Δημήτρης Κανελλόπουλος, Άσμα πρέπον

Μιλᾶτε τώρα
γιὰ τὸ ἀθῶο αἷμα, ποὺ ὡστόσο,
ὅταν ἔπρεπε,
δὲν τοῦ δώσατε μεγάλη σημασία
καὶ τὸ ξοδέψατε σὰν γνήσιοι χουβαρντάδες.

Θέλατε ἥρωες νὰ ἔχετε στὴν καβάντζα
τροφὴ γιὰ τὴ συνέχεια τοῦ μίσους,
δὲν καταλάβατε πὼς
γιὰ ὅλους μας ἀνοίγεται
ὁ ἴδιος τάφος.

Τὰ λέω αὐτὰ
καὶ μὲ πλακώνει μία λύπη
γιατὶ σεῖς δὲν ἀφήνετε τὸ μαχαίρι
σὲ ἡσυχία.

«Δὲν μὲ νογᾶτε ὅπου σᾶς ὁμιλῶ»
καὶ τὸ γνωρίζω. Κανέναν δὲ νογᾶτε ἐξὸν
ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ χαϊδεύει
τ’ αὐτιά σας μὲ λόγια, ποὺ θέλετε ν’ ἀκούσετε.

Ἐγὼ δὲν ἦμουνα γι’ αὐτὰ
«πῆγα μακρύτερα ἀπὸ τὴν παντοχή μου»,
εἶπα ἄλλους λόγους,
ὅπου ἔφεραν τρομάρα
καὶ μὲ κόψατε•
ἀπὸ τότε,
μαρτύρησα τῆς μάνας μου τὸ γάλα
κράτησα ὅμως μὲ ἐπιμονὴ
αὐτὸ τὸ μετερίζι.

*Από τη συλλογή «Το φράγμα της μνήμης», Εκδόσεις Οροπέδιο, 2017.

Χρήστος Τουμανίδης, Γεωγραφία της θλίψης

Τα καράβια μου όλα φύγανε, σε θάλασσες άγνωστες.
Ανατολικός άνεμος• της καρδιάς.
Δυτικός άνεμος• των λόγων.

Στη μέση ορθώνονται τα σκοτεινά βουνά:
Ερμών, Μερών, Θαβώρ.

Αλλά, γιατί η «πολιτισμένη» Δύση να αγνοεί,
και η θυμωμένη Ανατολή να μην καταλαβαίνει;

Τα καράβια μου όλα φύγανε –
Και οι θάλασσες έμειναν άγνωστες.
Άγνωστα τα λιμάνια.
Και οι φίλοι; Θρυλούμενοι.

Το φως και οι λαχτάρες βέβαια
θα έρχονται ακαταπαύστως.

Θα έρχονται από εσένα,
ω! ανεξάντλητη και ανερμήνευτη Ανατολή.

Επειδή και γιατί, οι χθεσινές
είναι οι αυριανές, παντοτινές μας συμφορές.

*Από τη συλλογή “Οι ελεγείες της Ανατολής”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2014.

Λαμπριάνα Οικονόμου, Τρία ποιήματα

ΣΗΜΕΙΟ ΑΙΧΜΗΣ

Καθάρισε τα ρούχα της η φτώχεια
– υπαίθρια μπουγάδα στην Καλλιρόης.
Το πρώτο ράμφισμα της μέρας
στράγγισε αίμα.

***

ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ

Στέκομαι με καφέ στο χέρι
κάτω από βρεγμένο υπόστεγο
– κοιμώμενη μαινάδα
με φόντο υψικαμίνους.

***

ΕΛΛΕΙΨΕΙ ΣΥΜΒΑΤΟΤΗΤΑΣ

Κεντρική μνήμη
“υπό διαμόρφωση¨

Χώρος αμφιθεατρικός στο Φιξ
3 κεκλιμένα επίπεδα.

Μεταβιομηχανικό πουλί

τρώω σκυρόδεμα.

*Από τη συλλογή “Αντίποινα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Δημήτρης Καφετζής, Δύο ποιήματα

φως

Σε κοφτερά βράχια εισδύει το φως
δίχως διχτάκια ασφαλείας σκαρφαλώνει
ψάχνοντας να τρυπώσει μες στα βράχια
να ριζώσει πλάι-πλάι με την ύλη

Δυναμώνει εντός του ο κόσμος
όσο ενώνει τις ψηφίδες των αιώνων
όσο αντέχει να θροΐζει μέσα στο πέρας
της πλάσης, των θεών και των ανθρώπων

Τρυφερά σκαλίζει τη ζωή
να βλαστήσει σε κολπίσκους θέρους
μαρμαρυγών αδιάκοπες αναπνοές
να χαρίσει στην πρώτη μας μέρα

Φως αθάνατο φως τυραννικό
που φανερώνεις τόση ασχήμια
φώτισε και μένα τον τυφλό
να χωρέσει στις τσέπες μου λίγη ακόμα ελπίδα

***

Welcome!

«Συντρίψτε τα όνειρα, κάθε συναίσθημα,
εδώ κάτω οι σκέψεις σας είναι δικές μας,
εδώ κάτω δεν ακούγονται πλέον οι κραυγές σας,
εδώ κάτω μόνο αριθμοί από σάρκα και αίμα.»

«Οι αμνήμονες μας ανήκουν, οπότε σκοτώστε τη μνήμη,
ό,τι γεννάει και ό,τι μπορεί να γεννηθεί,
ό,τι γράφει και ό,τι έχει τη δύναμη να σβήνει,
ό,τι πονάει, ό,τι ερεθίζει, ό,τι ρέει.»

«Η ήττα πρέπει να εμπεδωθεί οπότε συνθλίψτε τις ελπίδες,
σε κάθε άνοιγμα των ματιών, σε κάθε βήμα προς το αύριο
σε κάθε ποδοπατημένη φωνή συνείδησης,
σε κάθε δρόμο που καταλήγει στο φως.»

«Κάψτε το φως, στάχτες του έρωτα οι μαρμαρυγές,
οι ερωτευμένοι δεν ανήκουν εδώ,
οι ποιητές να θανατωθούν παραδειγματικά
και όσοι ακόμα επιμένουν να τολμούν.»

*Από τη συλλογή «Χαραμάδες», Εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2018.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Κλήσεις

Στον Παράδεισο, βρίσκεται μια αίθουσα. Μέσα σ’ αυτήν την αίθουσα, έχουν τοποθετηθεί αμέτρητα μικρά γραφεία, και κάθε γραφείο έχει πάνω του από μία τηλεφωνική συσκευή. Όχι κινητό, αλλά μια απ’ αυτές τις πανέμορφες και πεισματάρικα ακίνητες συσκευές που κάποιοι από μας πρόλαβαν να χρησιμοποιήσουν. Πίσω από κάθε γραφείο κάθεται ένας άγγελος, και κάθε άγγελος απαντάει στις κλήσεις που δέχεται η τηλεφωνική συσκευή του γραφείου του.



Οι κλήσεις είναι μοναχικές προσευχές, είναι μουρμουρητά μετά το πέμπτο ποτήρι, είναι μονόλογοι σε όνειρα, είναι ουρλιαχτά όταν η λογική κοιμάται. Και στη συγκεκριμένη αίθουσα, στα συγκεκριμένα γραφεία, στις συγκεκριμένες τηλεφωνικές συσκευές, όλες οι κλήσεις φτάνουν από τις προσευχές και τα μουρμουρητά και τους μονολόγους καλλιτεχνών που είναι ακόμα ζωντανοί. Οι λέξεις των καλλιτεχνών φτάνουν στα αυτιά των αγγέλων μέσω των κλήσεων, και οι απαντήσεις των αγγέλων φτάνουν στις καρδιές των καλλιτεχνών με τον ίδιο μυστηριώδη τρόπο που κάθε Έργο Τέχνης φτάνει στην ανθρώπινη καρδιά.



Τα τηλέφωνα χτυπάνε, και χτυπάνε, και χτυπάνε, και οι άγγελοι συνέχεια απαντάνε. Ακόμα και τώρα. Και προσπαθούν οι άγγελοι –πανικόβλητοι και δακρυσμένοι– να δικαιολογήσουν, να εξηγήσουν. Είναι πολλές οι κλήσεις, μα οι απαντήσεις μοιάζουν μεταξύ τους.



“Είναι καλύτερο για την Τέχνη σου που είσαι πεινασμένος.”

“Είναι καλύτερο για την Τέχνη σου που είσαι ντροπιασμένος.”



“Είναι καλύτερο για την Τέχνη σου που έχεις αμαρτήσει.”

​”Είναι καλύτερο για την Τέχνη σου που φοβάσαι τα πάντα.”

“Είναι καλύτερο για την Τέχνη σου που καθετί μπορεί να σε πονέσει.”

“Είναι καλύτερο για την Τέχνη σου που είσαι ηλίθιος – ή, για να είμαστε πιο ακριβείς,
που ποτέ σου δεν κατάλαβες εκείνα που απλώς χρειαζόταν ν’ ακολουθήσεις.”


“Είναι καλύτερο για την Τέχνη σου –άκουσε με– είναι καλύτερο για την Τέχνη σου

που είσαι τόσο θυμωμένος.”



”Είναι καλύτερο για την Τέχνη σου που στάζει η πληγή· άσε το αίμα να πέσει στον καμβά.”

“Είναι καλύτερο για την Τέχνη σου που δεν μπορείς ποτέ να μιλήσεις· γράψε.”

​

“Είναι καλύτερο –άκουσε με–

είναι καλύτερο –άκουσε με–
είναι καλύτερο που είσαι βρώμικος.

Εσένα μόνο η Τέχνη σου ίσως κάποτε σε πλύνει.”

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Πτυχές ζωής

Κύκλοι ομόκεντροι
Οι πτυχές της ζωής –
Κύκλοι που περιστρέφονται
κατευθύνσεις και ταχύτητες
αντίθετες.
Στροβιλισμοί
ατέρμονα επικεντρωμένοι
σε όνειρα.
Συναίσθημα και λογική
δυο γαλαξιακοί βραχίονες.
Σπειροειδείς οι κινήσεις τους
στην τροχιά του πυρήνα
της ζωής.
Δυναμικές προσπάθειες
εστίασης –
Διάχυτες οι πτυχές της ζωής
από κύκλους ομόκεντρους.

***

Μελωδικό δέλεαρ

Μέλισσα σκέψης
Αέναη κίνηση της νόησης.
Μέλισσα καρδιάς
Χτύποι έντονοι-
Το αίμα γοργά κυλά
Ο βόμβος της μελωδίας
σαν άρπα, σαν φλογέρα
Αέρας
την παρασέρνει
προς το μέρος του.
Αργά-
Μέλισσα λιπόθυμη στο νέκταρ
του άνθους του.

*Από τη συλλογή “Χρόνος Προσέγγισης – Χώρος Μετουσίωσης”, 2018.

Ιωάννα Ξυλόσομπα, Τρία ποιήματα

Ρονίν

ψάρι, μπρόκολλο και κακή τέκνο

η ποίηση είναι ένας σαμουράι
χωρίς αφέντη

***

οι πόλεις

οι πόλεις
είναι πάντα πόλεις
που είναι χτισμένες πάνω σε πόλεις
που χτίστηκαν κι αυτές
με τη σειρά τους
πάνω σε άλλες πόλεις.

Εμείς αγάπη μου
ένα χρόνο βγαίνουμε
και διακοπές ακόμα δεν έχουμε πάει

***

ιούλιος του ’17

Όταν μιλάς
βγαίνουν από το στόμα σου
λουλούδια ή δυναμίτες
και μερικές φορές
λίγη σκόνη της ερήμου.

Παίρνω πάλι σύρμα
προσπαθώ να συνεφέρω
τα εκτροχιασμένα χελιδόνια.

Από την άνοιξη μέχρι το δέρμα σου
έχουν δει τόσα πολλά
που τα μάτια τους γίναν

ρόδες τραίνου

*Από το βιβλίο “Αποσπάσματα από τα Όνειρα του Ξυλοκόπου”, Εκδόσεις Κακός Βηξ, 2017.

Νίκος Κροντηράς, γιατί Πεθαίνεις;

Πέθανε γιατί παραδώθηκε στον θάνατο.

Σε μιαν εποχή που ο ήλιος αγνοείται
όλοι φτιάχνουν δουλειές πάνω στην άμμο
κανείς δεν θέλει να ξέρει για το ψάρι
που περιμένει νερό
στην άσφαλτο της ερήμου
σαν έναν πουλημένο πλανήτη σε κάποια ιστορία
άσπρα κόκκαλα ζώων.

ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΝΩ ΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ
και σ’ αυτό τον αιώνα όλες οι δουλειές είναι ντροπή.
Ο ορίζοντας στενεύει όταν μικραίνει η γη
κι εκεί που δεν θα υπάρξει Αγάπη
ο θεός θα μοιάσει με το απόλυτο κτήνος.

Μέσα στο ηφαίστειο
φοβούνται περισσότερο την βροχή
οι τυφλοί
που νομίζουν το φως
παραίσθηση των ζεστών κορμιών
Οι χτίστες αριάδνες ποτέ δεν νοιάστηκαν
για τους μινώταυρους
Πανοπλίες που δεν θ’ ανέβουν ποτέ,
πτώση
εντοίχιση στο ανύπαρκτο.

Όσο λιγοστεύουν τα δέντρα μην ελπίζετε
που πάει να πει ζούμε σε έτη
μετά τον γιό που μού ’φαγε ο πόλεμος.
Κουρδιστή συντροφιά μου, λες: «πάτα ένα πλήκτρο
και θα συγχωρεθείς»,
πρέπει να καταστραφείς

ΓΙΑΤΙ ΤΡΑΚΟΣΙΑ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ
τρώνε τον πολιτισμό μας στις πύλες
θα χάσουμε.
Δίκαιο κανένα δεν έχει
η υπεράσπιση πραγμάτων
πάνω στα πτώματα αυτών που ήταν ζωντανοί,
άνθρωποι παλουκωμένοι για να δεθούν συρματόσχοινα,
ψηφιακοί ήχοι από ηχείο θανάτου
ασθενικά φρουρόγκριζα ανθρωπάκια
υπακούουν
μια σκάλα με σκελετικά σκαλοπάτια
οι τοίχοι φτιαγμένοι από κενό
Κι αν επιβιώσεις σ’ αυτή τη φυλακή
για πάντα θα είσαι μολυσμένος.

Στον αιώνα της πείνας
τα δόντια δεν θα σταθούν στον διψασμένο
θα στροβιλιστούνε σκατά
μα δεν θα γίνουνε σύμπαν.

*Από τη συλλογή “Επανάσταση και…”, Αθήνα 1991.

Μιχάλης Τάτσης, Πολιτεία ανάλγητη

Πολιτεία ανάλγητη, με κάνεις να νιώθω σαν ήρωας ταινίας παιδικής πορνογραφίας. Παίρνεις το κεφάλι μου και το κολλάς σ’ ένα ασχημάτιστο, παράταιρο κορμί και ασελγείς επάνω του με καλώδια ηλεκτρικά και πλαστικές αποφύσεις. Τα μαχαίρια σου χαρακώνουν τα στήθη μου κι από πάνω οι μισθοφόροι σου γελάν σαρδόνια και δείχνουνε τα δόντια στην αισχύνη μου. Κι εγώ δεμένος δάκρυα σου τείνω το κεφάλι. Πληρώνεις για να με δεις να εκπορνεύομαι και πέφτουν τα στοιχήματα: σκύλοι βυσσοδομούν στον κώλο μου τα σάλια στάζοντας τη σάρκα. Και χώνεις στο λάρυγγά μου τις παλάμες σου και σκίζεις ό,τι βρεις με λύσσα. Με τις φωνητικές χορδές μου στήνεις ψηλά αγχόνη κομποσκοίνι. Κι οι δήμιοι σου παίζοντας τα χέρια στη θηλιά να με χτυπάν στην πλάτη. Και μου περνάς κατόπι την κουκούλα σου, σβήνεις το πρόσωπο και με κολλάς γυμνό στο βράχο. Σπεύδουνε τότε και τα όρνια σου για να γλεντήσουν τα συκώτια μου.

Δεν έχω φωνή να φωνάξω και την κραυγή μου κανείς δεν θα δει. Εγώ τότε θα δαγκώσω τη γλώσσα μου βαθιά, πληγή, και θα στεγνώσω τα δάκρυα.

Επιτέλους, νεκρός, θα ουρλιάξω.

*Από το βιβλίο ‘Με το καδρόνι στα χέρια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2011.

Κατερίνα Κούσουλα, αστερισμός του καρκίνου

στη Μ.Γ.

τρόμος λοξοπατά την πέτρα
τα μάτια της διάπλατα παράθυρα αιχμής

να ’βγαζα έξω το μαχαίρι απ’ το φθαρμένο του θηκάρι
να σύρω λάμα να νιώσω κάτι
με κάθε ετυμηγορία έχασα κάθε αίσθημα
οι αισθήσεις μου είναι βρέφους απαλές
ανίδεες αισθήσεις – πώς το κακό με βρήκε;

στο σώμα της περιδιαβαίνουν αναμνήσεις
εξίσου με τους πόνους ακατάσχετες
θαρρείς δουλεύει δίπλα δίπλα η ζωή
κι ο θάνατός της
ενώ ανέχεται τα πάντα όπως πάντα σιωπηλή
πειραματόζωο καλό μεθόδου αποχωρήσεων

όλες οι αποχρώσεις στο λευκό μετά
μια σπίθα «κρίμα» μόνον –
περνά και φεύγει

*Από τη συλλογή “θαυματουργή πλην έρημος”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018.