Βασίλης Βασιλειάδης, Naif Ποίηση

Γιά ιδές τους
μέ πόσο ιδρωμένη περηφάνεια τσακίζονται
νά αλγεβροποιήσουν τήν καθημερινή τους ζωή
όσο γίνεται περισσότερο,
γιά στήσε αφτί
ίσως μπορέσεις ν’ ακούσεις
τί φέρνει σ αυτόν τόν κόσμο
ό πολιτισμός πού ορίζεται από τούς αλγόριθμους
καί τόν χειρίζονται τεχνοκρατούμενοι εγκέφαλοι
μέσα σέ κεφάλια τετράγωνα
αποκομμένοι από τόν ουρανό καί τή θάλασσα,
σέ φώναζα,
όσο είναι καιρός
εσύ μείνε ερωτοεγκέφαλος
άτακτος καί χαοτικός,
επέμενε νά γίνεις καί νά μείνεις τό λάθος τής κατάστασης,
σέ φώναζα
έλα στήσου δίπλα μου
καταντίκρυ σέ αυτή τήν άνοη πολυνοητικότητα,
νά είμαστε μαζί, εδώ, παραέξω από τόν ζήλο τους πού είναι ό θάνατος,
νά αγριέψουμε καί νά τούς φτύσουμε,
τέτοιο φτύσιμο πάντα χαλάει τίς τάξεις καί τίς νομοτέλειες,
αλλά τό μυαλό σου ψυχαναλυμένος οπαδός τού νιρβάνα
δέν άκουγε πού έσκουζα
τώρα
καταμεσίς στόν όλεθρο
μέ ρωτάει ή ζωή σου ρημαγμένη από τήν πρόοδο
κατά πού νά πάει,
ποιά έξοδο νά πιάσει μπάς καί σωθεί;

2014, Θεσσαλονίκη

Μαρία Πανούτσου, Ουρλιαχτό 2019

είδα τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς µου ρημαγμένα
από την τρέλα υστερικά, γυμνά, ξελιγωµένα

Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Ουρλιαχτό 1956

δολοφονείται
δολοφονείται
ο καιρός της ελευθερίας σας
έγκειται

στις φύλακες οι έχοντες κοινό νου
όσοι δεν βάφουν με αίμα τας χείρας τους
όσοι κρατούν αντί για λουλούδι στο χέρι
την βάλανο των επιθυμιών τους
την συμπόνια, το χαμόγελο, την χαρά
το θεϊκό χέρι του Μιχαήλ Αγγέλου
τα σκέλια και το στήθος αγγιγμένα
από αγαπημένους συντρόφους,

όλοι αυτοί στις φύλακες, εμπρός
όσοι δεν έχουν αίμα πιτσιλισμένο
στο πρόσωπο
από θύματα ανίερης οργής

δολοφονείται ω!! εσείς παιδιά μιας καρδιάς
κομμένης και ραμμένης σε κομματάκια
ίδια με μαύρα σοκολατάκια
σαπισμένα και δηλητηριώδη
εσείς ασήμαντοι μιμητές του Frankenstein

Αδημοσίευτο ©Μαρία Πανούτσου 2019

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Πιάνω απ’ το σβέρκο το φως
Και του βγάζω τα μάτια
Πιάνω απ’ τα μαλλιά το σκότος
Και του ξεριζώνω τον θάνατο.

Ρίχνω στο πηγάδι τον ήλιο
Και του πνίγω τη λάμψη
Ρίχνω στο κρεβάτι το φεγγάρι
Και κοιμόμαστε αγκαλιά.

Βάζω τρικλοποδιά στη χαρά
Και την αφήνω ανάπηρη
Βάζω περιορισμό στη λύπη
Και τη στέλνω αδιάβαστη.

Δίνω μια σπρωξιά στη μέρα
Και την πετάω στην άβυσσο
Δίνω μιαν ανθοδέσμη στη νύχτα
Και την κάνω ερωμένη.

Γεννιέμαι μ’ έναν έμφυτο φόβο
Πεθαίνω μ’ ένα επίκτητο πάθος.

***

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μαζεύω πακέτα από τσιγάρα
Για το χριστουγεννιάτικο δέντρο
Πουλιά με κοιτάνε που γράφω
Αρπάζω ένα και το κάνω στολίδι
Άρχισε να κλαίει με λυγμούς
«Σ’ αγαπώ, γι’ αυτό σε κρέμασα».

Φυσούσε απ’ το σπασμένο τζάμι
Κάποιο παιδί μπήκε στο δωμάτιο
Το κρύο τού περόνιαζε τα χέρια
Οι ήρωές του είχαν πια πεθάνει
Μα εγώ μάζευα μικρές καρφίτσες
Και τις έβαζα στα τσιγαρόκουτα
Τα πουλιά με κοιτούσαν παράξενα
Να τρυπώ τα χάρτινα ποιήματα
Μετά βγήκα στον δρόμο κι έτρεχα
Ώσπου με αναγνώρισε ο Θεός
Και με μεταμόρφωσε σε πουλί.

Τώρα με δύο σώματα ανεβαίνω
Στο δέντρο του θανάτου μου.

*Από την ενότητα “Ο Εισπράκτορας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, εκδ. Στοχαστής.

Χρήστος Μαθιουδάκης, 4 ποιήματα γραμμένα στην πλατεία

[1]

Πλατεία Εξαρχείων
Απομονώνομαι εδώ
παρότι οι τρελοί
δεν με αφήνουν
Οι έντονές τους χειρονομίες με ενεργοποιούν
Οι τσάμπα τσαμπουκάδες
των πότηδων
Ένας νομίζω είναι ασφαλίτης
Παίρνω αντιβίωση
Δεν θα πιω. Πίνω. Δεν θα πιω
Πίνω
Το έδαφος μου ανήκει
Καθώς μετακινώ τις πέτρες
Και κόβω τους λαιμούς των τρελών
Οι φωνές τους λένε να φύγω
Οι φωνές που μου λέγαν
να περιμένω
Οι φωνές της γειτονιάς μου
Τα λόγια κάτω απ’ το χαλί τους
Που νικάνε το χαρούμενο
φιλί μου
Στο μέτωπό τους
Τους χαιρετώ ως ηττημένος
Τα παιδιά μου
Οι φρίκες μου όλες μέσα τους
Πόσο τις ξέρω
Πόσο τις αγαπώ
Ξερνώ την ελπίδα να επιστρέψουν
Μαζί τους κι εγώ
Να φύγω
Ένα έμψυχο πτώμα
Μια σάρκινη πίσσα
Να φύγω
Στα καταφύγιά τους
Στα παλιά μου λημέρια
Όλα ανάμεσα στις σκιές
ενός ήλιου καταπληκτικού
Στα αγόρια του έρωτα
Κατάχαμα στη μέση
της πλατείας.

[2]

Πλατεία Εξαρχείων
Έλα πιο κοντά
μου λέει ο Θόδωρας
Τι πιο κοντά του λέω
Να κλείσει η τρύπα, μου λέει
Σήμερα μόνο μια φωτιά
Ο καιρός ζέστανε
Κλείνουν οι τρύπες ρε, του λέω
Μόνο μπαλώνονται
ε;
Μόνο μπαλώνονται.

[3]

Πλατεία Εξαρχείων
Ο Θόδωρας έπεσε στην πρέζα ξανά
Δεν είναι αυτό μου λέει, έχω γνώθι εαυτόν
Ο Αποστόλης βαριέται
Ενώ ο Κώστας σταμάτησε ν’ ακούει φωνές
Γιατί ρε μαλάκα τα μπούμπλε στην κάλτσα;
δώσ’ τα μου να τα πετάξω
Και πώς θα κοιμηθώ ρε Χρήστο;
Πώς θα κοιμηθώ;
Χιλιάδες ψυχές, στρίβω τσιγάρο, ματώνουν
Ίδιες μαζί μου, συντροφεύουν την τρέλα
Πουθενά δε ζουν, δε μαζεύουν κομμάτια,
μα αναγνωρίζουν
Έπειτα αποδέχονται
Ύστερα αγαπούν
Μετά πεθαίνουν
Πήγα να κατουρήσω
Ο Κώστας άσπρισε
Ο Θόδωρας προσκύνησε
Ο Αποστόλης έφερνε κύκλους
γύρω απ’ το κορμί του
Είμαστε κάτι…
Το παίζουμε κάποιοι…
Ενώ δεν είμαστε τίποτα.

[4]

Μας μάθανε να γράφουμε
Όλα καθαρά γραμματάκια
στη σειρά
α βου γου δου
Τιμωρία
Έπειτα μικρές λεξούλες
Πάντα ήταν ο τρόπος που τις προφέρεις
Αργότερα περιγραφή συναισθημάτων
Στρογγυλοποίηση του τετραγώνου
Μεγαλώνουμε σκοντάφτοντας
σε συναρτήσεις λογικές
Ωραιοποιώ κι αρέσκομαι
Γελάω, φοβάμαι να τσαλακωθώ
Κι αρχίζω να διαβάζω θεωρίες
Χρειάζεται να εξω-στραφώ
προς κάθε κατεύθυνση
Χρειάζομαι να ανήκω
Να επικοινωνώ με τον θεό σάρκα
Την υλοποίηση της εξιδανίκευσης
Της ιδέας
Τον υλοψυχισμό των πραγμάτων
Την ανθρώπινη πιστότητα
των λέξεων.

Σαμσών Ρακάς, Αμπερλουδαχαμίν (απόσπασμα)

αχ ένας πόλεμος να γινότανε
ένας πόλεμος για μια γελοία αιτία
ας πούμε επειδή ο κρεοπώλης στη γωνία έγινε χορτοφάγος

ένας πόλεμος να γινότανε
επειδή χώρισε ο Πέτρος τη Μαρία

δε με νοιάζει εμένα η αιτία
ούτε για την ωραία Ελένη έχω έγνοια

ένας πόλεμος να γινότανε έστω με μισθοφόρους
μήπως και σ’ αντίκριζα στα καταφύγια
-γράψτε και τον Αρχίλοχο για εαυτό τώρα που το θυμήθηκα-

να κοιταζόμασταν
να γνώριζα το χρώμα των ματιών σου

(ό,τι κινείται
κι είναι κίτρινο στην πόλη
κάπου μας πάει
το ταξί
το σχολικό
το ασθενοφόρο
το ιπτάμενο λιβάδι στα μάτια σου

μη σταματάς να με κοιτάς
θα πέσω)

Ένα χαϊκού για τον Έμμεττ Λούις Τιλλ

1.
Τα άκρα σου θαμμένα
στον βόρειο μυ, φέρουν
ακόμα το δικό τους παλμό

2.
ο Μισισιπής σε εγρήγορση
παγιδεύτηκε
σε κλίσεις του πόνου…

3.
ένας νεαρός απ’ το Σικάγο
τραυλός που
σφυρίζει κάτι πέρα από τη σάρκα

4.
οι πόροι στο δέρμα σου
άγρια αστέρια π’ αγκαλιάζουν
τα μάτια του νότου

5.
χνάρια που ανθίζουν
μες στο σκοτάδι θυμούνται
το αίμα σου

6.
σε τούτη τη σχολική αίθουσα
στο νότο
το καλοκαίρι κρυσταλλιάζει ένα χειμώνα

7.
ακούω τον παλμό σου
που καταπίνει
ένα φως της αδιαφορίας

8.
τα άκρα σου
απογειώνονται απ’ το έδαφος
σαν μικρά πουλιά

9.
έχουμε γευτεί
την τελετή αίματος
από τα χέρια του νότου

10.
μπλε μεταμεσονύκτιες
ανάσες διασχίζουν
χαμογελαστές γλώσσες

11.
μη λες άλλες λέξεις
ο χρόνος καταρρέει
μέσα στα δάση

12.
τα μάτια κάποιας μάνας
που θυμούνται ένα λίκνο
προσεύχονται γοερά

13.
περπατώντας στο Μισισιπή
κρατάω σφιχτά τ΄ αστέρια
ανάμεσα στα δόντια μου

14.
ο θάνατός σου
ένας πόνος
που δεν κατευνάζει το ποτό.

*Ο Έμμεττ Λούις Τιλλ ήταν ένας δεκατετράχρονος Αφρο-Αμερικανός από το Σικάγο, που δολοφονήθηκε το 1955 στο Μισισιπή επειδή σφύριξε στο δρόμο σε με μία λευκή γυναίκα. Ο Τιλλ αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα του τραυλισμού συχνά σφύριζε γιατί αυτό τον βοηθούσε με τη βελτίωση των συμπτωμάτων του. Η γυναίκα, ενώ κατέθεσε πως είχε υποστεί παρενόχληση και συγκεκριμένα πως την είχε αρπάξει από τη μέση, κάποιες δεκαετίες αργότερα σε μία συνέντευξη με τον Τίμοθι Τάισον, παραδέχτηκε πως αυτό ήταν ψέμα. Ο σύζυγός της και ο αδερφός του απήγαγαν το παιδί και αφού το χτύπησαν, το ακρωτηρίασαν και το πυροβόλησαν στο κεφάλι, πέταξαν το σώμα του στον ποταμό Ταλαχάτσι. Στην κηδεία του, που έγινε με ανοιχτό φέρετρο έπειτα από προτροπή της μητέρας του, ήταν εμφανής η παραμόρφωσή του από τα βασανιστήρια. Μέχρι σήμερα, διάφορα σημεία αφιερωμένα στη μνήμη του στο Μισισιπή καταστρέφονται συστηματικά από ακροδεξιές ομάδες όπως η Κου Κλουξ Κλαν. Δεν καταδικάστηκε ποτέ κανείς για τη δολοφονία του. Αυτό τον Ιούλη θα έκλεινε τα 78.

**Μετάφραση: BlackCat

***Από την ποιητική συλλογή της Sonia Sanchez με τίτλο «Morning Haiku»

****Φωτογραφία: Μamie Till

*****Πηγή: BlackCat – 3/7/2019

Θεόδωρος Μπασιάκος, Κι’ είπεν ο Μαρξ

Κι’ είπεν ο Μαρξ:
Ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
Κι’ είπεν ο Ρεμπώ:
Ν’ αλλάξουμε την ζωή.
Κι’ είπεν ο Λένιν:
Χτες ήταν νωρίς αύριο θάναι αργά
Κι’ είπαν οι χίπηδες στα Μάταλα:
Σήμερα είναι η ζωή το αύριο δεν έρχεται ποτέ
Κι’ είπεν ο Καζαντζίδης
– και ξανάπεν κι’ ο Πουλικάκος -:
Υ π ά ρ χ ω !
Κι’ είπεν ο Σίμος ο Υπαρξιστής:
Η κατάστασις είναι κρίσιμος αλλά όχι απελπιστική
Κι’ είπεν επίσης ο αυτός:
Εάν απελπισθείς μην απελπίζεσαι.

– Αυτοί οι παλιοί ξέραν τί λέγαν, να τους ακούτε τους παλιούς!

Αντιγόνη Ηλιάδη, Στο μέλλον

Στο μέλλον
φυτεύουμε τα χέρια μας
σε λασπωμένα νερά
να βγάλουμε ζωή από το τίποτα
κρυβόμαστε σε τεχνητούς πλανήτες
και βουλώνουμε τις καρδιές μας
να μην ακούγονται
κλείνουμε τα μάτια στην κόλαση
φτιάχνουμε τη δική μας
με συνταγές από το παρελθόν
δεν αντέχουμε το φως
κυκλοφορούμε πάντα νύχτα
μέσα σε μάτια αγνώστων
μη και τυχόν μας καταλάβουν
ότι υπάρχουμε ως έτσι
ακούμε τη δυστυχία να σφυρίζει
αλλάζουμε δρόμο
πηγαίνουμε πάντα πλάι σε γέφυρες
σε ετοιμότητα να χαθούμε
μη και μας κοστίσει
ό,τι υπόσχεται το απέραντο
δεν αξίζουμε δεν μας αξίζουν
γδερνόμαστε αντί να αγαπηθούμε
όλα τα καλά άγνωστες λέξεις
που πειράζουν τον αέρα
με κομμένη την ανάσα
με σπασμένη τη γλώσσα
κολλάμε σε τσιμέντα παστρικά
γκρεμίζονται όλα
μένουν μόνο φύλλα
που θροΐζουν άδικο αίμα

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://cignialo.gr/antigoni-iliadi-sto-mellon/?fbclid=IwAR3kdCTrfXOr-IzPgNXqfGbKINJ3PK2YuEmRHE7yi0RSvykYDzdrX7IcWLo

Αντώνης Μπουντούρης, έρχεται σα σιωπή που βρυχάται…

Από τα έγκατα μια σιωπή

η πόλη σε ακινησία

ελάχιστοι ακούν τα πατημένα χώματα

που μουρμουρίζουν

ελαφρά σα στάχυα

ελάχιστοι νιώθουν την πληρότητα

των επερχόμενων.

Alex Antonopoulos, Today

Today I thought about how they were always right:
I will never change the world;
for this world changes only through tick boxes and numbers
and I don’t speak tick boxes, I don’t speak numbers.

They make their boxes that way;
they make them tight enough;
no poetry can fit in.

I will never change the world. They were right.
I will never change this world.
I will never save this world. And perhaps this world
never needed saving.

I will never change the world;
but today I got this moisturizing cream
and my skin looks fucking amazing.

*For more poems by Alex Antonopoulos: http://www.alexantonopoulos.com