Διελεύσεις ομιχλών
Η προσμονή μου
Για την απόσταση
Την έλλειψη της θέσης
Της ανεπάρκειας
Και της ντροπής
Της ελαχιστοποίησης της σκέψης
Η προσμονή
Πάντα στη ροή της φύσης
Είναι προσωρινή
Κι αιώνια.
*
Το σεντόνι
Στην απούσα λήθη
Βροχή απαστράπτουσα
Στους ήρεμους λαιμούς των κύκνων
Ομοίωμα υστερίας
Εκτυλίσσεται στο παρασκήνιο
Το βάθος της μνείας
Ομοίωμα υπνηλίας
Αναδημιουργείται η σιωπή
Μεταξύ χλωμών προσώπων
Με ιπτάμενες πάγιες θέσεις
Που ανανεώνουν
Το άγχος του αποχωρισμού
Χωρίς να ενώνουν τους λαιμούς τους.
*Από τη συλλογή “Μετα-ελεγείες” (ψηφιακή έκδοση, Εξιτήριον, 2025).
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Νίκος Σφαμένος, Το ωραιότερο ποίημα του κόσμου / the most beautiful poem of the world
Το ωραιότερο ποίημα του κόσμου
χαϊδεύει το τέλος που έρχεται
κάνει πέρα τους κριτικούς
ταξιδεύει μακριά από τις πόλεις
το ωραιότερο ποίημα του κόσμου
οι καμάρες μας κάποτε θ’ ανθίσουν
δακρύζει από την προσμονή
τα ξημερώματα ενός Αυγούστου
στραγγίζει μνήμες
το ωραιότερο ποίημα του κόσμου
γράφει πως δεν υπάρχουν ωραία ποιήματα
μόνο προσπάθειες να νικηθεί το σκοτάδι
the most beautiful poem of the world
fondles the coming end
knocks out the critics
travels away from the cities
the most beautiful poem of the world
our chambers will once look
it tears out the expectation
at the daybreak of an August
it drains memories
the most beautiful poem of the world
writes that there are no good poems
only efforts to defeat darkness
William Carlos Williams, Pastoral / Ποιμαντική
When I was younger
it was plain to me
I must make something of myself.
Older now
I walk the back streets
admiring the houses
of the very poor:
roof out of line with sides
the yards cluttered
with old chicken wire, ashes,
furniture gone wrong;
the fences and outhouses
built of barrel-staves
and parts of boxes, all,
if I am fortunate,
smeared a bluish green
that properly weathered
pleases me best
of all colors.
No one
will believe this
of vast import to the nation.
Όταν ήμουν νεότερος
ήταν ξεκάθαρο για μένα
ότι πρέπει να κάνω κάτι για τον εαυτό μου.
Μεγαλώνοντας τώρα
περπατάω στους πίσω δρόμους
θαυμάζοντας τα σπίτια
των πολύ φτωχών:
στέγη εκτός γραμμής με τις πλευρές
οι αυλές γεμάτες
με παλιό κοτετσόσυρμα, στάχτες,
έπιπλα που πήγαν στραβά-
οι φράχτες και τα παραπήγματα
χτισμένα από βαρέλια
και κομμάτια κουτιών, όλα,
αν είμαι τυχερός,
λερωμένα με ένα γαλαζοπράσινο
που σωστά διαβρωμένο
μου αρέσει καλύτερα
όλων των χρωμάτων.
Κανείς
δεν θα πιστέψει αυτό το
τεράστιας σημασίας για το έθνος.
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Ada Limón, Dead Stars / Νεκρά αστέρια
Out here, there’s a bowing even the trees are doing.
Winter’s icy hand at the back of all of us.
Black bark, slick yellow leaves, a kind of stillness that feels
so mute it’s almost in another year.
I am a hearth of spiders these days: a nest of trying.
We point out the stars that make Orion as we take out
the trash, the rolling containers a song of suburban
thunder.
It’s almost romantic as we adjust the waxy blue
recycling bin until you say, Man, we should really learn
some new constellations.
And it’s true. We keep forgetting about Antlia, Centaurus,
Draco, Lacerta, Hydra, Lyra, Lynx.
But mostly we’re forgetting we’re dead stars too, my mouth
is full
of dust and I wish to reclaim the rising—
to lean in the spotlight of streetlight with you, toward
what’s larger within us, toward how we were born.
Look, we are not unspectacular things.
We’ve come this far, survived this much. What
would happen if we decided to survive more? To love
harder?
What if we stood up with our synapses and flesh and said, No.
No, to the rising tides.
Stood for the many mute mouths of the sea, of the land?
What would happen if we used our bodies to bargain
for the safety of others, for earth,
if we declared a clean night, if we stopped being
terrified,
if we launched our demands into the sky, made ourselves
so big
people could point to us with the arrows they make in
their minds,
rolling their trash bins out, after all of this is over?
Νεκρά αστέρια
Εδώ έξω, ακόμα και τα δέντρα υποκλίνονται.
Το παγωμένο χέρι του χειμώνα στην πλάτη όλων μας.
Μαύρος φλοιός, γλιστερά κίτρινα φύλλα, ένα είδος ακινησίας που μοιάζει
τόσο βουβή που μοιάζει σχεδόν με άλλη χρονιά.
Είμαι μια εστία αραχνών αυτές τις μέρες: μια φωλιά προσπαθειών.
Δείχνουμε τα αστέρια που σχηματίζουν τον Ωρίωνα καθώς βγάζουμε έξω
τα σκουπίδια, τα κυλιόμενα κοντέινερ ένα τραγούδι των προαστίων
βροντή.
Είναι σχεδόν ρομαντικό καθώς ρυθμίζουμε το κέρινο μπλε
…μέχρι που λες: «Φίλε, θα έπρεπε να μάθουμε πραγματικά…
μερικούς νέους αστερισμούς.
Και είναι αλήθεια. Συνεχώς ξεχνάμε την Antlia, τον Κένταυρο,
Δράκοντα, Λακέρτα, Ύδρα, Λύρα, Λυγξ.
Αλλά κυρίως ξεχνάμε ότι είμαστε κι εμείς νεκρά αστέρια, το στόμα μου…
…είναι γεμάτο…
από σκόνη και θέλω να διεκδικήσω την ανάδυση…
να σκύψω στο φως των προβολέων του δρόμου μαζί σου, προς το μέρος σου…
προς αυτό που είναι μεγαλύτερο μέσα μας, προς το πώς γεννηθήκαμε.
Κοίτα, δεν είμαστε αφανή πράγματα.
Φτάσαμε ως εδώ, επιβιώσαμε τόσο πολύ. Τι
θα συνέβαινε αν αποφασίζαμε να επιβιώσουμε περισσότερο; Να αγαπήσουμε
σκληρότερα;
Τι θα γινόταν αν σηκωνόμασταν όρθιοι με τις συνάψεις και τη σάρκα μας και λέγαμε: Όχι.
Όχι, στην ανερχόμενη παλίρροια.
Σταθήκαμε για τα πολλά βουβά στόματα της θάλασσας, της γης;
Τι θα γινόταν αν χρησιμοποιούσαμε το σώμα μας για να διαπραγματευτούμε
για την ασφάλεια των άλλων, για τη γη,
αν κηρύσσαμε μια καθαρή νύχτα, αν σταματούσαμε να είμαστε
τρομοκρατημένοι,
αν εκτοξεύαμε τα αιτήματά μας στον ουρανό, αν κάναμε τους εαυτούς μας
τόσο μεγάλους
οι άνθρωποι θα μπορούσαν να μας δείξουν με τα βέλη που φτιάχνουν σε
στο μυαλό τους,
και να κυλήσουν τους κάδους τους, όταν όλα αυτά τελειώσουν;
*Από τη συλλογή “The Carrying”, Milkweed Editions (2018).
**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Σύννεφα με παντελόνια (μέρος IV)
Ραντίζω το δρόμο με το αγίασμα του αίματός μου
τα λουλούδια στα πεζοδρόμια ασπάζονται τα ράκη των ρούχων μου
ο ήλιος θα χορέψει χιλιάδες φορές σαν τη κόρη του Ηρώδη
γύρω από την υδρόγειο – το κεφάλι του βαπτιστή
όταν τελειώσει ο χορός των ετών μου, ο χορός της παραχωρημένης ζωής μου
θα μείνει πίσω μια ατέλειωτη σειρά από κηλίδες αίματος
ως το κατώφλι του πατρικού μου σπιτιού
λερωμένος από το χώμα του τάφου μου θα συρθώ έξω από το χαντάκι του θανάτου
και ανεβάζοντας της φωνής μου τον τόνο θα πω :
Για άκου εδώ κύριε θεέ
δεν πλήττεις άραγε χωμένος εκεί μέσα στον πολτό των σύννεφων
να κάνεις κάθε μέρα γάμους και βαφτήσια ?
ας παίξουμε γαϊτανάκι γύρω από το δέντρο της γνώσης, της αρετής
και της κακίας με άλλα λόγια,
Εσύ ! Εσύ ο πανταχού παρών θα γεμίσεις τις ψωμιέρες
και ο Άγιος Πέτρος σέρνωντας το χορό θα αναστενάξει σα θυμηθεί τα νίατα του
θα γεμίσουμε Εύες και πάλι τον παράδεισο,
Πες το κι έγινε ! Απόψε κιόλας θα πάω στο μπουλεβάρδο Tverskoy
και θα φέρω τα ομορφότερα κορίτσια που είδες ποτέ,
Κουνάς τα καλοχτενισμένα μαλλιά σου;
Λίνα Βαταντζή, Δίπτυχο και κατακλείδα
“Χάραμα”
κάποια μέρα
που το φως της ορίζει
τα βήματα
παράλληλες και τεμνόμενες
προσδοκίες
επιθυμώ
να έρθεις
με την καρδιά του ανέμου
από μέρη θερμά
να στροβιλίζεις
τη μορφή σου ολόγυρα
ανέγγιχτη και άφωνη
ουτοπία
κι εγώ
σιωπηλά
να κλέβω την ανάσα σου.
“Σούρουπο”
κάποια νύχτα
που χάνονται τα μονοπάτια
σκούρα και στενά περάσματα
προσδοκώ
να διαβείς την πόρτα
με τα ακροδάχτυλα
να ψηλαφήσεις
τα καρφιά μου
άφατος πόνος στα βλέφαρα
να ραντίζεις δροσιά
από την χώρα του ποτέ
κι εγώ
πάλι
να σε επιθυμώ.
“Κατακλείδα”
να προσδοκώ
να επιθυμώ
καθώς ποτέ.
Ειρηναίος Μαράκης, Πέντε ποιήματα
ΣΑΛΗΣ, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΒΑΡΚΑΡΗΣ
Δεν έφυγε
δεν έφυγε ποτέ
από την πόλη,
κάθε βράδυ
μόλις κοιμηθούν
οι τουρίστες
και κοπάσει
ο θόρυβος της μέρας,
εμφανίζεται.
Βγαίνει στα στενά
της Θεοτοκοπούλου,
στο παλιό λιμάνι,
φορτωμένος
τις αποσκευές των ξένων,
τους καημούς,
τα πάθη μας,
την πόλη
που πεθαίνει.
Καθώς ξημερώνει,
επιστρέφει στο μνήμα του,
ανησυχεί,
προβληματίζεται,
φοβάται,
αλλά ξέρει
ότι και το επόμενο βράδυ
ξυπόλυτος θα βγει
να προσφέρει στην πόλη
απλόχερα τσάντες
με τρόφιμα:
την αγάπη,
την αλληλεγγύη,
το αίμα του.
Δίπλα του, η Αμπλά
θα τραγουδά
σκοπούς των Χαλικούτηδων,
την ώρα που ο ήλιος
ψηλά θα σηκώνεται
πάνω από τον Φάρο,
πέρα από το Κουμ Καπί
κι από την Ιστορία.
*
ΣΟΛΕΤ
Στον Λεωνίδα Κακάρογλου (1952-2025)
Ξύπνησα
μ’ ένα φόβο και μια προσμονή.
Είδα να σχηματίζεται η μορφή σου
από το φως του πρωινού ήλιου
όπως ξετρύπωνε από τις χαραμάδες,
είδα να σηκώνει ανάστημα
σαν παραστρατημένος ήρωας
σε ασπρόμαυρο φιλμ νουάρ.
Πέταξε ψηλά
ανάμεσα από δίσκους βινυλίου
από βιβλία και κινηματογραφικές αφίσες
πάνω από την πόλη και το λιμάνι της
και μου θύμησε,
εκείνη την παλιά φωτογραφία
όταν σε πρωτογνώρισα.
Χόρευες, το έβλεπα καθαρά πια
και τραγουδούσες
κάποιο παλιό σκοπό
που στο ρεφρέν
επαναλάμβανε την ίδια πάντα λέξη: Σολέτ,
που ίσως σημαίνει το τέλος
ίσως και την αρχή.
13/7/2025
* ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟΔΩΡΟ ΜΠΑΣΙΑΚΟ
Α, ρε Θόδωρε,
κάθε βράδυ ξενυχτάω
κάτω απ’ το μπαλκόνι σου,
σε στάση επαγρύπνησης
με καινούρια τσιγάρα στην τσέπη
σιγοτραγουδώντας
Καζαντζίδη
και δυο-τρία τσιτάτα
του Γκράμσι.
Δεν διάβασα ποτέ Βανεγκέμ —
δεν ήξερα καν
αν ήταν συγγραφέας
ή διάσημος ποδοσφαιριστής.
Περιμένω
την εμφάνισή σου
με το πλατύ χαμόγελο
να σου πω,
αν και το ξέρεις,
πως οι μάχες ξεκίνησαν.
Αλλά, τι κρίμα,
κάποιοι σύντροφοί μας
ξεχάστηκαν σε βραδιές
με ποιήματα
και πιώμα.
Στο δρόμο δε θα βγουν,
παρά μόνο θα ρεύονται
τα επαινετικά σχόλια
στα κοινωνικά δίκτυα,
και πονηρά
θα αναπαράγουν
τα γκαγκανικά σου ποιήματα,
για να τσιμπήσουν αρέσκειες
και κανένα γκομενάκι
από εκείνα τα διανοούμενα.
(Εδώ αδερφέ, κινδυνεύω
να χαρακτηρίσουν το ποίημα
σεξιστικό.
Άδικο, θα ’χουν;)
Α, ρε Θόδωρε,
κάθε βράδυ ξενυχτάω
κάτω απ’ το μπαλκόνι σου,
σε στάση επαγρύπνησης,
σε τούτη την απεργιακή φρουρά,
προσμένοντας τον ήλιο
που αργεί να ξημερώσει.
Κάπου πέρα μακριά
ξεπροβάλλει κι ο Ντουρούτι
οι ένοπλες γυναίκες της Επανάστασης
με το αγνό χαμόγελο
τραγουδώντας με πάθος
το Ay Carmela!
Δίπλα μου θα σταθούν
με το όπλο παρά πόδα,
όπως εγώ,
με τις βελόνες της αιμοκάθαρσης
στο χέρι.
Και θα σε περιμένουμε.
19/7/2025
*
ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΙΣΚΟΥ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Έσυραν τον άγνωστο βασιλιά
σε ανίερους θριάμβους και παρελάσεις
αλυσοδεμένο και γυμνό
με αγκάθινα στέφανα
να στολίζουν
το λερό του κεφάλι,
χαμογελούσε
τραγουδούσε
φώναζε
«Είμαι ο τελευταίος Μακεδόνας,
είμαι ο γιος του Περσέα
και της Λαοδίκης,
τέκνο μιας πολιτείας
που οικειοθελώς παραδόθηκε
στα δόντια μιας λύκαινας
και των παιδιών της».
Κανείς δεν άκουσε
την κραυγή του,
όλοι χορεύαμε
στους ρυθμούς
της μουσικής
το βούκινο
και το κέρας
σκέπασαν
την απελπισμένη φωνή του
καθώς — μόνος στον κόσμο —
ξεψυχούσε
μπροστά στη Ρώμη
και το λαό της.
Είπαν, πως ο βασιλιάς
κρίθηκε λίγος
στο πεδίο της μάχης
στα δύο χωρίζοντας
τον στρατό του
απέναντι στις λεγεώνες
των ένδοξων πραιτόρων μας —
και ποιος δεν είναι ένδοξος σήμερα —
του Καικίλιου Μέτελου
και του Λεύκιου Αιμίλιου Παύλου
αλλά είναι ένα ψέμα
ιδιαίτερα σοβαρό·
στο πεδίο της ηθικής
εκεί ορίστηκε
η νίκη ή η ήττα του Ανδρίσκου.
Δεν υπήρξε Μακεδόνας
ούτε πολιτικός,
γιος ενός βυρσοδέψη
με ρίζες στη Μυσία της Αιολίδας,
και αυταπάτες μεγαλείου
που κάποτε ονειρεύτηκε
ότι θα απελευθερώσει τους φτωχούς
από την εξαθλίωση.
Αλλά μπορούν ποτέ
οι ταπεινοί
να σηκώσουν κεφάλι;
8/7/2025
*
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ
Πίνω καφέ
διαβάζω τα νέα
στρίβω ένα τσιγάρο
κοιτάζω απροκάλυπτα
τις περαστικές
με τα αέρινα φορέματα
με γοητεύουν
τα τατουάζ πεταλούδα
στους ώμους τω κοριτσιών
γελάω με τους τουρίστες
που φοράνε άσπρες κάλτσες
μαζί με τα σανδάλια τους,
παρατηρώ:
επαίτες
διαδηλωτές
τροχονόμους,
κρύβονται τα ζευγάρια
από τα μάτια μου
ένα πεταχτό να δώσουν φιλί
κι αφηρημένος όπως είμαι
ρίχνω το ποτήρι
στο πάτωμα.
19/6/2025
Σημειώσεις:
*Ένα δείγμα από τα θέματα που με απασχολούν το τελευταίο διάστημα.
*Σαλής, ο μαύρος βαρκάρης: Σαλής Χελιδονάκης, ο μαύρος βαρκάρης των Χανίων, μια θρυλική προσωπικότητα που αγαπήθηκε τόσο, ώστε μετά το θάνατό του, το 1967, οι συντοπίτες του ζήτησαν ειδική άδεια από το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να τον θάψουν ανάμεσα στους Χριστιανούς. Απόγονος μαύρων εργατών από το Σουδάν (Χαλικούτηδων) που βρέθηκαν στην Κρήτη την εποχή της Αιγυπτιοκρατίας, αρνήθηκε να εγκαταλείψει τα Χανιά με την ανταλλαγή πληθυσμών το 1922 και παρέμεινε εκεί γράφοντας τη δική του ιστορία.
*Σολέτ: Τίτλος ποιήματος από την ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου «Η πρωτεύουσα των δακρύων» (Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 2022)
*Γράμμα στον Θεόδωρο Μπασιάκο: Ο ποιητής Θεόδωρος Μπασιάκος γεννήθηκε το 1963 και έφυγε από τη ζωή – αλλά όχι από την ποίηση – στις 19 Ιουλίου 2020. Το παραπάνω “ποίημα” γράφτηκε με αφορμή την επέτειο του θανάτου του, αλλά και με σημείο εκκίνησης το ποίημά του με τίτλο «La lutte continue».
*Το λάθος του Ανδρίσκου, τελευταίου βασιλιά της Μακεδονίας: Ο Ανδρίσκος (Μυσία 185 π.Χ. – Ρώμη 146 π.Χ.) ή Φίλιππος ΣΤ΄ ή Ψευδο-Φίλιππος, βασίλεψε στη Μακεδονία, το 149 με 148 π.Χ.. Δεν προερχόταν από βασιλική οικογένεια, ενώ οι στρατιωτικές συγκρούσεις του με τους Ρωμαίους αποτέλεσαν τον Τέταρτο Μακεδονικό Πόλεμο.
Μίλτος Σαχτούρης, Τὰ Γράμματα
Θὰ πάψω πιὰ νὰ γράφω ποιήματα
ἔριξες τὸ χρυσό σου δαχτυλίδι μὲς στὴ
θάλασσα
στὴν ἀμμουδιὰ μὲ τὸ νεκρὸ κρανίο
κι ὅλα τὰ βουλιαγμένα καράβια βγῆκαν
στὸν ἀφρὸ
κι ὁ καπετάνιος ζωντανὸς
κι οἱ ναύκληροι νὰ χαμογελᾶνε
εἶπα θὰ πάψω πιὰ νὰ γράφω ποιήματα
καὶ στὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου τοῦ προγονικοῦ
ὁ πατέρας μου καὶ ἡ μητέρα μου
κουνᾶνε τὰ μαντήλια τους καὶ χαιρετᾶνε
τὰ ποιήματά μου ὅμως δὲν μπόρεσαν νὰ
τὰ διαβάσουν
ἔχουν ξεχάσει νὰ διαβάζουν
λένε τὸ κάπα ἄλφα καὶ τὸ δέλτα ἔψιλον
καὶ σὺ μοῦ εἶπες ψέματα
στὸν τόπο αὐτὸ τοῦ κόκκινου γελαστοῦ
κρανίου μὲ ξεγέλασες
γι᾿ αὐτὸ κι ἐγὼ σὲ γέλασα
καὶ μὲ πιστέψατε
κατάρα μὲ τὶς ἑφτὰ σκιὲς
πάντα θὰ γράφω ποιήματα
Νίκος Καρούζος, Βραδινός Ιούνιος
Ένας θάνατος είν’ ο θάνατος.
Άλλος θάνατος είν’ η άκρη της ύλης.
Κι άλλος θάνατος, ο λευκότερος
είν’ η άνοιξη της μη-ύλης.
Όποιος ακούει τον πρώτο θάνατο
πεθαίνει στ’΄αλήθεια.
Όποιος αγγίζει το δεύτερο θάνατο
ζει.
Μα εκείνος που φτάνει στον τρίτο θάνατο
μοιάζει νά ‘χει νικήσει·
άνοιξη, όχι το έαρ, αλλά
το ν’ ανοίγεις: το δρόμο
τς μη-ύλης
Ιούνιος ‘75
Χρίστος Παλαιοπάνος, από τη συλλογή “Κατά Ασπαράκτων”
Συναυλία σπαραγμού του ποιητή σε μιαν εικόνα;
Βουητό
ό,τι συμβαίνει στο βουητό:
η θάλασσα πλάι στο δέντρο
που ακούει τη θάλασσα
από δέντρο θαλασσωμένη
το δέντρο πλάι στη θάλασσα
που ακούει το δέντρο
από θάλασσα δεντρισμένο
ο ποιητής που ανεβασμένος μέσα τους
απ’ το βουϊσμένο αίμα ολονών ποιημένος
κολυμπά
θάλασσα όντας
και δέντρο
στο βουητό με μιαν ερωτική κραυγή διαχυμένος
το ποίημα που γράφεται
από ποιητή σπαραγμένο
…
το βουητό
που ακούει το βουητό·
ανάσα αέρας
διευθύνει
(συμβαίνουν κι αυτά)
(από την ενότητα “Ο Ασπάρακτος”)
Στην καρδιά του μέσα ο ανδριάντας της καρδιάς του
(νεοχριστιανικής τεχνοτροπίας δούναι και λαβείν)
επιδεικνύει
ως νέος Μωυσής
τις περιβόητες
“seven habits of highly effective people”
(με λήμμα στην wikipedia βεβαίως)
κορδώνεται αυτός (συμμορφωμένος πάντα)
κορδώνεται η πέτρα
φουσκώνει ο ανδριάντας
εξαπλώνεται
στο στόμα στα χέρια στο συκώτι (πάρ’ τα αετέ του Δία)
κατισχύει της παραδοχής του αίματος που κάποια λέξη αγάπη
τόλμησε
διαβαίνει από τα μάτια
ένδον στο κεφάλι (προπάντων εκεί· άνθος
ο ανδριάντας στο κεφάλι)
κορδώνεται
εξαπλώνεται
(πού σπαραγμός
μέσα στον ανδριάντα του που λατρεύει;)
κορδώνεται η πέτρα
εξαπλώνεται: πλέον
στα παρολίγο αγγιγμένα του
σε κάποιον παρολίγο διαχυμένο εαυτό που κάποια λέξη αγάπη
με αίμα θα τολμούσε
μα εξαπλώνεται…
(από την ενότητα “Κατά ασπαράκτων”)
Από το μήλο να μπεις στ’ ακρόμηλο…
Από το μήλο να μπεις στ’ ακρόμηλο
από τον όφι στο ακρόφιδό του
και μ’ άνοιξη απ’ το σύνορο στο άγραφο να μπεις big bang του:
ιερωμένη ανάσα
(ασπάρακτοι, αναγούλα;)
στις άσωτες γλώσσες εκεί χώσου ούρλιαξε
ξεγέννησέ τες
ανάπνευσέ τες
γίνου
ανάσα νέα
τ’ απόγειο της σκέψης και το προσήλιο του σώματος
το τέλειο των ατέλειωτων ποιημάτων των περιθωρίων
το αντίδωρο των εξορισμένων πατρίδων
ανάπνευσέ τες
σπάραξε
ποιον ήρωα στην κατάργηση εκεί των ηρώων;
(ασπάρακτοι, καρδιάς σας ελώδους ανακοπή;
στο μήλο στον όφι στο σύνορο
στον παχυλό Πατέρα Σας που ήρωα τον ανθίζετε
να σας ανθίσει νόμιμους,
ασπάρακτοι, ανακοπή;)
Κρασί vs ασπαράκτων
Θυμάται ο σπαραγμένος
το κρασί πριν απ’ το χρόνο:
«είμαι κρασί
κρασί με πίνει
κρασί με κερνά
μεθυσμένες οι ρίζες
μεθυσμένοι οι καρποί
κι έτσι όλοι μας κράσοι του κόσμου μαστοί
ποιήματα-ποίημα δίχως ποιητή»
τί «μοιρολόι επέκεινα» αντικρούετε ασπάρακτοι;
τί «εκείνοι» του γύπα συμμορφωμένοι
τί «στην παρανομία σπαράζουν»;
μεθυσμένη η παρανομία ολούθε εδώ
μας πίνει
και πίνουμε
μεθυσμένοι οι ερχόμενοί μας
θυμούνται το κρασί πριν απ’ το χρόνο:
είμαστε κρασί…
κι εσείς δόξα ορθή:
ασπάρακτοι.
*“Κατά Ασπαράκτων”, Εκδόσεις Ενδυμίων, Αθήνα, Ιούνιος 2016.









