Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ars Poetica

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.

Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Πριν την πτώση



Προτιμώ να χορεύω σαν κτήνος

παρά να πονάω σαν άνθρωπος. 

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Θωμάς Γκόρπας, Ποιοι μας αγαπάνε;

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια
άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.
Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα
πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε
έχω όμως κουράγιο
αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου
αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα
αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη
εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή
όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…
Σου λέω:
Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…
να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό
να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος
να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.
Σου λέω:
Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…

Αλήτις Τσαλαχούρη, Χορός στα ερείπια

Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ––Αποβάθρα μεταναστών –– Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος–– Της προσφυγιάς της υδρογείου– – Σ’ ακάλυπτο–Με μονοκατοικία– Του μπουντρουμιού μου σε πολυκατοικία– Τα πίσω βλέπανε μπαλκόνια –– Αληθινός παράδεισος μ’ αυλή και οπωροφόρα \––Ευεργετούνταν πολλές πολυκατοικίες με ορίζοντα για χρόνια–– Μέχρι το βράδυ μεγάλης φασαρίας–– Ο γιος μουρντάρει τους γέρους στη γωνία–– Να την γκρεμίσουνε τη μονοκατοικία –– Να ζήσουν κι αυτοί σε πολυκατοικία -–– Και όλα καλά μέχρις εκεί–– Αλλά ένα χάραμα–- Oριστικά πριν σωριαστεί–– Ο γιος καταφθάνει με αμάξι που δονείται απ’ τα ηχεία –– Στα ερείπια αρχίζει με φίλους να χορεύει με μανία––Του ακάλυπτου οι περίοικοι του φέρνουν μπατσαρία ––Μία φωνή του λέει από πατζούρι δυνατά- Σε ρετιρέ εσύ να κατοικείς––Στο ερείπιο θα μένεις μια ζωή- Στη συνοικία Κλώνο του Μπρονξ –– Αποβάθρα Φυλών της Γης –– Πληθώρας υπογείων του εγκλήματος–– Της προσφυγιάς της υδρογείου–– 

*Από τη συλλογή “Το ΚΑΡΟΥΣΕΛ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2016.

Γιώργος Γκανέλης, Σκηνικό

Νωρίς τα μαζέψαμε τα πανιά μας
κρεμώντας τα σύνεργα της καταστροφής στους ώμους
αγοράζοντας χαμένες στιγμές από παζάρια λαϊκά
σκίζοντας τα όμορφα τοπία
με τις λάμες της ορφάνιας από αγάπες που έσβησαν
σαν φανοί θυέλλης μια Κυριακή έξω απ’ το σταθμό·
ένα σκηνικό μεσαιωνικής άλωσης, άλογα, τείχη
στάδια γκρεμισμένα, οι αγώνες χωρίς ομάδες
αγώνες επιβίωσης, αγωνία στις πριονισμένες ράγες
μάγοι έτοιμοι να επέμβουν ρίχνοντας τους μανδύες τους
πάνω στην πόλη, κανείς δεν είδε
τα καρφιά που εισχώρησαν στα νεύρα
το αίμα αναμείχθηκε με τη βροχή, ο ύπνος μας
κοίταξε προς τον ουρανό, το χθες απόμακρο,
μια επίσκεψη στην κεντρική αγορά ήταν αρκετή:
αυτή η ζωή μοιάζει απάτη πίσω απ’ το μέγεθος
των φωτεινών επιγραφών, η υπερβολή μάς παρασύρει
σε δρόμους ψευδαισθήσεων – όλα ο ίσκιος σου.

Κατηφορίσαμε τα σοκάκια που γέρνουν στη λάσπη τους
η γη ένας τοκετός πρόωρων βρεφών
διψάσανε τα μάτια μας για λίγη αθωότητα
παντού σπέρματα φτηνής ηδονής.
Αυτό τον άνθρωπο τον βλέπω τακτικά
να ξεπουλάει τα λόγια του, να δίνει άφεση αμαρτιών
μπροστά στο κουδούνισμα των νομισμάτων
κι έξω απ’ τις βαριές πόρτες μια μυρωδιά συναλλαγής·
κι εσείς ακόμα αναμασάτε την ενδοξη ιστορία σας
ρίχνοντας στη στάχτη την καθαρή φωνή σας
σήμερα που άρχισε να συννεφιάζει, σε λίγο το νερό
θα πνίξνει τη φωτιά καθώς θ’ αγγίξουμε
την άλλη πλευρά της ομορφιάς – το θάνατο.

*Από τη συλλογή “Ο Σκοπευτής της Μνήμης”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2013.

Έρμα Βασιλείου, Τέσσερις γυναίκες στ’ όνομά μου

Η Ερμιόνη περπατά με μια ηλιαχτίδα
Δεμένη σε σπάγγο
Σαν ατμός
Λέξη αόρατη
Περιστέρα αγαπημένη του βασιλιά πατέρα της

Και η Ερμέτ
Κουρασμένη απ’ το ταξίδι με το πλοίο,
ήλθε μακριά στα χρόνια να σε βρει
κι ας μην σε φωνάζουν όπως πριν
Κι ας μην έχει πια τον ίδιο πατέρα
που να τον λεν Ρογήρο, τον Νορμανδό που την επέταξε
Σε θάλασσα, στα βράχια της Καλαβασού

Και η Νέρεμα,
Γυμνή σχεδόν, αθώα
Με στήθη έξω
Για ένα
Πρόσωπο χαμόγελο
Σε πόδια σμιλεμένα για περπάτημα στο δάσος
Με φτέρνες στα σμιλιά οργωμένες
Του αυτόχθονα η αυτόχθονη

Και η Ερμελίν
Η σιλουέτα η λεπτή, σε ξεπερνά, σου δίνει να κεντήσεις
στο πείσμα όμορφη
Στο νήμα των φυλών όπου ‘χουν ραγίσει

Και η Έρμα, η παιδεμένη σαν είσαι σ’ όλα, εσύ,
τα κρύβει με την όραση που βλέπει όλα τ’ άλλα
Τα σέβεται με την αγάπη των όσων ηδονής
Των άστρων που συνυπάρχουν ξώκαμπα

Συνάστερα, με χέρια δούλης σε ντύνει, μάνα
Με μάτια προφήτισσας μια συναστρία άλλη
Κι άλλη ερμηνεύει
Και με τα μάτια κλείνει τον καημό
Δεν αγνοεί τ’ αμόλυντο
Βασίλισσα, τοξότρα,
Ναυαγισμένη, στα πικρά πικρούτσικα
Μαλλιά του θρίαμβου αψίδας,
Κατακαμμένη επιστροφή…

Η φίλη όσων αγάπησαν
Κι όσων δεν ζηλέψαν…
Αυτήνε δίνεις…
Που έφυγε μικρή κι ήρθε πίσω μικρότερη
Με πλοίο νορμανδικό
Και στέριωσε στη γη με τ’ όνομα της!

*Από τη συλλογή “Αρχιπέλαγος-Ερωτική Συναστρία (2017-2018)”.

Λαμπριάνα Οικονόμου, Βαθμός ελέγχου

Ο τόπος μου: ξερολιθιά και ήλιος.
Το βράδυ βγαίνει, ένα ασημένιο σαλάχι, φεγγάρι.

Οικογενειακή έξοδος: απλώνω άδεια κανάτια στο πεζούλι.
Το γηραιό ζεύγος στο απέναντι μπαλκόνι, η προίκα μου.

0 καλύτερος φίλος: εφ’ όπλου λόγχη, περίσσεια θάρρους,
σημαδεύω με σφεντόνα. Δεδομένου του ερέβους, αστοχώ.

Εκδρομή: χαρτόνι, σχήμα σύννεφου στον πάγκο της μπουγάδας.
Η μητέρα το άφησε να μουσκέψει τόσο, που το νερό άγγιξε το
ταβάνι. Κανείς δεν βγήκε ζωντανός.

Στο ιατρείο: μουσικά, κουτάλια, λουλουδιασμένα κάδρα
αναδίδουν φορμόλη. Το άφθαρτον της φύσεώς τους.

Το δωμάτιό μου: αποκοπή γης από ουρανό.
Στην επικόλληση, με ράμματα.

Εθνική γιορτή: δημόσια σύναξη, κενό σημείο επαφής.
Αποτραβιέμαι να εισπνεόσω οξυγόνο.
Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Οι πινακίδες: συμπληρώνουν το αστικό τοπίο, αναγράφουν τσιτάτα
πάνω από ταμειακές μηχανές. Και «Προσοχή Σκύλος».

Καλοκαίρι: είναι τα απογεύματα θηλαστικά, άχυρο γεμισμένα.

Βόλτα στο δάσος: ο τόπος μου, ξερολιθιά και ήλιος.

*Από τη συλλογή “Αντίποινα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Κατερίνα Ζησάκη, καραμέλες και γράμματα

θα ‘θελα να μου στείλεις ένα γράμμα
ένα θα ’θελα και να μου στείλεις
απ’ αυτά που είναι γράμματα κι αρωματισμένα
και τα ’χουν αγγίξει η παλάμη σου
και τα δάχτυλά σου και μια μουντζούρα
από βιασύνη μέσα σε όλα αυτά που
θα έχεις θελήσει να μου πεις θα έχεις θελήσει
να διαλέξεις τις λέξεις όμως από βιασύνη
θα ’ρχονται στο νου και στο γράμμα όπως όπως
κάτω από τη μουντζούρα θα λέει κάτι
που σχεδόν θα είναι κάτι και σχεδόν
το μόνο που θα θελήσω να διαβάσω
ο ταχυδρόμος θα είναι ντυμένος επίσημα
θα χαμογελάσει πρώτη μοναδική φορά
γιατί τα γράμματά σου
είναι μουντζούρες κι ορνιθοσκαλίσματα
και τ’ αγαπώ και τ’ αγαπούν οι άνθρωποι
τα ορνιθοσκαλίσματά σου
γιατί οι άνθρωποι είναι απλοί οι περισσότεροι
προσηνείς κι αφελείς είναι οι άνθρωποι
κι η έννοια άνθρωπος γενικά
είναι μια απλή έννοια αν της αφαιρέσεις το χρήμα
ύστερα θα κεράσω τον ταχυδρόμο όλες τις καραμέλες
που κρατούσα φυλαγμένες για κείνη τη μέρα
κι όπως θα φεύγει αυτές θα πέφτουν όλες θα πέφτουν
από τις τσέπες του και θα τις παίρνουν
τα παιδιά και με ζαχαρωμένα δόντια
θα τρέχουν στις μανάδες τους οι μανάδες θ’ αγαλλιάζουν
κι έτσι χαρούμενες θα κάνουν έρωτα στους άντρες τους
μετά από καιρό και μετά από τόσο καιρό
ένα γράμμα που θα ’ναι ένα γράμμα σου
και είδες θα χαρεί η γειτονιά
να μου στείλεις

θα ’θελα να μου γράψεις να ξεχαστώ
τα ξεχνούν όλα οι άνθρωποι όταν διαβάζουν

*Από τη συλλογή “ιστορίες απ’ το Ονειροσφαγείο”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2014.

Μαργαρίτα Μηλιώνη, τα χέρια

ο ποιητής δεν προχωράει
με ένα χέρι να τον κρατάει
χρειάζεται και τα δυο του
τα χέρια ελεύθερα
ότι με τα χέρια του
ψηλαφίζει ας το πούμε
το σώμα του σύμπαντος
χαιδεύει τις χαράδρες
κολυμπάει ύπτιον
όχι ,δεν πηγαίνει πουθενά
με τα χέρια δεμένα σε άλλα χέρια
μα ναι ξεκουράζεται που και πού
πάνω σε κορμιά κλαδιά
αλλά τα χέρια του τα θέλει ελεύθερα
να καθαρίζει την διαδρομή
ας πούμε
μέσα στην άθλια γαλλική ενδοχώρα
ενδιάμεσα που λες
κανει φυλακή για αλητεία
κάνει φυλακή για ληστεία
κάνει φυλακή για απόπειρα φόνου
διαπράττει το φόνο
σκοτώνει την γλωσσα
σκοτώνει τον λόγο
σκοτώνει την φλυαρία
σκοτώνει το συναίσθημα
χρειάζεται τα χέρια του ελεύθερα
να χειρίζεται εργαλεία,
αξίνες, μολύβια, μανταλάκια, τρακτέρια,
περίστροφα, ξίφη,
να ανοίγει με αυτά
τάφρους τάφους
πάνω στον νωπό χώμα
της λευκής σελίδας
να θάβει τα θύματά του
να θάβει τις λέξεις
και μαζί το τερατώδες
εγώ του
και να ελπίζει
πως πως πως
να ελπίζει πως
πως αχ ναι
να ελπίζει
πως μπορεί μια μέρα
να φυτρώσει καινούριο.

*Από τη σελίδα της Μαργαρίτας Μηλιώνη στο facebook.

Παύλος Δ. Πέζαρος, Δύο ποιήματα

Η κατάρα του Αδάμ

Για να μπορέσεις να σκεφτείς πρέπει να πράξεις.
Δεν ενθυμούμαι ποιος το είχε πρωτοπεί.
Μα η κατάρα του Αδάμ μας συντροφεύει
μες στη δουλειά μας,
στις μικρές μανίες μας.
Κόπος κι ιδρώτας
κόπος κι ιδρώτας
για όλη την υπόλοιπη ζωή μας.

Και πώς να ξαναβρούμε την κατανυξη
ορέξεων και επιθυμιών,
όλα προσφέρονται
με ακριβές αντίτιμο εννοείται.

Τα σκοτεινά κατάλοιπα του πάθους
στοιχειώνουνε τα όνειρα.
Και τα οράματά μας θρυμματίζονται,
συνθλίβονται καθημερνά από άηχες εικόνες
που αλλάζουνε σαν φύλλα τετραδίου
μπρος στις οθόνες συνεχούς ροής.

Θεσσαλονίκη, Οκτ.1989-Φεβ. 2001

***

Αποχαιρετισμός του χρόνου

Θυμήσου τον φίλο πριν πάει στα ξένα,
μετανάστης θα φύγει όπως ήρθε
να βρει άλλα χώματα πιο καρπερά.

Κάλεσέ τον στο σπίτι ένα βράδυ
να θυμηθείτε μαζί τα παλιά.
Τρυφερά να του πεις τα παράπονα:
«Άρχοντα χρόνε, σμιλευτή
φύσης νεκρής και ζωντανής,
σωμάτων κι ασωμάτων,
μας επαγίδεψες, θαρρώ, αριστοτεχνικά,
ή, έστω, αφεθήκαμε πες να παγιδευτούμε».

Να μην ξεχάσεις, όμως, να τον ευχαριστήσεις
γιατί σου φέρθηκε καλά.
Καιρός να πηγαίνει.

Ιαν.-Ιούνιος 2002

*Από τη συλλογή “Ο αχός κι ο βυθός”, Εκδόσεις Κέδρος, 2016.