Λίνα Βαταντζή, Το Άγιο Δισκοπότηρο

Σείεται η νυχτερινή σιωπή
τα χέρια μεθοδικά ψάχνουν
χρώματα,
όνειρα που κάποτε
την πόρτα έκρουαν
γαντζώνονταν σε ιστορίες μελλοντικές.

Ξεθώριασαν οι έννοιές τους-
Ή μήπως, άραγε,
δεν γνώρισες το νόημα
κάποιου ονείρου.

Βασιλιάς του κόσμου
είσαι
κηλίδα κοινωνίας
τις στιγμές που επίμονα
ανασκαλίζεις τη ζωή.

Βασιλιάς του πόνου
είσαι
θραύσμα αξιοπρέπειας
σε πόλης παράδρομο
όταν ακτίνες νύχτας
φωτίζουν τις έρευνές σου.

Βασιλιάς της τόλμης
είσαι
μια ύπαρξη σφραγισμένη
άνθος σε μαραμένους κήπους.

Σαν άγιο δισκοπότηρο
εμπρός σου
υποτάσσεται ο κάδος.

Είναι πολύτιμο το περιεχόμενό του
και συ πιστός ικέτης
βυθίζεσαι για βάπτισμα επιβίωσης.

William Carlos Williams [17 Σεπτεμβρίου 1883, Rutherford, New Jersey-4 Μαρτίου 1963, Rutherford, New Jersey], Ολοκαύτωμα

Η μέρα ήταν παγωμένη
Θάψαμε το γατί.
Πήραμε ύστερα την κούτα του
Μ’ ένα σπίρτο την κάψαμε
Στην πίσω αυλή.
Οι ψύλλοι που γλιτώσανε
Την ταφή και την πυρά
Ψοφήσανε απ’ το κρύο.

*W. C. Williams, «Ποιήματα», εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση Τάσος Κόρφης, εκδόσεις Πρόσπερος, τετράδια ξένης ποίησης 2, Αθήνα, Οκτώβριος 1989, σελίδα 30.

Έρμα Βασιλείου, Εκζητώντας

Έχει καιρό που κάποιες λέξεις μ’ εγκατέλειψαν

Άκαρδα ή όχι, άγνωστο αγνώστου

Άστοχο άστοχου βίου

Πήδηξα επί τέλους στο στόμιο

Του ανοιχτού ηφαιστείου

Ρέει ανήμπορο αίμα

Δεν πανικοβλήθηκε η ηχώ

Μερεύει ο θάνατος στο σώμα

Καίγεται, ζει η αναπνοή

Γλυκύτητα, γλυκύτητα

Της σημερινής μου ουσίας

Δεν είσαι αξίας πια να σε γευτούν;

Πεθαίνεις με τη λάβα που ζωντάνεψε

Γεννιέσαι με τη λάβα που γερνά

Κι έχεις τον ήλιο πολεμιστή

Με γυάλινες ασπίδες

Να σε μάχεται

Και σήμερα πώς είναι τόσο όμορφος

Κι ανίκητα γεμάτος από ζήση!

Κι έχεις τον ήλιο να σε μάχεται μ’ ερωτήσεις

Έχεις χρώμα;

Κι αν απαντήσω;

Μετά τον έρωτα τι; Με τον έρωτα γιατί;

Τι περνά και μένει περισσότερο;

***

Seeking out

For some time now

some words have abandoned me

Heartlessly or not,

Unknown of an unknown (question)

A miss of a missed life

I jumped at last into the mouth

of the open crater…

Helpless blood is running

The echo has not panicked

Death is becoming meek in the body

Breath is burning and lives

Oh sweetness, sweetness of my today’s substance

Are you no longer of value to be tasted?

You are dying with the magma that ‘s reviving you

Coming to being with the lava that ‘s aging you

And you have the warrior sun

Fighting you

With glass shields

And how handsome is he today

And invincibly full of life!

And you have the sun battling you with questions

Do you bear any color?

And if I reply?

After love what?

With love why?

What passes and yet stays the most?

March 1st, 2019

*Translation by the poet Erma Vassiliou

Alberto Vanasco, Τέχνη ποιητική

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να επιβάλλει στων πραγμάτων το όνομα
άλλο όνομα και στη σιωπή του άλλη σιωπή,
αν δεν χρησιμεύει στο να σκίζει τη μέρα
στα δυό της ημίση σαν δύο άλλες ημέρες απαστράπτουσες
και στο να λέει στον καθένα
ό,τι ο καθείς επιθυμεί ή έχει ανάγκη
ή ό,τι ποτέ δεν έχει πει στον εαυτό του τον ίδιο.

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να μπαίνει ο φίλος ή η φίλη
μέσα του σάμπως να μπαίνουν σε μεγάλο περιβόλι
και να νιώθουν ότι αδειάζουνε σιγά-σιγά
του κρασιού το κανάτι που κρατάνε στα χέρια τους
στις ρίζες του χρόνου ή τη γεύση του θυμού
ή το ότι αργούνε να έρθουν εφέτος τα κρύα.

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει
στο να του κλέβει τ’ όνειρο η σάρα και η μάρα
ή στο να βοηθάει τον ύπνο των αθώων,
αν είναι άχρηστο στον πόθο και στην έκπληξη,
στη μνήμη ή στη λήθη.

Αν το ποίημα δεν χρησιμεύει στο να δημιουργεί ό,τι ακούει
Κάποιος φανατικός
Που ο ποιητής τον κάνει να σωπάσει.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Ειρήνη Παραδεισανού, Δύο ποιήματα

Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΜΟΥ ΟΝΟΜΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ

Η αρρώστια μου όνομα δεν έχει.
Δεν της βρήκαν ακόμη τον τρόπο να υπάρξει.

Στέκει χορτάτο σίδερο στη ραχοκοκαλιά μου.

Κρατά ανάστροφα στις κόρες των ματιών μου τα υγρά της.

Σταγόνα σταγόνα
ισιώνουν
στον άσπρο μαγνήτη
τα λάμποντα κρίνα.

Η αρρώστια μου όνομα δεν έχει.

Αρνείται την κατάταξη στων γιατρών τη χορεία.

Χορεύει μπρος στα μάτια μου τα βράδια
με το ρυθμό των άγριων μάγων
κι ορθώνει εμπρός μου το γυμνό κορμί της.
Με καλεί να κοιτάξω τα ορθωμένα στήθη που σαλεύουν.
Κι εγώ
δεν είμαι παρά ένα βρέφος πρόωρα βγαλμένο από τη μήτρα
βράγχια στο στέρνο μου καλούν να πάρω ανάσα
σ’ ένα πέλαγος
ασημένιο σεντόνι
τεντωμένο
στην κόγχη
του ματιού
του ασάλευτου Κύκλωπα.

***

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΟ ΠΕΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ

Κίτρινο μάτι πίσω απ’ το σεντόνι
δίχως ρυτίδα να στέκει καρφί στο στέρνο τ’ ουρανού
μαγνήτης που ρουφά τους κύκλους των φθαρτών ματιών.

Ελάτε μικρά μου παιχνίδια.
Ισιώστε τα κορμιά κι αφεθείτε
στης γιορτής το φευγάτο θεριό που ανασαίνει.

Δεν είναι τίποτα πιο πέρα για να δείτε.

Μοναχά αυτά τα λιμνάζοντα όρη
που αργοσαλεύουν στο κύμα της άμμου
και βαραθρώνουν την εύκαμπτη στίλβη
της μουσικής που συνέχει τη νύχτα.

Δεν είναι τίποτα πιο πέρα για να δείτε.

Μοναχά αυτές οι πνιχτές δίχως σάλιο ανάσες
μες στα ολόφωτα μάτια του δίσκου
που ανηλεής
βυθίζει τη φωτιά του Προμηθέα
στο άσπρο σεντόνι της θάλασσας.

*Από τη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2018.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Κροστάνδη

Φώτο: Βασίλις Δρόσος

θα ήταν πιο συνετό
να είχαμε χωριστεί
εκείνο το πρωινό
πάνω στην γέφυρα

εσύ να πήγαινες στην πόλη του Πέτρου
και εγώ στο παγωμένο φρούριο των ναυτών

«χαιρετίσματα στην εξουσία»
θα σου ‘λεγα ειρωνικά
κι εσύ θα μ’ απαντούσες
—ετοιμόλογη όπως πάντα—
«καλά ξεμπερδέματα, μικρέ μου, με την αναρχία»

κι όμως
πίσω απ’ τα λόγια μας
θα κρύβαμε ένα δάκρυ
και μια φράση μυστική
«μην φεύγεις, αγάπη μου,
ας μείνουμε για πάντα εδώ
αγκαλιασμένοι»

και μείναμε
αγκαλιασμένοι εδώ
στο μεταίχμιο δυο κόσμων
που ενώνει μόνο ο πάγος
ερωτευμένοι μιας αντίφασης ζωντανής
καταδικασμένοι μοιραία
αφού αγνοήσαμε
εκείνο το φοβερό ταμπού
των αρχαίων φυλών
που απαγόρευε ρητώς
την ενδογαμία

Πόπη Γιόκαλα, Ποιήματα

Είμαστε περιηγητές
Σ’ αυτή τη γη…
Οι καρδιές είναι γεμάτες απορία
Καί οι ψυχές γεμάτες όνειρα.

Τη Ζωή την περπατάς μόνο με ψυχή και χαμόγελο.

Επιμένω σ’ ένα κόσμο άλλο-
Τον έχω ονειρευτεί –
Τον έχω σεργιανίσει μέσα μου.
Που πιά-
Είναι αδύνατον να μην υπάρχει.

***

Πληγές ψυχής

Οι άγγελοι κλείνουν τις πληγές με τα φτερά τους.
Οι σιωπές γιατρεύουν τα όνειρά μας.
Οι ψυχές ανταμώνουν στο άπειρο.
Ένα περιστέρι φέρνει την Ελπίδα
για αιωνιότητα.
Μία Αυγή χαράζει-
Καί είμαστε μαζί.

***

Ήχος

Ένας ήχος μια κραυγή…
Ένα άγγιγμα γλυκό συνεπαίρνει_
Μια ηλιαχτίδα πού βγαίνει
Γλυκαίνει-
Μια ζωή χάνεται-
Το σύμπαν κρατάει καλά τις ισορροπίες-
Η απόλυτη γαλήνη το σκοτάδι-
Η χαρά βαδίζει στο αύριο-
Το είναι γαλάζιο του ουρανού
σπρώχνει-
Οι πηγές των ονείρων-
Ευτυχία που λιώνει.

Ισμήνη Λιόση, Δύο ποιήματα

ARCANA LUSTRA II

το κορίτσι με το πράσινο βέλο
κλέβει κρύβει
μέλπει το φιλί
το ενάρετο μωβ φιλόστοργο ανταποδίδει

το κορίτσι με την κλεψύδρα
και το κομμένο δάχτυλο
γλύφει το γαλάζιο του αίμα
Γλίχεται

το ποίημα βρέφος δεν μεγαλώνει
παλινδρομεί στον πάτριο σπόρο
επιστρέφει στο μητριό κέλυφος
τίκτεται δεν
ες αεί στο εράν αναμένεται

το κορίτσι με τα χρυσόψαρα στην κοιλιά
είναι η Amor Esmer Greca που
που θα γεννήσει την θάλασσα
θα δείτε θα δείτε

ARCANA LUSTRA III

είναι ο κονδυλοφόρος ο διαφθορέας
το ποδήλατό μου
το λευκό άλογο με τον ιππότη
η λευκή κλίνη με τον εραστή μουγκάλ
καβαλώ τα καπούλια του
κι έχει μαύρη μουσούδα
βελούδινης φτέρης

γράφω γέρνω γίνομαι
γονιμοποιώ γκρεμίζομαι
αναρριχημένη σε σάρωθρο
Κρκάσια μάγισσα ως επί εριτίμου φαλλού

με τα εκατό μάτια τα εκατό στήθη
τα εκατό δάχτυλα τα εκατό βάρη μου
σπορίζω συντρίβω συσπειρώνομαι
συστέλλομαι σφάζομαι σπρώχνω σωριάζομαι
-μπορώ να κάνω κάτι για σας;
ρωτάει εσάς το ποίημα

με γιδοτόμαρο φανερώνομαι των ορέων μονόκερος
ας πούμε πως το όνομά μου είναι Χωρίς
Χωρίς να με φωνάζετε αλλά
με τα εκατό πρόσωπα και τα ταλέντα μου

πάντως αυτή την άγρια στέπα μέσα μου
Γεώργιο Π. την λένε

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις “Τύρφη”, 2016.

Massimiliano Damaggio, Ένα ποίημα

Πολύς είναι ο πόνος, κι εγώ λίγος
ανοίγω την πόρτα: πάω να δουλέψω
τον πόνο με τα χέρια
πολλών ανθρώπων
στις αλυσίδες της καρότσας
που ξαναβγαίνουν αποκαρδιωμένοι
μέσ’ απ’ τα συντρίμμια της κάθε μέρας
μασώντας αποδείξεις
.
Και στη χαρτόκουτα
που κοιμούνται οι πρωτόγονοι
σ’ έναν κύβο χωρίς γλωσσάρι
εξατμίζεται η ζέστη
το ένα δάχτυλο μετά τ’ άλλο
μέχρι που πέφτει ο σφυγμός
κι από την τρύπα της ασφάλτου
βλασταίνει, χλιαρά, το μίσος

Όπως το ενεργούμενο το χάδι
που τη δύναμή του να ελέγξει δεν μπορεί
όπως ο σκύλος που απ’ την πολλή του αγάπη
κατέφαγε του παιδιού το πρόσωπο

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου]

È molto il dolore, e io poco
apro la porta: vado a lavorare
il dolore con le mani
degli uomini molti
alla catena del carrello
che riemergono delusi
dalle macerie quotidiane
masticando gli scontrini

Ε alla scatola di cartone
dove dormono gli involuti
in un cubo senza lessico
evapora il calore
un dito dopo l’altro
fino a quando il polso cede
e dal buco nell’asfalto
germoglia, tiepido, un rancore

Come la carezza energumena
che non sa dosare la forza
come il cane che per troppo amore
al bambino ha divorato il volto

*Από το “EDIFICI PERICOLANTI”, 2017 / “ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΑ ΕΠΙΣΦΑΛΗ”, 2017]