Αργύρης Χιόνης, Συμβάν

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

Σκότωσε
όλα τα περιστέρια
κι έφτιαξε
ένα μεγάλο πουπουλένιο μαξιλάρι.
Ύστερα,
έπεσε να κοιμηθεί
εν ειρήνη.

*Από τις “Απόπειρες φωτός’”, Εκδόσεις Δωδεκάτη Ώρα, Αθήνα, 1966.

Γιάννης Κοντός, Κίνδυνος στην πόλη

Απόψε δεν γράφονται ποιήματα

Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο
και ρίχνει στο ψαχνό.
Όλα τον δείχνουν – αλλά
κανείς δεν βλέπει.

Τρέψω – τρέχουμε
Σκοντάφτω στον εαυτό μου.

Ο ποιητής παριστάνει
το οπωροφόρο δέντρο για να
γλιτώσει τον ξυλοκόπο.

Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΜΜΙΚΗ ΠΛΟΚΗ

Η μονότονη εμμονή
αγανακτισμένου αντιεξουσιαστή
οδηγεί την πλοκή και το μύθο·
και ο συγγραφέας αυτός
εξεγερμένος εγωιστής
πλάθει ευστιχώς
πειστικά
τροπή, ανατροπή, σκηνή πλήθους.


άλλο τι
δεν έχω να προσθέσω
και γράμματα
γνωρίζω

*

Ο,ΤΙ ΛΑΜΠΕΙ

Είμαι μια παρομοίωση·
ο αληθινός μου εαυτός
κρυβόταν πάντα
στα σκοτεινά μέρη
του μυαλού μου
παραφυλούσε τείχη
και ξεμύτιζε τα πρωϊνά
ονειρευόταν κατάρτια.

Οι άνθρωποι συνηθίζουν
να ζούνε
δίχως τίποτα.

*Από τη συλλογή “ρακοσυλλέκτης χρόνος”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2015.

Βίκυ Δερμάνη, Τέσσερα ποιήματα

Εν κενώ

Πονάς;
όταν πονάς, πονάω
γελάς;
όσο γελάς, γελάω

κι αφού τόσο μαζί
μέσα μας γιατί τόσο κενό
γιατί ερημία τόση;

*

Ανομβρία

Ούτε αρτεσιανό να ξεδιψάσουμε
ούτε ιαματικό να γιατρευτούμε

μας στέγνωσε
των καιρών η ανομβρία

*

Ανε(μόνοι)

Από μοναξιά κρυώναμε
μα οι κουβέρτες ξεσκισμένες
πεταμένες στης απελπισίας
το κάτασπρο το παγωμένο χέρι

*

Εν τάφω

Κομματάκι-κομματάκι
οι σάρκες μας φαγώθηκαν

πόσους θανάτους ζήσαμε
ανάσταση καμιά

*Από τη συλλογή “Στης δυστοκίας τον τόπο ο αλέκτωρ σωπαίνει”, Εκδόσερις Κύμα, 2024.

Νίκος Γαλάνης, Για τους εκατοντάδες Παλαιστινίους που ελευθερώθηκαν από τις φυλακές

Artwork: Suhad Khatib

Ένα περιστέρι βγήκε από τον νου μου
Κι ορμώντας έσπασε τον τοίχο της φυλακής
Η άσφαλτος έξω το περίμενε καυτή
Δίχως σταλιά νερού
Κι ούτε σκιά για εκείνο
Σήμερα
Σε ένα άλλο μέρος της γης
Εκατοντάδες περιστέρια βγήκαν απ’ το κλουβί τους
Όχι γιατί υπάρχει κάποιος μεγαλόκαρδος θεός
Αλλά γιατί εκατομμύρια άλλα πείνασαν
Και χιλιάδες ακόμη θανατώθηκαν
Σήμερα είναι σπουδαία μέρα
Θα την γιορτάζω πάντα
Κάθε χρόνο στις 13 Οκτώβρη
Για να θυμάμαι
Πως στην Παλαιστίνη
Τα περιστέρια ζουν αιώνια

Αντιγόνη Κατσαδήμα, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Urs Boke

Η ΑΜΑΞΟΠΟΡΤΑ

Ήρθε εκείνη η ώρα,
το πρωινό αναβόσβησε τα φώτα,
είχε γεύση από ανοιχτό αμάξι,
τα χείλη μας δεν σάλεψαν,
τα πράγματα μόνο,
ήθελα να ήμουν πεταλούδα,
να περιγελά τον θηρευτή
το μαύρο μάτι στο φτερό μου,
δεν ήταν ψέμα η αναχώρηση,
μεγάλωσε ξαφνικά η αμαξόπορτα
κι αποφάσισε να την ακούσει
ο γκρεμός που απλωνόταν ενώπιόν μας,
δεν είπαμε λέξη όταν φύγαμε.

*

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Η θάλασσα γυρίζει προς τα πίσω,
για να περπατώ στη μεγάλη άμμο,
μέχρι να σε συναντήσω,
αφήνω τις φωνές μακριά, νυχτώνει.
Δεν θυμάμαι πού πάμε,
μόνο ότι, όταν με γυρίζεις στη στεριά
και με θωρεί η ίδια σου η σκιά,
καθαρό νερό βρέχει στους αστραγάλους,
απ΄ τη δική μας θάλασσα χωρίς αντιπάλους.
Φοβάμαι για τα αθλητικά,
κυματίζεις το χέρι, να μην ασχολούμαι.
Μετά, υπάρχει το μπροστά,
δεν βλέπω το σκούρο σου μπλε μπουφάν.

*Από τη συλλογή “Εκρήγνυμαι”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2024.

Τώνια Τσαρούχα, Δύο ποιήματα

ΤΕΛΕΤΕΣ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ

Η Αλίκη τρώει το κέικ
απ΄ τη γωνιά της ανυπακοής
και μεγαλώνει,
απ’ τη γωνιά του φόβου
και μικραίνει.

Παίρνει μέρος στο κυνήγι του βίσωνα.

Βάφει τα νύχια στο ιώδες της πληγής,
τα μάτια στις πενήντα αποχρώσεις της μέρας.

Μασάει αρωματικές λέξεις
για να μη μυρίζει η ανάσα της.

Κεντάει στο στήθος το τραγούδι του κύκνου.
Πετάει ζωγραφίζοντας αγριόχηνες.
Γίνεται μπαλαρίνα σε μουσικό κουτί.

Πίνει το νεκρό της άρνης και ξεχνάει
τις περιπέτειες στην κουνελότρυπα.

Για την αδιαθεσία καταπίνει μανιτάρια
απομεινάρια
μιας λανθάνουσας τόλμης
και περιπλανιέται στις πόλεις.

*

ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΤΙΤΑΝΙΚΟ

Όταν άρχιζε να χιονίζει
ανέβηκα στο κατάστρωμα..

Για να με γνωρίσεις
φόρεσα φύλλα και μεταξωτές
ματαιώσεις.

Εσύ κουβαλούσες στην πλάτη
ένα πιάνο με ουρά ψαριού.

“Μ’ αυτό θα πάμε στον Νέο Κόσμο”
είπες.

Η ανάσα σου μύριζε καραμέλα βουτύρου
και κονιάκ.

Απ’ το στόμα σου έβγαιναν
μπουρμπουλήθρες και
αλογάκια της Παναγίας.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος της ανυπακοής”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021.

Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου, Τρία ποιήματα για τη Γάζα

Απόψε να γυρίσεις

Αυτοί με όπλα
Εμείς με πέτρες
Που ‘χουν πάνω χαραγμένο
το δίκιο μας
Αυτοί να φοβούνται
τους μώλωπες
Κι εμείς με τις ματωμένες
μας τρύπες
σαν τίτλους τιμητικούς
της ιστορίας απονομή
Μόνο φοβούμενοι το χαστούκι
της μάνας
που παίξαμε με λάσπες κι αίματα
Μα ύστερα δεν είναι αυτή
που στο μνήμα του Γασσάν
έχυνε δάκρυα θρήνου
μα πιο πολύ περηφάνιας;
Αυτοί με τα όπλα
Κι εμείς με τις πέτρες
που ‘χουν πάνω τους χαραγμένο
το δίκιο και τη μητρική στοργή:
«Απόψε να γυρίσεις, Γασσάν,
σ’ αγαπώ».

*

Ολοκαύτωμα της Ράφα

Με ακλόνητο βλέμμα
γυμνοί γεννήθηκαν στη γη
σκόρπισαν γενιές σαν στάχτες
περιφρονούν
μάτια διατρυπούν
τη σιδερένια κατοχή
γδυτοί αντάρτες.

*

Μπλακάουτ

Σωστή πλευρά της προϊστορίας,
δεν πίπτει λόγος
πίπτει βία.
Εμπρός! στης Γάζας τα σφαγεία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://neokartel.blogspot.com/2025/07/blog-post.html?fbclid=IwY2xjawNKkrdleHRuA2FlbQIxMQABHgyQ8Y3Y17PMowiSwbNpowVAvAEmHL9er17tgKospWOXqZUB8FxqMWppeOyF_aem_2pHy7MWUUEKAkggeNtiuCg

Άντεια Φραντζή, Η ζωή

Έτσι πια το γυαλί θρυμματίζεται
η πόλη μας εκτινάσσεται και διαλύεται
σε μικρά μπαλάκια και το σώμα σου
καλέ μου το τυλίγει το φωτοστέφανο.
Σε κοιτώ καθώς απομακρύνεσαι
σε ρευστό φας χρώματος ροζ
στην άκρη να στάζει
και γύρω μου τ’ αγκωνάρια
της θυμωμένης γης και ρωγμές
και με παίρνουν μέσα τους πολύ βαθιά
στο κέντρο.
σύρματα χόρτα.

Τι λες, Θεέ μου θα ζήσω;

*Από τη συλλογή “Μεταγραφή ημερολογίου”, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.