Σπύρος Μεϊμάρης, Η αίσθηση

Η Αίσθηση που είχα,
η αίσθηση που μου ’δωσε χαρά
μπορεί να συνοψισθεί σε μια λέξη:
Ξαναγύρισα.
Κοιτώντας απ’ το παράθυρο, άρχισε
σιγά, σιγά να καταγράφεται μέσα μου
πρώτα το γκρίζο χρώμα, μετά το γαλάζιο
και μετά το ροζ,
όλα μαζί με τους συνειρμούς τους.
Με την άκρη του ματιού μου
είδα κάτι ανθρωπάκια να περνούν από δεξιά
στο πεζοδρόμιο.
Υπήρχε η ανάμνηση μιας ματωμένης δόσης
στο βάθος του ορίζοντα
και κάποιες άλλες σκέψεις που περίμεναν
το χρόνο να κάνουν την εμφάνισή τους.
Ο ουρανός ήταν διάφανος σαν γυαλί
και λαμπερός.
Άφηνε τον άνθρωπο να ελπίζει,
μάλλον τον προκαλούσε,
τον έσπρωχνε να ελπίζει,
ο γυάλινος ουρανός.
Η παρουσία άλλων ανθρώπων
ευτυχώς δεν τον διέκοπτε.
Ο ήλιος πλήγωνε τα μάτια.
Θα έπρεπε λοιπόν,
όχι σύμφωνα με τα προηγούμενα,
αλλά εντελώς αυθαίρετα, θα έπρεπε λέω —
Περιμένετε λίγο, θα μου έρθει όπου να ’ναι —
Τελικά όλες αυτές οι εκφράσεις
και τα γλωσσικά ιδιώματα
είναι αυτοσκοπός
και δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα.

Τι άλλο θα ’πρεπε να πούμε;
Σε τι θα μας βοηθούσε η μαγική δύναμη
της φαντασίας
για να μεταμορφώσουμε
την ασχήμια σε ομορφιά,
τη στενότητα σε ευρύτητα,
την ασυνεννοησία σε κατανόηση,
εξαφανίζοντας το χρόνο σε αιωνιότητα.
Μαγικές στιγμές.

*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, 1998.

Πόπη Γιόκαλα, Τρία ποιήματα

Μια θυσία

Ξεχασμένες επιθυμίες που πετάχτηκαν σε σκοτεινά σημεία του νου-
Θάφτηκαν οι προσδοκίες-
Λεηλατήθηκαν τα όνειρα-
Η πείνα για ζωή παραμερίστηκε-
Βιάστηκε το αθώο, αγνό στην ψυχή-
Οι σκόρπιες αναμνήσεις… χαρές χαμένες στην ομίχλη-
Ό,τι όμορφο είχε η ψυχή τσαλακώθηκε-
Φόρεσες τη μάσκα της ευτυχίας… που ξεγέλασες και σένα –
Μαζί με τους άλλους.

***

Λάθη

Τα λάθη που δεν κάναμε ποτέ
Μοιάζουν με σταγόνες βροχής
Πού δεν ένοιωσε το κορμί, επειδή φοβήθηκε την καταιγίδα-
Είμαι δίπλα όταν με δακρυσμένα
χαμογελώ
Με ένα χαμόγελο θλιμμένο…
Καί αναρωτιέμαι…
Γιατί η Αγάπη να φέρνει δάκρυα;

***

Σκιά

Στέκεσαι στη σκιά
κάτω από τα δέντρα-
Μένεις εκεί
Δεν τολμάς να δεις κατάματα τον ήλιο-
Δεν κινδυνεύεις
Είσαι ασφαλής-
Μια ζωή μένεις μονάχος
στη σκιά σου.

Ασημίνα Κ. Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

ως εγωισμός μετρήθηκε
η έγνοια
για το ευτελές του δωματίου μέγεθος
και το βρώμικο των τοίχων
όταν ο φακός
συνέλαβε
τους απέναντι

***

ΤΟ ΔΙΑΧΩΡΙΣΤΙΚΟ

Μας χώριζε
μια Άνοιξη φορτωμένη σε βιτρίνα
και το ύφος σου
Ώρα απόγευμα Σαββάτου αργά
πλατεία Κανάρια
Φιγούρα ανάγκης ή αλήθειας
Δεν γνώρισα
Ένα ωστόσο σιγούρεψα
Αταίριαστη πλάι σου θα στεκόμουν
Έτσι σκυφτός και σκεφτικός
Εσύ
την αγάπη να ψάχνεις
Κι εγώ
να ψηλαφώ άνοιγμα
σε προπέτασμα διαχωριστικού

*Από τη συλλογή “Οι απέναντι”, Αθήνα 2012.

Άρης Κωτσίδης, Σήμερα κάποια μουντά πρόσωπα

Σήμερα
Κάποια μουντά πρόσωπα
Μαζί με το ταλαιπωρημένο μου
Παρελθόν,
Μπήκαν
Αθόρυβα απρόσκλητα
Στο δωμάτιο…

Άλλος ένας ουρανοξύστης
Στη μαραμένη κάμαρή μου…

Έτσι εξηγείται
Η απογευματινή μου λύπη…

Σπιλωμένο παρελθόν
Αφημένο
Σε λερά προσωπεία…

Και κοιτάζω ξανά,
Με παράπονο πολύ,
Τα χαρτιά μου…

Το ποινικό μου μητρώο
Είναι λευκό
Και όμως ήμουν
δώδεκα χρόνια στις φυλακές
Των αφιλόξενων σχολείων…

Των σχολείων
Που δεν αφήνουν
Τις αχτίδες του ήλιου
Να πλησιάσουν
Στις καρδιές των νέων…
Στις καρδιές μας…

Σε ένα τέτοιο
Ετοιμόρροπο σχολείο
Θυμάμαι
Τον γυμναστή
Που μας τόνιζε συνέχεια
Πώς πρέπει να κάνουμε
Καλύτερα τις επικύψεις…

Γιατί πώς αλλιώς
Θα βγαίναμε
Μετά απο λίγα χρόνια
Στην κοινωνία
Χωρίς να ξέρουμε
Να σκύβουμε…

Κρατούσαμε τότε
Στις καρδιές μας
Τα χελιδόνια
Όταν τα σκοτώναμε…

Κάποτε περνούσαν
Πολλά ελπιδοφόρα χελιδόνια
Από εδώ…

Η μέρα είναι ευγενική
Εμεις είμαστε αγενείς…

Ήρθε ο καιρός
Να ποτίσουν
Τα λουλούδια
Τους ανθρώπους…

Γιατί πρέπει να γίνουμε
Εμείς τώρα,
Τα ελπιδοφόρα χελιδόνια…

*Από τη συλλογή “Μόνον όρθιοι;”, Εκδόσεις Βάνιας, 1990.

Δήμητρα Γερογιάννη, Δύο ποιήματα

είδα σήμερα στο δρόμο
ένα νεκρό πουλί
κατάφερα
να μην κλείσω τα μάτια μου
περιμένω
έναν κόκκινο ελέφαντα
να καταπιεί τη θλίψη μου
κάποτε θα συναρμολογήσω
τις εικόνες
θα βρω τα κομμάτια
που λείπουν
δε θα χρειάζομαι
φανταστικούς χαρακτήρες και ζώα
θα κάθομαι τα πρωινά
στο κρύο
και θα κάνει σιωπή
στο σιδερένιο
κεφάλι μου

***

στα όνειρά μου
είμαι καρτούν
τίποτα
δεν μπορεί να σκοτώσει
ξυπνάω
και χαράζω
βαθιά
στο σώμα μου
τις περιπέτειες
της νύχτας

με τον καιρό
επινόησα μια γλώσσα
και καμιά φορά
γράφω σ’ αυτήν
όταν οι λέξεις μου γίνονται
θλιμμένες

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Μιχάλης Καλλονιάτης, Δύο ποιήματα

ΑΓΝΩΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Φύλακας νεκρών σε ένα
νεκροταφείο σιωπής… δίχως
ούτε μια φλογίτσα να φέγγει
σαν καρπός της λύπης…
Η νύχτα στέλνει ένα στυφό
αέρα… που τσούζει τα μάτια…
που μαστιγώνει το γυμνό από
φως κορμί τους…
Το τρελό ανθρωπάκι που
έχω κρυμμένο μέσα μου…
Κάτι προσπαθεί να πει…
Μα τα λόγια του δεν βγαίνουν
από τα πετρωμένα χείλη…
Καθώς πνίγονται στη λάσπη που
είναι στοιβαγμένη στο λαρύγγι μου…
Μόνο στο μυαλό μου κάποιος
παίζει κάτι στην κιθάρα του…
Μα εγώ δεν γνωρίζω ούτε τον
τραγουδιστή…
Ούτε το τραγούδι του…

***

ΝΟΕΡΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ

Εδώ υπάρχουν κάτι χλωμές
στέρνες με χλωμά διακριτικά…
καταδικασμένες βδέλες που
σουρώνουν τη δροσιά από τα κορμιά μας…
Οι πληγωμένοι πόροι του δέρματος
δεν αντέχουν…
ξερνάνε πυώδη ποταμάκια στα
άρρωστα σεντόνια…
Το χτικιασμένο φως μεταλλικά
άστρα καρφώνει στα μάτια μας…
Σήμερα προσπάθησα να θυμηθώ
τα χρώματα και διαλέγοντας
ένα καθαρό κομμάτι τοίχου…
άρχισα νοερά να ζωγραφίζω
τη μορφή σου…
Σαν τέλειωσα…
Δεν πρόλαβα καλά-καλά να
την κυττάξω…
Και οι σοβάδες την σκόρπισαν
στο πάτωμα…

*Από τη συλλογή “ανθισμένες ακακίες σε άρρωστους δρόμους”, Αθήνα, 1985.

Fernando Arrabal, από την “πέτρα της τρέλας”

Έχω μια φυσσαλίδ’ αγέρινη. Τη νιώθω πολύ καλά.
Όταν είμαι θλιμμένος γίνεται πιο βαριά και πότε-
πότε, σαν κλαίω, φαντάζει θαρρείς σταλαματιά
υδραργυρένια.
Κι η φυσσαλίδα ετούτη απ’ αγέρα, άπαυτα σεριανά
απ’ το μυαλό ως την καρδιά μου κι απ’ την
καρδιά μου πίσω στο μυαλό.

***

Καμιά φορά, το δωμάτιό μου γεμίζει φως μεσ’ στη
νύχτα και ξαφνικά η αναμμένη λάμπα γίνεται κατάμαυρη
κι ο χώρος γύρω της, φθίνει βυθισμένος
στο σκοτάδι.
Πρέπει λοιπόν να ξεμακρύνω απ’ τη λάμπα για
να μπορέσω να γράψω. Κι έτσι όταν θέλω να γράψω
“ξέρω γιατί” το χέρι μου χαράζει “αγνοώ αν”.

*Από το βιβλίο “Η πέτρα της τρέλας”, Εκδόσεις Αιγόκερως, β΄ έκδοση 1989. Μετάφραση: Ανδρέας Ταρνανάς.

Δήμητρα Κατιώνη, Δύο ποιήματα

η σκέψη τους ήταν
σε προχωρημένη σήψη
κι ο θεός τούς έμοιαζε
αλλά δεν τους μιλούσε
αυτά μιλούσαν πολύ
και πονούσαν
είχαν σπίτια κι εργαλεία
άνοιγαν το στόμα
πίστευαν πως τραγουδούσαν
έτσι φρικτά είδα να ζουν
τα πλάσματα που θάβουν τους νεκρούς τους

***

ας άντεχε
το μάτι
να διατρέξει
την απόσταση
από το ένα πετραδάκι
στο άλλο

αν θες φτερά πέταξε
κι αν θες θεό τραγούδα
είναι η κοινή μας ύλη
και στων αιώνων τους αιώνες
αμήν

*Από τη συλλογή “Τρεις μέρες και ένα τρίτο”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Denise Levertov, Οι μουγγοί

Κείνα τα μουγκρητά που οι άντρες συνηθίζουν
γυναίκα σαν διαβαίνει από το δρόμο
η τα υπόγεια σκαλοπάτια του μετρό
για να της πουν πως είναι θηλυκό
κι η σάρκα τους το ξέρει,
μη κάποια μελωδία τάχα να ‘ναι,
ένα τραγούδι άσχημο πολύ, από πουλί
τραγουδισμένο με το γλωσσίδι του σχισμένο
μα που για μουσική περνιέται;
Ή μήπως αγκομαχητό πνιχτό
κωφάλαλων που παγιδεύτηκαν σέ κτίσμα
που αργογεμίζει με καπνό;
Μπορεί και να ‘ναι και τα δυό.
Τέτοιοι συνήθως άντρες
μοιάζει στο μουγκρητό την ικανότητά τους να εξαντλούν,
κι όμως, ενάντια στον εαυτό της, η γυναίκα ,
σαν δώρο το μετρά :
αν ήταν άχαρη εντελώς
στα σιωπηλά θα προσπερνούσαν :
άρα δεν είν’ για να της πουν
πως μια ζεστή είναι τρύπα μόνο. Ένας αχός
είναι σε γλώσσα του καημού, διόλου
πρωτόγονος, όχι μια γλώσσα βιβλική,
μια γλώσσα λαβωμένη, από γεράματα
βαθιά, ξεθωριασμένη. Θέλει
μ’ αηδία, το δώρο να πετάξει μακριά ,
μα δεν μπορεί,
στ’ αυτιά της κουδουνίζει σταθερά,
αλλάζει το ρυθμό στο βάδισμά της,
ξέφτια από αφίσες το αντηχούν
σ’ υπόγειες στοές,
τρέμει και τρίζει καθώς το τρένο μπαίνει.
Σφίγγει ο σφυγμός της
και ταχύτητα ανεβάζει,
η αμαξοστοιχία επιβραδύνει
προσαράζει μα το μυαλό της
συνεχίζει, μεταφράζει:
«Ζωή με την ζωή η ζωή κυλάει
δίχως την ποίηση,
δίχως ευπρέπεια,
δίχως αγάπη».

Μετάφραση: Αθανασία Δανελάτου

Μπρν Σ. Μαρ., Αργά ή γρήγορα

Αργά ή γρήγορα
πλαγιοκοπούνται ol αργοί και έκτροποι βηματισμοί μας
ερεθισμένοι από τις βέβαιες τροχοπεδήσεις
έκπληκτοι που αγνοηθήκαμε
παρ’ ότι είχαμε ενδιαφέρον
παρ’ ότ’ υπήρχανε φορές πους είχαμε το δίκαιο
παραλογήσαμε και το τραβήξαμε
σ’ ορίζοντες π’ απαγορεύεται να χαραχθούν
Η σύλληψη εγένετο νυχτιά
Οι γείτονες κοιμόντουσαν βαθιά
κι οι φίλοι
μακαρίσανε την τύχη τους
που δεν βρισκόντουσαν στη θέση του φονιά
Ο πληρωμένος βούρδουλας
γι’ ακόμη μια φορά
προστάτευε τους παίδες
των ζαχαροπλαστείων και των πανεπιστημίων
Μονάχα δυο κτίστες που παίζανε προ-πο
και ψήφιζαν ακόμα
συμπαραστάθηκαν στη διαδήλωση
των εκκολαπτόμενων αυτοχείρων
Από ανθρωπιστική κι ανώφελη δεοντολογία
Πάντως
ο αυτοκράτωρ προ πολλού
ωθούμενος απο τους παρακαθήμενους
αλλά κι από τους θεατές
κι από προσωπική εκτίμηση συνάμα
είχε αποφανθεί
την εξολόθρευση των πειρατών
Βαρύγδουπη κοινοτοπία των αυτοκρατόρων
με μόνο μελανό σημείο τις καθ’ ομολογίαν
σοφές και καίριες υποδείξεις
των πρώην πειρατών
και νυν υποταγμένων κι ειρηνοφίλων ναυτικών
προσκυνητών του Αυτοκράτορα

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδ. Αλκή, Αθήνα 1988.