Νίκος Σφαμένος, Τρία ποιήματα

τραγούδι

οι μούσες κρεμάστηκαν
στις ροδακινιές
η θάλασσα μύρισε κάρβουνο
και γω περπατώ
λίγο νέος
λίγο γέρος
λίγο σοφός
λίγο ανίδεος
παραπάνω θλίψη δε χωράει
και να
γίνομαι καλός
γίνομαι κακός
και όλα τα πράγματα του κόσμου δεν υπάρχουν πια
μόνο περπατώ
μ’ ένα άδειο κεφάλι
μ’ ένα άδειο κορμί
οι λέξεις στερεύουν
η καρδιά πεθαίνει
δεν ξέρω πως συμβαίνει αυτό δεν υπάρχει κανείς
δεν υπάρχει τίποτα
κρέμομαι στην άρπα μου
ενώ οι μούσες παραπατάνε
τα λιμάνια καίγονται
λίγο τρελός
λίγο δυνατός
λίγο σοφός
λίγο ηλίθιος
περπατώ

***

παιχνίδια με τη φωτιά

είναι η περίοδος που η χώρα
ταλαιπωρείται από πολιτικά
σκάνδαλα
και έξω ο αέρας φυσά
μανιασμένα
η εκπαίδευση δε βοηθά
οι συγγραφείς δε βοηθάνε
τα οράματα μας αδειάζουν
τη γωνιά
η φρίκη απλώνεται
ο κόσμος φοβάται

τούτο το βράδυ
σκέφτομαι
κάποιους θα τους βρίσκουν
παγωμένους
σπάζοντας τη πόρτα
σκόρπιες φωτογραφίες στο
πάτωμα από
γνωστές ηθοποιούς και
τραγουδίστριες

το κεφάλι μου αδειάζει
οι λέξεις αδειάζουν
τυλίγομαι στους τοίχους
βρίσκω λίγη γαλήνη
ενώ έξω ο αέρας
κι αυτό το βράδυ θα
φυσά
μανιασμένα

***

εκτόξευση μέσα στη νύχτα

ε κοίτα
τα άστρα χάνονται στο βαθυγάλαζο τοπίο
και συ περπατάς
οι στιγμές που περίμενες πως κάτι σπουδαίο θα συνέβαινε και ποτέ δεν ερχόταν
-κάτι έχεις μάθει-
ε
θα ρθουν δυσκολότεροι καιροί
γι αυτό φύτεψε ένα κυκλάμινο
ενώ τα πλήθη ουρλιάζουν
οι συγγραφείς μας δεν λένε τίποτα
ε
άδειασε το ποτήρι σου
χαμογέλα
πάρε ένα ουράνιο τόξο
ένα χάρτη
μια σαΐτα
και
εκτοξεύσου

*Από τη συλλογή “Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως”.

Ισμήνη Λιόση, Έξι γυμνάσματα

Artwork: Diego Rivera

α.
πως είθε το σπίτι Μου
να είναι μία αντρική παλάμη
όταν η μοναξιά μαλώνει με τον άνεμο
κι
αρχίζει μία ατέλειωτη βροχή
ακατάληπτων λέξεων

β,
πως είθε ο ύπνος μου να είναι
μία αντρική μασχάλη
όταν η σφίγγα της θλίψης
χτενίζει τα μωβ λυπημένα μαλλιά μου
στο κεντρί της
και
κατεβαίνει στα χείλη μου
να τρυπήσει το ρόδο
να χυθούν τα γέλια με τα πέταλα
και το φιλί να γίνει αίμα.

γ.
Πως είθε να λέω καλημέρα στην ήβη του
με ένα φιλί
και να το ανταποδίδει
η ήβη
γεμάτη αηδόνια
κι η κοιλιά Του γυμνή να γίνεται πεδιάδα
να τρέχει μαύρο μεταξωτό
το άλογο Εγώ
προς τις πατρίδες των καλπασμών
και των εκπλήξεων.

δ.
πως είθε το Σώμα Του να γίνει
τοπίο θαλάσσης
τρικυμισμένο νερό πάνω στην Σάρκα Μου
όπου
θα γλύφει με κύματα
η αρσενική ευθυμία το δέρμα
και θα είναι η βροχή Του αγάπη του σπέρματος.

ε.
πως είθε ο σπόρος Του
να χύνεται αστέρι στα δακτυλά μου
να τρέχει σαν κόκκινη σκόνη
λάσπη θεϊκή
στην αρχιτεκτονική γης κι ουρανού Μου
να κτίζω με την Σάρκα μία στέρεη γη
με ένα πιάνο
στην άκρη του γκρεμού την τελευταία στιγμή
για τον σωσμό ΜΟυ.

ζ.
πως είθε το στήθος Του
να γίνει ένα απλωμένο χέρι γης
όπου
θα κτίσω ένα μικρό καταφύγιο
την φωλιά των ποιημάτων Μου
από στίχους
κι αγκαλιάσματα
κι ύστερα θα στρώνει το κρεβάτι του έρωτα
μικρής αιωνιότητας κλίνη
από βιβλία και τρυφερά λόγια άγρια

Α μ ή ν.

Anastasia N. Margeti, Two poems in English translation

Eden

All things dream-like,
transcendent,
ethereal
in a tableau vivant.

And Adam bends
above Eve
to touch her
– once again –
to savor her apple
– once again
the knowledge
of good and evil.

On her part
unrepentent,
beyond the curse,
she claims
for herself
the breath on the lips
of the earthen statue.

The cloudy scene
of a common fantasy
in collapse.

Then the snakes encircled us.

***

Memories in Relief

Landscapes of expectations
cancelled
by holocausts
of instincts
and pathos.

The phosphorescence
of potentials
softly
sinks
into the abyss.

In the sky
clouds of loneliness
and tears.

Ethereal tombs in relief
haunt
the Museum atriums.

*Translated by Robert Crist and Despina Lala Crist

**The poems in their original Greek version have been published here: https://tokoskino.me/2018/07/09/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CE%BD-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%B3%CE%AD%CF%84%CE%B7-%CE%B4%CF%8D%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

***Από τη συλλογή “Τρίτοι από της Αληθείας”, ΑΩ Εκδόσεις, 2015.

Πόπη Γιόκαλα, Τρία ποιήματα

Φώτο: ομάδα φωτογραφίας Αν.ISO.ρροποι

Σκόνη

Όλοι δεν έχουν τον ίδιο καλπασμό ψυχή μου.
Οι ονειροπόλοι στέκονται
πάντα στην άκρη.
Ίσως φοβούνται από τον αφθορμητισμό που βγάζει
η ψυχή τους και τον σκορπάει
απλόχερα…
Γίνεται σκόνη… μελαγχολία, μετάνοια…

***

Αναζήτηση

Ζητείται Ελπίδα.
Υπάρχει προσφορά;
Μήπως τα ράφια άδειασαν;
Που να ψάξω τώρα;
Δεν πρόλαβα!
Πολύς συνωστισμός..
Όλοι τρέχουν να προλάβουν!
Τόση ζήτηση;
Ξαφνικά τη βρίσκω!!
Θα την εναποθέσω στις αποθήκες της ψυχής μου..
Για να μη μου λείψει ποτέ.

***

Ήχος

Ένας ήχος μια κραυγή..
Ένα άγγιγμα γλυκό με συνεπαίρνει.
Μια ηλιαχτίδα που βγαίνει με γλυκαίνει-
Μια ζωή γεννιέται
Μια ζωή χάνεται
Τι σύμπαν κρατάει Καλά
τις ισορροπίες-
Η απόλυτη γαλήνη το σκοτάδι
Η χαρά μέσα μου βαδίζει στο
αύριο-
Το είναι γαλάζιο του ουρανού
με σπρώχνει-
Οι πηγές των ονείρων
Ευτυχία που λοιώνει.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Ριπή ανέμου στη μικρή γειτονιά

Ποιός τραγουδά μες στη νύχτα τα τραγούδια μας;
Ποιά σκέφτεται τη χτεσινή ημέρα;
Ποιά νυχτερίδα σιμώνει την κουκουβάγια;
Και ποιός τροχός σκαλώνει στο γύρισμά του;

Φιλίες αντάμα με τις φοβίες κι έρωτες γνωστοί
με τις άγνωστές τους προδοσίες

Τα παραμύθια, ένθερμα στοχεύουν στις καρδιές μας
μας κάνουν πλάκες και μας κυκλώνουν, εν χορώ

Δεν θα’ναι πάντα έτσι ο καιρός
στη βροχερή πλατεία των αναμνήσεων
κι ούτε κόβεται η φεγγαροφωτιά στα δύο,
και να,φωτίζει μια στιγμή ολόκληρη τη μέρα:

Θυμάσαι Μαρία,που μάζευες μαργαρίτες
δίπλα στο μικρό αλώνι;
Σε ζήσαμε τόσο πολύ που μας έμεινες αξέχαστη

Και τη Φιλιώ,μες στο κόκκινο φόρεμα της
να παίζει κιθάρα κι η κοτσίδα της
να τινάζεται;…
τη θυμάστε σύντροφοι;

κι ο Αντόνιο που ασθένησε και μας έστελνε
γράμματα φλογερά
λες και φτιαγμένα απ’τη ζεστή φωνή του

Χανόμασταν σιγά σιγά
σε βαθύσκιωτα πελάγη που τ’αρμενίσαμε
σαν τα καλύτερα παιδιά
που μας ξεχάσαν σιωπηρά

Ειρήνη κι Ησυχία,στο κέντρο του χειμώνα

*Ιούλιος 2003

***

Το Σκίρτημα σε βαλς’89 (ΙΙ)

στην αγαπημένη Ιωάννα R

Δυο βήματα,άντε τρία μακρύτερα από κείνη
Άγνωστοι μεταξύ μας,μόλις δυο βήματα,άντε τρία
Βρεθήκαμε να μιλάμε για ώρες επί ωρών
και σε κάθε σταθμό σηκώνονταν στο παραθύρι
να γελά φωναχτά και με μια φράση ξεχωριστή
να βρέχεις τα μαλλιά σου και να μοιράζεσαι τη μουσική
Velvet, Lou Reed,Nick Cave

Απ’το παραθύρι του τραίνου δεν έβλεπα τίποτε
σε κοιτούσα στα ματια και συ γελούσες
κι ήταν μόλις δυο βήματα,ούτε τρία
γίναν ένα και μετά κανένα
τα φώτα σβήσανε,περπατούσαμε μαζί
στα καλντεριμια της ανω πολης

θα σε ξαναδώ και δεν θα ξαναφύγω
έφυγες από εδώ κι έμεινα εκεί
κάποτε και κάπου
μην ξαναφύγεις,να μην σκορπίσουμε στη σκόνη

έτσι σκορπάει στα τέσσερα σημεία
το σκίρτημα,

***

Άτιτλο

Σεμνέ λαμνοκόπε
πού αψήφισες; Σειρήνες
και περάσαν χίλιοι μήνες

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Στο καφενείο των αγγέλων

Όταν οι άγγελοι μεθύσουν
τότε είναι που αρχίζουν
φιλοσοφίες και συζητήσεις
για την καταγωγή τους άλλοι
για τον πατέρα, τη μητέρα
για το υπόλοιπο το σόι

κάποιοι πάλι συνεχίζουν
να πετούν το ζάρι –

Και αντί γνα απαντήσεις
αρχίζουν τα συνθήματα
για τις ομάδες, για τα κόμματα
και ανοίγουν τις εφημερίδες
και φτάνουν στη γη αποκόμματα

Και οργιάζουν οι φήμες

*Από την ενότητα “Η Σελήνη”

***

Η ραστώνη

Την ώρα της μεσημεριανής
ραστώνης του Αυγούστου
ζωγραφίζω φίδια, που
δαγκώνουν τις ουρές τους
καθώς τα κίτρινα ταξί
αχνίζουν πυρωμένα
ακόμα πιο κίτρινα –
και ακίνητα, στις εξόδους
της Αττικής οδού

Αποφασίζω να κατηφορίσω στη θάλασσα
το νερό ξεπλένει τις αισθήσεις
το αλάτι επουλώνει τις πληγές-
Όμως, με κερδίζει η βαρύτητα
Έτσι, θα πιω μερικά aperol spritz ακόμα
και θα γυρίσω – πάλι
τα μέσα έξω

*Από την ενότητα “Η Πτώση”

*Από το βιβλίο “Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2018.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Η ΣΤΙΓΜΗ

Οι μάσκες άρχισαν να υποχωρούν
τώρα τα πρόσωπα φωτίζονται από ρυτίδες
κι η αντοχή εγκλωβίστηκε σε δωμάτια μπαρόκ.
Στο μεταξύ το βιβλίο της ζωής
γεμίζει από παρενθέσεις
(όλη η ζωή μια παρένθεση χωρίς υπόθεση)
κι οι πρώτες πασχαλιές μια περιφρόνηση
από τα πολλά σκουπίδια
τα στοιβαγμένα μπροστά στις πόρτες μας
κι οι μαργαρίτες μια διαμαρτυρία.

Αυτά τα βλέπεις κάθε πρωί
που λογαριάζεις τη μέρα αλλιώς
ενώ εκείνη έχει τις δικές της αρχές
κι εσένα σ’ αφήνει να μετράς τις ώρες της
μήπως κι απομονώσεις μια Στιγμή
που χρόνια παζαρεύεις στα βιβλία,
ακόμη και σε γιορτές και σ’ επετείους
σ’ όλες τις αργίες που μυρίζουν ξεκούραση
εσύ κυνηγάς δύσκολους ουρανούς:
η κρυφή γοητεία της αλήθειας.

***

0Ι ΔΡΟΜΟΙ

Μαζέψαμε τα πανιά απ’ τον ορίζοντα
αφήσαμε ανοιχτή πληγή τις οπτασίες να μοχθούν για μας
και μαζευτήκαμε στις γωνιές της άνοιξης
διπλώνοντας καλά τα λίγα ακρογιάλια που απόμειναν·
γύρω μας η φωνή η πληρωμένη
να καλεί εθελοντές κι άλλους
που θα λατρέψουν τους ψεύτικους αρχηγούς –
μια στάχτη ιδανικών και δίπλα η φωτιά
μασάει τα ξύλα που εμείς κόψαμε.

Χωρίς πολλά λόγια κοιμηθήκαμε·
λίγα όσα είδαμε αυτή τη μέρα
τα όνειρα δείχνουν περισσότερα
αλλά κι αυτά μια εξαρτημένη παρουσία
στις ανάγκες μιας ζωής
παραγεμισμένης από φτηνά πούπουλα,
όγκοι οι πέτρες σχημάτισαν οροσειρές
και πάνω τους απολιθώματα ναυαγών·
αυξήθηκαν οι εξερευνητές χαμένων ψυχών
οι σκαπάνες χτυπούν ανελέητα τους βράχους
και καμιά φορά την εξώπορτά σου.

Οι δρόμοι τυλίχτηκαν καλά στο χώμα τους
και περιμένουν να τους πατήσεις.

*Από τη συλλογή “Ανάπηροι δρομείς”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012.

Αντώνης Στασινόπουλος, Πέντε ποιήματα

Αναζήτηση

ΒΑΦΤΙΖΩ το βλέμμα μου στο γαλάζιο της θάλασσας,
η ψυχή υψώνεται στο ουρανό.
Ένα φιλί για σένα,
στολίζεσαι με αστέρια και φεγγαρόσταλες.
Σε προσμένω.

***

Προσμονή

ΣΕ ΦΙΛΗΣΑ με τη ματιά μου,
παράξενη τριανταφυλλένια γυναίκα,
Αιθέριο το λίκνισμά σου.
Γυναίκα, τι προσμένεις εκεί πάνω
με το βυσσινί φουστάνι να ανεμοδέρνεται;
Περιμένω το άγγιγμά σου
Να προλάβουμε την αγάπη.

***

Άλλος Χρόνος

ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΑΜΕ στη βροχή
αστραπές και βροντές
γίναμε μούσκεμα.
Αναριγούν τα σώματα
και σκιρτά η καρδιά.
Τούτη τη νύχτα λες και έχουμε μείνει σε άλλο χρόνο.
Πίνουμε κονιάκ να ξεσταθούμε
και μεθάμε το νου μας στο παρόν.

***

Πάλη

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ κυλάνε κατω από τα πόδια μου.
Το αερικό συναντά τη σκιά του στο λυκόφως.
Και αναρωτιέμαι τι φταίει για την περσινή λειψή σοδειά.
Τούτος ο αγρότης μόχθησε
Για να καρπίσει το δέντρο τη νιότης.
Ατέρμονη πάλη με τα στοιχεία της φύσης και του εαυτού.

***

Όνειρα

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ έγχρωμα εναλλάσσονται εντός μου,
αλλόκοτες μορφές εποσκέπτες στον ύμνο μου,
συνταξιδιώτες στο είναι και στο γίγνεσθαι,
μάρτυρες κατολισθήσεων και ανεγέρσεων.
Κι όμως συμβιώνουμε.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι Ολόγιομο”, εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.

Γιώργος Ζησιμόπουλος, Πέντε ποιήματα

ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΜΕ ΔΡΑΣΗ

Στην αυθεντία
των γκρεμών
πιάνομαι
από τις άκρες

***

ΔΙΑΛΥΘΕΙΤΕ ΗΣΥΧΩΣ

Θεέ μου
σώσε μας
απ’ τους κινδύνοτς
που έχουνε σωπάσει

***

ΑΙΦΝΙΔΙΑ ΕΥΦΟΡΙΑ

Σε κάθε σκέψη μου
Ο φόβος της ερήμου
γεμίζει το μυαλό μου αγροφύλακες

***

ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ
Ή
ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΩ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΩ

Πόσα τίποτα
μου λείπουν ακόμα
να αγοράσω το θάνατό μου.
Ένα βλέμμα
ένα φιλί
ένα κορμί
ένας ακόμα ίσκιος
ληστής των φόβων μου
ξεφεύγει πάλι.

****

ΕΝΑΣ ΕΝΑΣ ΧΩΡΙΣΤΑ

Κι αν κάποτε
σταλαγματιά σταλαγματιά
τους έρωτές μας
σύραμε στη θάλασσα
μάτια μου
μαζί
ποτέ δεν ταξιδέψαμε
ματαίως.

*Από τη συλλογή “Αφήλιον ήμαρ”, εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2017.

Δημήτρης Καφετζής, Εικόνες απ’ το μέλλον

Εικόνες απ’ το μέλλον
με χέρια σταυρωμένα
σε τοίχο το βλέμμα
εκείνοι και εμείς

Εικόνες απ’ το μέλλον
σαράβαλης κατεύθυνσης
δημοκρατία εν ώρα εξέγερσης
κατάσταση εξαίρεσης

Εικόνες απ’ το μέλλον
κελιά ψυχιατρείων και φυλακών
σπασμένες αλυσίδες
καμμένα έγγραφα δεσμών
με φρένα σπασμένα
σε ένα άγριο αύριο
δεκάδων ετών

Εικόνες απ’ το μέλλον
σφαίρες σε κεφάλια παιδιών
φωτιά στην καρδιά των μηχανών
κατάληψη πίσω απ’ τις γραμμές των ελεγκτών

Εικόνες απ’ το μέλλον
κραυγές απ’ τις ταράτσες πολυκατοικιών
σμπαράλια τα τσιμέντα
λιωμένα σίδερα
η βάση των επόμενων δασών

Εικόνες απ’ το μέλλον
εκδικείται η φύση
με έναν ήλιο ανελέητο
να καίει σχέδια προβλέψεις και στατιστικές
κι εμεις ωσάν ημιθανείς
εκτελώντας απ’ το πρωί ως το βράδυ εντολές

Εικόνες απ’ το μέλλον
καιόμενοι χιλιάδες
σε πλατείες, δρόμους
διαδρόμους και αίθουσες συνδιαλλαγής
καιόμενο το δέντρο της ζωής
κι εσύ ακόμα δίνεις διαταγές
νομίζεις κάπως έτσι θα σωθείς