Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες – Άμιλλα φαντασίας & πραγμάτων (Β’)

Αν ήταν
Κι έτρεχε στα φωτεινά λιβάδια τού ήλιου
Θα στοιχημάτιζα όλα τα χαμένα αισθήματα πάνω της
Αφού το γέλιο της ακούγεται να είναι
Το χρώμα στη ράχη μιας μέλισσας που ζουζουνίζει
Μαζεύοντας τη γύρη των άστρων
Σα μέλι από σκέψεις γλυκές
Χυμένο μέσα στις κυψέλες• ωστόσο
Αύριο θα τη δω και πάλι
Αμίλητη και σκεφτική στους δρόμους των μεθυσμένων
Στο τρίτο μέρος τής νύχτας
Και ίσως πάρει καιρό μέχρι να καταλάβω καλά
Πόση αξία κρύβεται στο να φτιάχνεις με δυο λόγια
Από το πουθενά και το τίποτα την ευτυχία
Εκεί όπου δε θα μπορούσε να υπάρξει.

α.Π., Ανατολή

Φωτογραφία 24/7/19 στη Δύση

Κράτα μου λίγο πιο ψηλά
την Ανατολή,
να ζεσταίνει όσο γίνεται τη Δύση μου.

Παίξε μαζί μου.
Θυμήσου τότε που ήμασταν παιδιά,
μοιραζόμασταν μόνο τσίχλες κεράσι.

Γέλα μου ώς τη λεφτεριά των συνόρων.

Θα έρθω στην Ανατολή.
Ως τότε θα ψιθυρίζω λέξεις γέρικες.
Ματωμένες, χιλιοειπωμένες
και τα χνώτα μου,
θα σου στέλνουν μηνύματα.
Γιατί τα αισθήματά μου έχουν βάθος
και ο ήλιος μου λαύρα,
που κάνει όλο τον πλανήτη μας Σαχάρα.

Να!
Κοίτα, κατεβάζουν τις καμπάνες.
Δε χρειάζονται πια.

Άκου οι ανάσες μας τι θόρυβο κάνουν,
από Ανατολή σε Δύση
και το αντίστροφο.

Έλα να τα κάψουμε
και να τα στήσουμε
ξανά.
Άπλετη ελευθερία.
Έλα να τους τρομάξουμε,
να αισθανθούν ζωή…

Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα

Παραμύθι

Πρωί και βράδυ
το σπίτι υπήρχε.
Με τις ρίζες χιλιόχρονου δέντρου
με τα κλαδιά και τα πουλιά του
στην καρδιά.

Μια μέρα πέταξαν
όλα μαζί γι’ αλλού

Το ένα σήμερα
σκέπασε το άλλο

ο ύπνος στένευε ολοένα
άνοιγαν ρήγματα οι τοίχοι
χυνόταν μια ευωδιά
ακατοίκητης αποθήκης

Κανείς δεν άκουγε
μόνο ο ύπνος.

***

Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό

Ξένο φως, άλαλο καρφί στο σώμα
ο ορίζοντας σαρώνει τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά

– Τι ωραίος ο φράχτης με τα σάπια φύλλα
τι όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά!

***

Στον σκουριασμένο ουρανό

Το φεγγάρι ξεροβήχει
ρίχνει ομίχλη ο τεχνικός
και τ΄ ασημένιο φως
ο υποβολέας λέει τα λόγια
που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά

το τυφλό φεγάρι

που κάποτε συνέφαγαν

Το παιδί
Η μάγισσα
κι ο λύκος

στον δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.

*Από τη συλλογή “Ψαλιδιστής”, εκδ. Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, Κύπρος 2018.

Κυκλοφόρησε: Ράνια Καταβούτα, Μπαλαρίνα μες στη νύχτα (ποιήματα), εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ

ΕΛΕΝΑ ΜΑΡΙΑ

Την έλεγαν Ελένα Μαρία, όνομα συνηθισμένο στις γειτονιές της Μπογκοτά. Τριγύρναγε με ένα μπουκάλι στα χέρια και στην τσάντα. Μαλλιά πάντα μαύρα, μάτια ακόμα πιο σκοτεινά. Μέσα της κρυβόταν μαύρος πάνθηρας, αλίμονο αν άνοιγε το στόμα της. Το ζώο θα έτρωγε πρώτα το λαιμό, μετά το στήθος. Τις φλόγες στα πόδια της δεν έβλεπες, φορούσε πάντα μακριά φορέματα, πόδια γυμνά στο χώμα, χέρια κλαδιά, ντάμα κούπα στην κοιλιά. Η Μαρία Ελένα, όπως τη φώναζε η νόνα της, ξεψύχησε ένα βράδυ στα καρφιά, πάνω σε έναν φράχτη, στις μαύρες πλατείες της Μπογκοτά, εκεί που δεν νυχτώνει.

Μαρία Ξενουδάκη, Ποιήματα

Σημαδεμένη βαδίζω
σαν τράπουλα σε χέρια επιδέξιου χαρτοκλέφτη.
Με δείχνουν
λες κι αυτό είναι ντροπή
και η χιτλερική σημαία ανακλαδίζεται σαν γυναίκα
Με τον “παρθενικό υμένα της” κομμάτια.
Φτύνω. Φτύνω. Φτύνω

***

Τα φέρετρα μαζεύτηκαν έξω από το σπίτι,
τα ομοιώματά μας μετράνε,
της μάνας μου το κλάμα,
του σκύλου μου το γαύγισμα.
Τριζάτα χαμόγελα αφιερώνω σ΄αυτούς.
Έξω, έξω απ’ την ψυχή μου αλήτες.
Τα φέρετρα, η μάνα μου, ο σκύλος μου κι εγώ!

***

ΜΑΤΑΙΑ

Μια-μια άσεμνα περνούν οι ώρες,
τυλιγμένες σε ξεσκισμένες σάρκες,
τραπεζομάντηλα γεμάτα ψίχουλα,
άδεια μουκάλια μπίρα
και τα δάκρυά μου γίναν απόηχος σαρκαστικός.
Έξω οι καμπάνες χτυπούν πένθιμα
το μονότονο ήχο τους
ανθρώπου αυτί δεν τις ακούει.

***

Κάθομαι στο γραφείο και κοιτώ
τα μαύρα πλαίσια των φωτογραφιών.
Πένθιμα, όλα πένθιμα.
Εγώ τα ‘χω διαλέξει.

Ι

Τα φερετροποιεία στη σειρά
περιμένουν να θάψουν και τα τελευταία κοιτάσματα
ανθρώπινου είδους.

ΙΙ

Άγρια η μοναξιά, δένεται βρόγχος,
ετοιμόρρπος ο Κάφκα γκρεμίζεται.
Όσο αντέξεις φίλε.
Όσο

*Από τη συλλογή “Πέμπτη διάσταση”, εκδ. Γνώση, 1984.

Άκανθος, Σχέδιο για ένα τρομαγμένο πρόσωπο

Οι δικοί μου θάνατοι
δεν σκέπτονται την απώλεια
και δεν κάνουν πίσω.
Μια δοκιμή στον Άδη των ανθρώπων
τα τοπία που είδαμε στη μακριά πορεία
κοιτώντας μας – μέσα στους άλλους –
μας έδειξε
να φτιάχνουμε τα αίτια,
το ίδιο το υλικό,
τόπους τόπους βαλμένο.
Το άγνωστο μετά με τα αναπάντητα
τα αν αγνώριστα,
ένα σημειο στον αέρα μόνο,
ούτε γραμμές ούτε επίπεδα
στη μέση της νύχτας.

*Από τη συλλογή “Η πάλη των πράξεων”, εκδ. Provocateur 2017.

**Το σχέδιο της ανάρτησης είναι επίσης του Άκανθου και περιλαμβάνεται στο βιβλίο.

Νίκος Σφαμένος, Θεσσαλονίκη

Βρώμικοι δρόμοι
περίπατοι στο σκοτάδι
«ποιος είσαι συ»
ένας ουρανός στις φλόγες
ένας ουρανός στις φλόγες
«δώσε μου λίγη φωτιά»
οπτασίες αστεριών
πλατεία δικαστηρίων
και τα επόμενα πρωινά
ο ήλιος ήταν πάντα ο ίδιος
εκείνοι πάντα οι ίδιοι
και τίποτα δε μαρτυρούσε
βρώμικους δρόμους και
περίπατους
στο σκοτάδι

Tamistas Mhnymal, στα χρόνια των ωκεανών

στα χρόνια των ωκεανών
ακούστηκαν η οχιά των πεποιθήσεων
κι ένα μουλάρι από αφρούς θυμού
που φύλαγε τον κάθε ρίτσο
στο αρχαίο μαυσωλείο
των παρορμήσεων

τα ξημερώματα
τα βράχια στάθηκαν αμίλητα
στην επική κορδέλα εντολών του γουόρντ
οι απελάσεις των συναισθημάτων
αισίως τελεσφόρησαν
ξημέρωνε

αμήχανα θα συνεχίσουμε
στης μνήμης τις ξερές ερήμους
θα μετανιώσουμε για τις νυχθημερόν
του μπιμπερόν δαγκωματιές
μέχρις εκεί τόσο
παλιά

παλιάνθρωποι
δεν συγχωρούν αυτούς που
από έρωτα εκπέσανε

Κατερίνα Ηλιοπούλου, παιδικοί άνθρωποι

Είδες πώς φώτισε το πρόσωπό του
Με 50 λεπτά μόνον
Η αυθεντική χαρά μετουσίωσε τη φτώχεια του
Σε καθαρό φως
Είναι παιδικός άνθρωπος; ρώτησε το κορίτσι
Ναι, παιδί μου, οι παιδικοί άνθρωποι
Δε ναρκισσεύονται, δεν κομπάζουν
Δεν υποκρίνονται, δεν αρέσκονται στα παίγνια
Απλά ξεχνιόνται στην παρατήρηση
Των ανθρώπων που ξυπνούν αξημέρωτα
Και κρέμονται από χειρολαβές
Που εκμηδενίζονται σε μάζες
Που γιορτάζουν και πενθούν
Οι παιδικοί άνθρωποι έχουν έκπληκτα μάτια
Γιατί τα θαύματα δεν συμβαίνουν
Χωρίς μαθητευόμενους μάγους
Οι παιδικοί άνθρωποι διαλύονται
Μέσα στους άλλους
Χωρίς να φοβούνται μη χάσουν την υπόστασή τους
Σαν τις σταγόνες στις μεγάλες θάλασσες
Αυτός άλλωστε, είναι ο προορισμός τους

Introduction to Charmaine Papertalk Green’s Nganajungu Yagu

By Anita Heiss, Charmaine Papertalk Green and Zoë Sadokierski

Since Charmaine Papertalk Green’s poetry was first published in The Penguin Book of Australian Women Poets in 1986, her voice on the page has been consistent: eloquently powerful, respectfully challenging and true to her role in life as a Yamaji Nyarlu. Nganajungu Yagu is no different, considering, as it does, respect for ancestors, connection to country, the role of the poet and Yamaji identity.

The writing in Nganajungu Yagu is dedicated to Papertalk Green’s mother, and is built around a series of selected correspondence between her and her mother; each provides a deeply personal insight into not only their relationship, but the cultural, political and social landscape of her Yamaji country during the 1970s.

As Papertalk Green writes, these are ‘not just letters’. Rather, they create a tangible story and bond between Yagu and Daughter, and gently remind us of the sacrifices made by most of our matriarchs over time. Each letter and response provide not only a ‘mark of existence’ for the writer but a medium for mother and daughter to connect while at a distance. Her gift is one that makes us pause and reflect on our own behaviours. The love and respect penned here will inspire readers of any age and identity to think about the ways we engage people we love through words. Or, more importantly, the ways we should engage.

The revival of letters here not only reminds me of the nearly lost art of letter-writing, but the impact a letter has on its receiver. ‘I could feel the love hugs springing off the paper’, she writes in ‘Paper Love’.

I challenge any reader to put this book down and not feel compelled to write a letter to someone in their life – past or present.

It is through the bilingual poem ‘Walgajunmanha All Time’ that Papertalk Green clarifies her role as a First Nations writer, and I honour her for keeping our people, our stories and the Yamaji language on the literary radar and accessible to all readers through her poetry. When the academy, the literati and festival directors discuss Australian poetry in the years to come, they should all have Nganajungu Yagu on the top of their lists, and Papertalk Green as a key voice in the poetic landscape.

In the United Nations International Year of Indigenous Languages, Nganajungu Yagu is a work of cultural significance and educational influence. As I closed this book for the first time, I found myself circling back in my mind to a number of phrases. Those that keep recurring are –

Yagu, I always remembered the beauty of our culture
despite the racism seen in every step I took along years
culture love was and is the anchor for everything done.
This entry was posted in GUNCOTTON and tagged Anita Heiss, Charmaine Papertalk-Green, Zoë Sadokierski. Bookmark the permalink.
Anita Heiss is the author of non-fiction, historical fiction, commercial women’s fiction, poetry, social commentary and travel articles. She is a Lifetime Ambassador of the Indigenous Literacy Foundation and a proud member of the Wiradjuri nation of central NSW. She was a finalist in the 2012 Human Rights Awards and the 2013 Australian of the Year Awards. She lives in Brisbane.

http://www.anitaheiss.com/

More by Anita Heiss on Cordite Poetry Review →
Charmaine Papertalk Green is from the Wajarri, Badimaya and Southern Yamaji peoples of Mid West Western Australia. She has lived and worked in rural Western Australia (Mid West and Pilbara) most of her life, and within the Aboriginal sector industry as a community agitator, artist/poet, community development practitioner and social sciences researcher. Her poetry has appeared in Antipodes, Artlink Magazine, Cordite Poetry Review, The Kenyon Review and The Lifted Brow, as well as in the anthologies The Fremantle Press Anthology of Western Australian Poetry, Inside Black Australia: An Anthology of Aboriginal Poetry, Ora Nui: A Collection of Maori and Aboriginal Literature, The Penguin Book of Australian Women Poets and Those Who Remain Will Always Remember: An Anthology of Aboriginal Writing. She lives in Geraldton, Western Australia.

More by Charmaine Papertalk Green on Cordite Poetry Review →
Zoë Sadokierski is a Sydney-based designer and writer. She has designed more than 250 books for various Australian publishers, and is Vice President of the Australian Book Designers Association. Zoë lectures in the School of Design at the University of Technology, Sydney, where she runs the Page Screen research studio, experimenting with publication models for limited edition print and digital books. She also writes a column on book culture and reading in a digital age for The Conversation.

Home

Introduction to Charmaine Papertalk Green’s Nganajungu Yagu