Didi (Elderdiry M. Fadul), Δύο ποιήματα

They came

They came out of misery
out in a rush
out of the mist of the dust
stretched their hands
and eased their grips
Ah! our tangible nights

Ήρθαν

Βγήκαν από τη μιζέρια
βιαστικά
απ’ την ομίχλη, απ’ τη σκόνη
τέντωσαν τα χέρια τους
και χαλάρωσαν τις κλειδώσεις τους
Α! οι νύχτες μας που αγγίξαμε.

***

Our tangible nights

This special mood
in special place
among special people
how sweet we re then
how delicious we are then.

Οι νύχτες μας που αγγίξαμε

Αυτή η ιδιαίτερη διάθεση
σε ιδιαίτερο τόπο
ανάμεσα σε ξεχωριστιούς ανθρώπους
πόσο γλυκείς
πόσο υπέροχοι ήμασταν τότε.

3 Ιουλίου 1987.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα / Poems”, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1993. Μετάφραση: Λήδα Βλάχου, Βαγγέλης Πατσός.

Θ. Δ. Τυπάλδος, Δύο ποιήματα

ΑΚΗΡΥΧΤΗ ΕΙΡΗΝΗ

Η ανάφλυφη ανάσα ενός ακέφαλου παιδιού.
Πάνω στα δέντρα φωλιάζουν πλαισιοκατασκευές.
Όψεις μιας ακήρυχτης ειρήνης.
Οι λιμασμένοι των ειρρημάτων.

Μεσούσης οδοτοστοιχίας αναθώδους κλυδωνισμού.
Σήματα μορς μεσοτοιχίας απροσπέλεστης.
[Κ]Λίβανος δυσπιστίας.
Όστρια οστρακοσκοπείου.

Εγκεφαλικά κύτταρα αμοιβάδας.
Κάτασπρο του ερέβους σεντόνι.
Αλεξικέραυνο σπλήνας διογκωμένης.
Τικ-τακ! Τικ-τακ! Τικ-τακ!

***

ΠΟΛΕΜΟΣ

Στην αδιασάλευτη βασκανία
μιας στοιχειωθετούσης
πυρκαγιάς που κοχλάζει
δαιμόνια αφής
καθώς πεοθηλάζει η μήτρα
των χαμένων ωρών
τον κερδισμένο χρόνο
το σ’ αγαπώ
μιας χειροβομβίδας του ίμερου
η σχάση του ατόμου
καθώς
διασπάται
μέσα σε σελίδες
τρεμάμενου πόνου
ενώ οι στάχτες
του Κρονίου [αφ]ορισμού
στέκουν μπροστά στο τετράγωνο
μιας απέλπιδος
τιτανομαχίας
η ωραία κοιμωμένη
μετά από χρήση μορφίνης

*Από τη συλλογή “Η Ατέρμονη Πύλη”, εκδ. Provocateur, 2018.

Χ. Π. Σοφίας, Έξι ποιήματα

ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Παραφυλάω να σε δω να φεύγεις
Και τότε μπαίνω στο σπίτι σου
Και με τα δάκρυά μου ποτίζω τα λουλούδια σου
Γι’ αυτό όταν γυρίζεις τα βλέπεις θλιμμένα

***

ΑΚΟΥΣΕ

Άκουσε τις ανάσες των δένδρων
Το κλάμα των πουλιών που τα φροντίζουν
Όταν ο ξυλοκόπος τούς στερεί το χώμα

***

ΕΡΩΤΑΣΑΓΑΠΗ

ΈρωταςΑγάπη
Πλάι πλάι δύο λέξεις
Ή μια λέει ψέματα στην άλλη

***

ΣΚΑΨΙΜΟ

Τις λέξεις να τις σκάβεις
Αν θες να ανθίσουνε

***

ΑΙΩΝΕΣ

Αιώνες τώρα το σπέρμα έχει τη θλίψη του θεού
Αιώνες τώρα η μήτρα έχει τη χαρά του ανθρώπου

ΔΕΝΔΡΟ

Τα δικά σου βήματα
Ένα δένδρο περιμένει

*Από τη συλλογή “μουσώνες τα δενδρα δυσκολεύονται να ανασάνουν”, εκδ. Κουκίδα, 2018.

Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

[βύρωνας]

κοιτώντας την προχτές
μου φάνηκε πως άγιασε
η μάνα μου
έλαμπε στο πρόσωπο
το γέλιο της
τη φώτιζε πλαγίως
καθώς με τύλιγε με το κασκόλ
να μην κρυώσω
έξω απ’ τη σιδερένια πόρτα
του σπιτιού
που μάγκωνα τα χέρια μου
να κλείσει
κερδίζοντας
τα μελανά μου δάχτυλα

***

[αράδες]

άλλοτε για τους γονείς
έπειτα θυμήθηκα την ομορφιά
μηδέν εις το πηλίκο
ξεκλείδωσες
και μπήκες σαν τραγούδι
οι βρύσες έτρεχαν κρουνηδόν
έκανα στην άκρη
γέμισαν άδειες κόλλες

***

[lupi]

στα γεμάτα φεγγάρια
τους φιλοξενώ
στρώνω τις δαντέλες μου
βάζω φαΐ
τακτοποιώ κρεβάτια
μόλις ησυχάσουν
αρχίζω ν’ αλυχτάω
μιλάω τη γλώσσα τους
να μην αισθάνονται άβολα

*Από τη συλλογή “η μαύρη ανάμεσα”, εκδ. Κύμα 2018.

Γρηγόρης Σακαλής, Συνεργασίες

Δικαιοσύνη και καταστολή
συνεργάζονται
προστατεύουν το επιχειρείν
ενημέρωση και ηγεσία
συνεργάζονται
διαιρούν για να βασιλεύει
η ανωτέρα τάξη
ιεροφάντες και φρουροί
συνεργάζονται
να κρατούν το ποίμνιο ήσυχο
έτσι ο χορός καλά κρατεί
στο παραμυθένιο βασίλειο
της άγονης κοιλάδας
ποιητές και συγγραφείς
φουσκώνουν σαν διάνοι
γράφουν τις σοφίες τους
κι οι καλλιτέχνες τις τραγουδούν.

Άκανθος, Ο δρόμος του καυτού νερού

Περπατά ο κανένας
στις άκρες του Ευβοϊκού
κι έτσι θυμάται με κόπο
τα ασκόπως έχοντα συμβεί
τα ξοδεμένα…
Η Μήδεια – μνήμη διψασμένη
σφάζει τον εαυτό της
πετώντας πάνω απ’ τα νερά,
πότε, και πότε σέρνεται
μπροστά απ’ τα βήματα
του ταξιδιώτη, φάλτσα τραγούδια λέει
και παρασταίνει ιστορίες μισές
και σπάει σε άπειρα κομμάτια
και σκορπίζει στον αέρα εικόνες
άγνωστες απ’ το γνωστό,
στο φαγωμένο έδαφος από το θειάφι ολούθε,
και κρένει ο κανένας στο καυτό νερό
που τώρα είναι άλλο,
αλλά
το ίδιο τρέχει όπως έτρεχε.
και τον ακούει το νερό
ή έτσι νομίζει
πως όλους τους ρόλους όπου έφτιαξε
δεν τους θυμάται απ’ το γιατί
αλλ΄ από το τώρα
και όσο λιγοστεύει ο καιρός
κι ο ασυγχώρητος θάνατος ζυγώνει.

*Από τη συλλογή “Η Πάλη των Πράξεων”, εκδ. Provocateur, 2017.

Δημήτρης Κουτσιφέλης, Δύο ποιήματα

Αιωνιότητα

Διωκόμενος, έχασε το ένα παπούτσι.
Το αίμα του πέλματος
χαράζει το μονοπάτι του διώκτη.
Εύκολο τέλος η παράδοση, σκέφτεται.
Η αιωνιότητα χάνεται, αν
δε βρεθεί Εφιάλτης ή έστω
μια ελάχιστη κερκόπορτα.
Δεν αναγνωρίζεται η θυσία χωρίς φιλί
…………………………………………………………
Το διηνεκές αγαπάει την προδοσία

***

Κατά συνθήκην

Άκουγε τη νύχτα
τις στριγκλιές των γερανών στο λιμάνι,
τα πλοία
με τα φορτία των ερωτηματικών έδεσαν.
Οι αχθοφόροι ζαλικωμένοι απορίες,
μουρμουρίζουν μεταξύ τους,
πως αν γυρίσουν τα πλοία αδειανά
χωρίς απαντήσεις,
Τα ναύλα θ’ αυξηθούν,
κι οι ασφαλιστές, πιστοί στις συμβάσεις
θα κατασχέσουν τα όνειρα.

*Από τη συλλογή “Εξόριστες σκέψεις”, εκδ. Κύμα, 2018.

Άρης Αλεξάνδρου, Το αμετάφραστο

Έγραψε ένα ποίημα με λέξεις καθημερινές
(δεντροστοιχία πέτρα κέλυφος χαρτόνι)
έχοντας την πρόθεση να το μεταφράσει
στη μητρική του γλώσσα.
Ανασέρνοντας μιά-μιά τις αντιστοιχίες
απ’ το βυθό της μνήμης
αλλάζοντας τη διάταξη για να κρατήσει τον ρυθμό
προχώραγε στη νέα παραλλαγή με τόση επιτυχία
που σκέφτηκε να σκίσει την πρώτη γλωσσική μορφή.
Ξάφνου
ο ίσκιος ενός γλάρου πάνω στα νερά
τού θύμισε πως όλα τα πουλιά της μακρινής πατρίδας του
είχαν αποδημήσει ή σκοτωθεί.

*Από τα «Παρισινά ποιήματα».
**Από το βιβλίο: Άρης Αλεξάνδρου, «Ποιήματα (1941-1974), Εκδόσεις Καστανιώτη, Β΄ έκδοση, Αθήνα 1981, σελ. 146.
***Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Αλωνάκι της Ποίησηςτου Γ.Κεντρωτή.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

Αναζήτηση

Παράτησα το αγκίστρι μου
Έτσι κι αλλιώς
το μόνο που ψαρεύεις στο Αιγαίο
είναι πετρέλαιο
και πτώματα προσφύγων.
Αγόρασα μια λέμβο
περισυλλογής ιδεών.
Παλεύω με κύματα
που προσπαθούν να με ρίξουν
σε βραχονησίδες εθνικιστικών παροξυσμών.
Ψάχνω στεριά φιλοξενίας ζωών.
Απάγκιο επούλωσης ονείρων.

***

Σαν πρόσφυγας

Δεν ήρθα σαν κατακτητής
αλλά σαν πρόσφυγας,
γυρεύοντας στέγη και άσυλο,
έτοιμος να διαβώ τα σύνορά σου.
Μα εσύ ύψωσες φράχτη
κι εγώ δοκίμασα τη θάλασσα,
με κίνδυνο να χάσω τη ζωή μου.
Τώρα πια ψάχνω καταφύγιο στις πόλεις σου
δίπλα στου μπάτσου την οργή
και στο μαχαίρι του φασίστα.
Ψάχνω τα μάτια σου να δω
και να τους δείξω την πληγή μου.

***

Τα σύνορά σου

Κράτησες κλειστά τα σύνορά σου,
μα εγώ μπήκα κρυφά.
Πέρασα ναρκοπέδια,
σκαρφάλωσα φράχτες
κι έφτασα ρακένδυτος,
να σου γυρεύω δουλειά
και να μου δίνεις απέλαση.

Κωνσταντίνα Ζαγάρη, Τρία ποιήματα

Νυχτερινό

Έντυσα το δωμάτιο
-από τοίχο σε τοίχο –
τους φόβους μου
Αισθάνομαι ασφαλής
όταν τους βλέπω
Ολομόναχη –
ναυαγός, καταμεσίς μιας θάλασσας
σε ίση απόσταση παρόν και παρελθόν-
Κυτώ κατάματα τον νεαρό
απρόσωπο εαυτό μου
Μελετώντας έτσι
τη ματαιότητα με επιμέλεια,
άρχισα να εμπιστεύομαι τους ποιητές

***

Εγώ είναι (ο) άλλος*

Η φθορά αγαπημένη σύντροφος
με συνοδεύει στο γήρας
Χωρίς φόβο για τις αλλαγές
που συμβαίνουν σε κοινή θέα
Κρατώ ερμητικά κλειστό
ένα μικρό δωμάτιο όπου ιδιωτεύω
εκδύομαι τους πολλαπλούς εαυτούς μου
Επανασυνδέω στιγμές
σε μια δεύτερη ροή, άχρονη
Εκεί αφήνω στην άκρη τις ρυτίδες μου
Κρεμάω την ψυχή μου
στην άκρη κάποιου στίχου
μιας μελωδίας ή ενός χαμόγελου
Και ζω με μνήμη δίσεκτη

*Παράφραση της φράσης του Αρθ. Ρεμπώ

***

Βαρομετρικό χαμηλό

Με κούρασε ο χειμώνας
Τα πρωινά ανήλιαγα
Οι δρόμοι παγωμένοι
Σκυφτοί οι διαβάτες
οχυρωμένοι στα βαριά τους πανοφόρια
ακολουθούν μοναχικές διαδρομές
Σμήνη πουλιών πετούν αθόρυβα
και χαμηλά, προάγγελοι κακοκαιρίας
Τα δέντρα απλώνουν τα κλαριά γυμνά
Με πνίγουν, σαν τις τύψεις
για παραλείψεις μου
Με κούρασε ο χειμώνας και το γκρίζο
Απ’ αύριο βρέξει χιονίσει
Πολύχρωμη θα είναι η μπουγάδα
που θ’ απλώσω
Χαμόγελα θα στολιστώ σε χίλια χρώματα
Αφού το ξέρω πως ο χειμώνας
Προάγγελος είναι της άνοιξης