θα ήταν πιο συνετό
να είχαμε χωριστεί
εκείνο το πρωινό
πάνω στην γέφυρα
εσύ να πήγαινες στην πόλη του Πέτρου
και εγώ στο παγωμένο φρούριο των ναυτών
«χαιρετίσματα στην εξουσία»
θα σου ‘λεγα ειρωνικά
κι εσύ θα μ’ απαντούσες
—ετοιμόλογη όπως πάντα—
«καλά ξεμπερδέματα, μικρέ μου, με την αναρχία»
κι όμως
πίσω απ’ τα λόγια μας
θα κρύβαμε ένα δάκρυ
και μια φράση μυστική
«μην φεύγεις, αγάπη μου,
ας μείνουμε για πάντα εδώ
αγκαλιασμένοι»
και μείναμε
αγκαλιασμένοι εδώ
στο μεταίχμιο δυο κόσμων
που ενώνει μόνο ο πάγος
ερωτευμένοι μιας αντίφασης ζωντανής
καταδικασμένοι μοιραία
αφού αγνοήσαμε
εκείνο το φοβερό ταμπού
των αρχαίων φυλών
που απαγόρευε ρητώς
την ενδογαμία
Είμαστε περιηγητές
Σ’ αυτή τη γη…
Οι καρδιές είναι γεμάτες απορία
Καί οι ψυχές γεμάτες όνειρα.
Τη Ζωή την περπατάς μόνο με ψυχή και χαμόγελο.
Επιμένω σ’ ένα κόσμο άλλο-
Τον έχω ονειρευτεί –
Τον έχω σεργιανίσει μέσα μου.
Που πιά-
Είναι αδύνατον να μην υπάρχει.
***
Πληγές ψυχής
Οι άγγελοι κλείνουν τις πληγές με τα φτερά τους.
Οι σιωπές γιατρεύουν τα όνειρά μας.
Οι ψυχές ανταμώνουν στο άπειρο.
Ένα περιστέρι φέρνει την Ελπίδα
για αιωνιότητα.
Μία Αυγή χαράζει-
Καί είμαστε μαζί.
***
Ήχος
Ένας ήχος μια κραυγή…
Ένα άγγιγμα γλυκό συνεπαίρνει_
Μια ηλιαχτίδα πού βγαίνει
Γλυκαίνει-
Μια ζωή χάνεται-
Το σύμπαν κρατάει καλά τις ισορροπίες-
Η απόλυτη γαλήνη το σκοτάδι-
Η χαρά βαδίζει στο αύριο-
Το είναι γαλάζιο του ουρανού
σπρώχνει-
Οι πηγές των ονείρων-
Ευτυχία που λιώνει.
το κορίτσι με το πράσινο βέλο
κλέβει κρύβει
μέλπει το φιλί
το ενάρετο μωβ φιλόστοργο ανταποδίδει
το κορίτσι με την κλεψύδρα
και το κομμένο δάχτυλο
γλύφει το γαλάζιο του αίμα
Γλίχεται
το ποίημα βρέφος δεν μεγαλώνει
παλινδρομεί στον πάτριο σπόρο
επιστρέφει στο μητριό κέλυφος
τίκτεται δεν
ες αεί στο εράν αναμένεται
το κορίτσι με τα χρυσόψαρα στην κοιλιά
είναι η Amor Esmer Greca που
που θα γεννήσει την θάλασσα
θα δείτε θα δείτε
ARCANA LUSTRA III
είναι ο κονδυλοφόρος ο διαφθορέας
το ποδήλατό μου
το λευκό άλογο με τον ιππότη
η λευκή κλίνη με τον εραστή μουγκάλ
καβαλώ τα καπούλια του
κι έχει μαύρη μουσούδα
βελούδινης φτέρης
γράφω γέρνω γίνομαι
γονιμοποιώ γκρεμίζομαι
αναρριχημένη σε σάρωθρο
Κρκάσια μάγισσα ως επί εριτίμου φαλλού
με τα εκατό μάτια τα εκατό στήθη
τα εκατό δάχτυλα τα εκατό βάρη μου
σπορίζω συντρίβω συσπειρώνομαι
συστέλλομαι σφάζομαι σπρώχνω σωριάζομαι
-μπορώ να κάνω κάτι για σας;
ρωτάει εσάς το ποίημα
με γιδοτόμαρο φανερώνομαι των ορέων μονόκερος
ας πούμε πως το όνομά μου είναι Χωρίς
Χωρίς να με φωνάζετε αλλά
με τα εκατό πρόσωπα και τα ταλέντα μου
πάντως αυτή την άγρια στέπα μέσα μου
Γεώργιο Π. την λένε
*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις “Τύρφη”, 2016.
Πολύς είναι ο πόνος, κι εγώ λίγος
ανοίγω την πόρτα: πάω να δουλέψω
τον πόνο με τα χέρια
πολλών ανθρώπων
στις αλυσίδες της καρότσας
που ξαναβγαίνουν αποκαρδιωμένοι
μέσ’ απ’ τα συντρίμμια της κάθε μέρας
μασώντας αποδείξεις
.
Και στη χαρτόκουτα
που κοιμούνται οι πρωτόγονοι
σ’ έναν κύβο χωρίς γλωσσάρι
εξατμίζεται η ζέστη
το ένα δάχτυλο μετά τ’ άλλο
μέχρι που πέφτει ο σφυγμός
κι από την τρύπα της ασφάλτου
βλασταίνει, χλιαρά, το μίσος
Όπως το ενεργούμενο το χάδι
που τη δύναμή του να ελέγξει δεν μπορεί
όπως ο σκύλος που απ’ την πολλή του αγάπη
κατέφαγε του παιδιού το πρόσωπο
*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου]
…
È molto il dolore, e io poco
apro la porta: vado a lavorare
il dolore con le mani
degli uomini molti
alla catena del carrello
che riemergono delusi
dalle macerie quotidiane
masticando gli scontrini
Ε alla scatola di cartone
dove dormono gli involuti
in un cubo senza lessico
evapora il calore
un dito dopo l’altro
fino a quando il polso cede
e dal buco nell’asfalto
germoglia, tiepido, un rancore
Come la carezza energumena
che non sa dosare la forza
come il cane che per troppo amore
al bambino ha divorato il volto
*Από το “EDIFICI PERICOLANTI”, 2017 / “ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΑ ΕΠΙΣΦΑΛΗ”, 2017]
Είναι στον Εθνικό Κήπο
Που με κάλεσε
Το γλυκό χειμωνιάτικο απόγευμα
Εκεί κοντά στα Χριστούγενα
Εντός του οι πορτοκαλιές φρόνιμες και μετρημένες
Κοιτούσαν τους καρπούς τους στο έδαφος
Το θάλπος απ’ τη φωτεινή σάρκα τους
Ενίσχυε σημαντικά την παλέτα του δειλινού
Γλώσσες από φως
Με ήσυχες αναλαμπές
Πότε γλυστρούσαν άφωνες στο χώμα
Πότε στις ψηλότερες κορφές
Ο χωμάτινος δρομίσκος
Καμπύλωνε ελαφρά
Καθώς ανηφόριζε με αυτοπεποίθηση
Περνούσε δίπλα από βαριές ρίζες
Στοχαστικές
Και αφουγκραζόταν τη σκέψη τους
Ενώ περπατούσα
Τα πόδια μου στερεώνονταν πάνω του
Με εμπιστοσύνη και αφοσίωση
Μακάρι να συνέχιζε την πορεία του
Με τα παλιά έμπιστα δέντρα να περπατούν
Στο πλάι του
Σοβαρά όπως πάντα
Μονολόγησα
Και να έκλεινε μέσα του
Την καρδιά αυτής της πόλης
Που υποφέρει εδώ και καιρό
Από κολπική μαρμαρυγή
Επτά ποιήματα από τη συλλογή “Ζέλμπα” δημοσιευμένα στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού Stranitsa (Страница) της Βουλγαρίας, σε μετάφραση της Εκατερίνα Γκριγκόροβα.
Αφύλαχτες νύχτες
βαδίζουν και σταλάζουν
χυμούνε στις φωτιές, δεν λάμπουν
μικρές και άδειες,θυμίζουν κάτι εξέχαστο
κι οριστικό συνάμα
Μεταξύ των σκοτεινών στιγμών
λύπηση και σύγκρουση
μια θαυμαστή συμπαιγνία σκυβάλων
που καγχάζουν θλιβερά
Η πέτρα σκόνη δεν σηκώνει
ό,τι έλαμψε μες στους παραδομούς
ό,τι φωτίστηκε στους χωρισμούς
γυρίζει σκαι σκορπίζει
Σκορπίζει το αδέκαστο
ματώνει απ’των ματιών τις λόγχες
φροντίζει τις πληγές του
και δένει πάθη κι οδυρμούς
Και περνούν οι νύχτες, διαβαίνουν
κουράζονται και ξαποσταίνουν
Μα τη φυγή των λίγων,ποιός θα την προλάβει;
Χαθήκανε,βρίσκονται έξω απ’του ματιού το βλέμμα
Δεν θα λατρέψουμε ξανά
κρυμμένα φεγγάρια κι αφώτιστα μυστικά
σκιά που δεν φεύγει
κι είπε, ο σκοτεινός κι ανέγγιχτος:
“οι παλιές πληγές,
ούτε κλείνουν,ούτε κακοφορμίζουν,
Είναι η ουλή του παλιού μας εαυτού”
Αύγουστος 1997
***
Αποστροφή
Δεν γίνεται αν δεν μάθεις βήματα
κι όταν βαρεθείς δεν ξαναγίνεσαι με άλματα
Σε περιμένει μιαν ατάραχη δύναμη
να σε ξαναρίξει στο ίδιο βάθος
που πασχίζεις να ξεφύγεις
Μικρά βήματα,αδιακόσμητα
χωρίς κρότους κι αναγνωρίσεις
μπορούν να σε σηκώσουν,
μικρό παιδί κι ανίδεο σφάλμα
Άνοιξη 2002
***
Μια φορά ακόμα
(απόσπασμα)
Στη λίμνη με τους δρυοκολάπτες
ψαρεύουνε τις αυταπάτες
μαλώνουν μεταξύ τους για τη λεία
μες στη νεκρή τους ησυχία
Ένα πλήθος μαζεμένο
που απορει “τι περιμένω;”
χαζεύει, τρώει παγωτά
με πόδια και με χέρια χειροκροτά
με γελαστά χασμουρητά
Στης μοναξιάς τους την αφή
ως κέρινοι πελάτες,
δείχνουν τις πάπιες, χαίρονται
είναι μαζί, με νάζι και με τιμαλφή
Στον λεπτεπίλεπτο χρόνο
που είναι φτερά πεταλούδας
χτίζουμε όνειρα και αγάπες
με θρασύτατη τσιμεντοκονία
και ανήξερα τραπουλόχαρτα.
Να όμως που το οστέινο χέρι
του θανάτου
μ’ εκείνο το αβάσταχτο
τίναγμα του καρπού
καταργεί κάθε εφαρμοσμένη γεωμετρία
γκρεμίζοντάς τα στο αιώνιο τίποτα.
Με κάθε τρέλα της ψυχής μου
τρέχω ο σκύλος να προλάβω
ψήγματα απ’ το μεδούλι της μέρας
γλείφοντας της ζωής το μηριαίο.
Το κουφάρι μου μια βόλεψη
στα σκιρτήματα της νύχτας
αγκαλιάζει τη μελαγχολία
με τραχύτητα.
***
ΤΑ ΓΚΡΙΖΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΤΗ ΧΩΡΑ TOY SPLEEN
Ένα γκρίζο πρωινό
τ’ ανήσυχα σπλάχνα μου
μια δικαίωση.
Οι άδειες ώρες
που λείπεις από τα μαλλιά σου
με διεκδικούν ακατάπαυστα
απ’ την αυτοχειρία.
Θυμάμαι
όταν γινόμουν καλά
σ’ έκανα πάλι μαχαίρι
και ξαναμάτωνα.
Με ανάσκελα μάτια
τρυπώ αδιάκοπα ταβάνια
αποφεύυγοντας σιωπηλός τους καθρέφτες
κι ο χρόνος αδέκαστος εισαγγελέας
με καταδικάζει εις έναν θάνατο
που δε διαλέγω.
*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2017.
Καθώς συνθλίβονταν σιγά σιγά το τσιμεντένιο πλέγμα
κι αιμορραγούσε απ’ τους προβολείς, δε μίλησα
για ολονύχτιο όργιο αίματος μες στα θεμέλια
για κρύσταλλα κι ασημικά της αίθριας νύχτας
για μουσική καθώς αργά το γλέντι ανάβει
σ’ ένα αναπάντεχο φιλί. Δεν τα αντέχω πια
παρόμοια παραμύθια. Ίσως τριμμένα κόκαλα
μες στα νερά που βρήκε ο εκσκαφέας
λευκότητας δήθεν αγγελικής. Τέχνη πιο βρόμικη
από το ποίημα δεν ξέρω άλλη τώρα
***
ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ
Το φθινοπωρινό του φως λάμπει στα κρύσταλλα της πόλης
καθώς σιγά σιγά το καλοκαίρι λιώνει
Κι όμως ταξίδεψα πολύ κατά τις δυτικές ακτές
είδα τα σώματα των όψιμων κολυμβητών να φθίνουν
μέσα στο ηλιόγερμα, κάτω απ’ τις λάμπες του γκαζιού
Θε μου, τα είδα σε αμμουδιές από άσπρη πορσελάνη
Μα εγώ εκείνον θέλησα. Στην πόλη του ξαναγυρνώ
στους πολυέλαιους της νύχτας ξαναρχίζω