα φως που βγαίνει από τη χαραμάδα τής πόρτας
Και ξαφνικά γεμίζει ήλιο το δωμάτιο
Ερωτεύομαι το φεγγάρι που με κοιτά από κει ψηλά
Το ηλιοβασίλεμα που μέσα του χάνομαι και πνίγομαι βαθιά
Τη ζωή που μου χαμογελάει
Το σύμπαν όλο
Για νάχω ένα λόγο να πεθάνω.