Θωμάς Γκόρπας, Τα χέρια του εργάτη

Να συλλογιέσαι πάντοτε τα χέρια σου.
Είναι δικά σου και κρατάνε τη ζωή που διεκδικείς
όπως η μάνα το νεογέννητο δια μέσου των αιώνων
όπως ο σημαιοφόρος ξεδιπλώνει την καρδιά σου
στις μάχες για το ψωμί δια μέσου των αιώνων.
Είναι δικά σου και κρατάνε τη ζωή
όπως κρατάς εσύ ένα κομμάτι κερδισμένο ψωμί
όπως κρατάει ο άλλος έναν τραυματισμένο ή σκοτωμένο αδερφό
όπως κρατώ εγώ την πέννα μου σαν όπλο και σαν κραυγή
σε πόλεμο που δεν είναι πόλεμος αλλά προσπάθεια ύπαρξης.
Να συλλογιέσαι πάντοτε τα χέρια σου
είναι δικά σου γιατί κρατάνε τη ζωή που γέννησαν και λαχταράνε.
Είναι δικά σου σήμερα το λέω εγώ να το στεριώσω μέσα σου.
Είναι δικά σου αύριο θα το πεις εσύ να λάμψει ο κόσμος.

*Από τη συλλογή “Τα ανεξάρτητα”, Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1966.

Alfonsina Storni, Τρία ποιήματα

ΕΓΩ ΣΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΑ ΒΑΘΗ

Στο βυθό της θάλασσας
υπάρχει ένα κρυσταλλένιο σπίτι.

Σε μια λεωφόρο με κοράλλια βλέπει.

Ένα χρυσόψαρο μεγάλο,
στις πέντε,
έρχεται να χαιρετήσει.

Μου φέρνει
ένα άλικο κλαδί
με άνθη κοραλλιού.

Κοιμάμαι σ’ ένα κρεβάτι
λίγο πιο μπλε απ’ τη θάλασσα.

Μέσα απ’ τα κρύσταλλα.
ένα χταπόδι, μου κάνει νοήματα.

Στο πράσινο δάσος
που με ζώνει
-ντιν, ντον… ντιν, νταν-
λικνίζονται τραγουδώντας σειρήνες
από γαλαζοπράσινο μαργαριτάρι.

Και πάνω στο κεφάλι μου καίνε, το δειλινό,
όι αγκαθωτές λόγχες της θάλασσας.

***

ΣΤΗ ΘΛΙΨΗ TOΥ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΪΡΕΣ

Ευθείς λυπημένοι δρόμοι, γκρίζοι και πανομοιότυποι
εκεί όπου προβάλλει, ενίοτε, ένα κομμάτι ουρανού,
οι σκοτεινιασμένες τους προσόψεις και η άσφαλτος
μου ’σβησαν τα χλιαρά, ανοιξιάτικα όνειρα.

Πόσο περιπλανήθηκα εκεί, αφηρημένη, νοτισμένη
στον αργό γκριζωπό αχνό που τους στολίζει,
απ’ τη μονοτονία τους η ψυχή μου πάσχει τώρα.
-Αλφονσίνα!- Μη με φωνάζεις. Δεν αποκρίνομαι σε τίποτα.

Εάν σ’ ένα απ’ τα σπίτια σου, Μπουένος Άιρες, πεθάνω
βλέποντας στις φθινοπωρινές μέρες το δεσμώτη ουρανό σου
δε θα μου προκαλούσε έκπληξη η βαριά επιτύμβια στήλη.

Ανάμεσα στις ευθείες οδούς σου, βρεγμένες απ’ το ποτάμι σου,
το σβησμένο, το ομιχλώδες, το καταθλιπτικό και σκαιό,
όταν περιπλανήθηκα σ’ αυτές και βρέθηκα θαμμένη.

***

ΝΕΚΡΗ ΨΥΧΗ

Πελώριες πέτρες, ρόδινος ήλιος και σκόνη
υψωμένη σε νέφη πάνω στην άνυδρη γη.
0 ήλιος φεύγοντας στο αυτί ψιθύρισε:
την ψυχή έχεις για πάντα νεκρή.

Φίδια συρθήκαν δίπλα μου
κι ως το στόμα μου το κεφάλι σήκωσαν.
0 γκρι ουρανός, η πέτρα, ξανάλεγαν:
την ψυχή έχεις για πάντα νεκρή.

Ράμφη γύπα ένιωσαν ύστερα
με τα πέλματά μου μαζί, τη γη να σείεται,
το απόγευμα επανέλαβε τις φωνές πεδιάδας:
την ψυχή έχεις για πάντα νεκρή.

Ω, γόνιμε ήλιε, γη εκστασιασμένη,
έναστρε θόλε, απέραντη θάλασσα, ζούγκλα,
μπείτε στην ψυχή μου, συνταράξτε την.
Κοιμάται η δύσμοιρη έτσι που μοιάζει νεκρή.

Αχ, ψυχή, ας ξυπνήσουν τα μάτια σου,
κι ας βρουν τον κόσμο σαν ολοκαίνουριο σώμα.
Αχ, ψυχή, ας ξυπνήσουν τα μάτια σου,
ψυχή που κοιμάσαι και σαν πεθαμένη μυρίζεις.

*Από το βιβλίο “Alfonsina Storni, Ποιήματα”, δίγλωσση έκδοση, επιλογή-μετάφραση: Στέργιος Ντέρτσας, εκδόσεις Θράκα, β΄έκδοση 2017.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, οι γάτες των ποιητών είναι άτυχες

Έχω δει με τα μάτια μου
ποιητές να παίρνουν αγκαλιά
τα σχιζοφρενικά συμπράγκαλά τους
και να βουτάνε
από γέφυρες
από ταράτσες
από πεζοδρόμια, κυρίως από πεζοδρόμια,
στο εσωτερικό κενό της ύπαρξής τους
Συνήθως πηδούν την ώρα
που η σημαία υποστέλλεται
Η σημαία της πατρίδας
Η σημαία του αφέτη
Η σημαία τους

Πίσω στο σπίτι
οι γάτες τους τούς περιμένουν
τρεις μέρες συνήθως
Μετά αντιλαμβάνονται το μάταιο του πράγματος
ψελλίζουν ένα “γαμώ την τύχη μου”
και βροντούν την εξώπορτα πίσω τους

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://cignialo.gr/vangelis-aleksopoulos-oi-gates-ton-poiiton-einai-atyches/

Nelly Sachs, Όταν η αναπνοή

Όταν η αναπνοή
φτάσει στην καλύβα της νύχτας
και βγει έξω
να ψάξει την αέρινή της ουράνια κατοικία

και το σώμα
ματωμένος αμπελώνας
γεμίσει τʼ αγγεία της σιωπής,
τα μάτια περάσουν
μες στο φως που βλέπει

όταν καθένας μες στο μυστικό του
χαθεί
και καθετί γίνει διπλή φορά-
κι η Γέννηση, τραγουδώντας, ανέβει
όλες τις κλίμακες του Ιακώβ στʼ όργανο του Θανάτου

τότε
μια όμορφη αστραπή ανάβει
το Χρόνο-

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://eisvathos.blogspot.com/2019/08/blog-post_2.html

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Δύο ποιήματα

IV

υπαρκτή Κεφαλλονιά

Τό κέρδος λυσσάει τόν Αύγουστο
τρώει τίς θάλασσες τά όρη
τρέφει φουσκώνει τά παιδιά
σπέρνει καρκίνους πολυκατοικίες

τό κέρδος φουντώνει τόν Αύγουστο
μαραίνει άφανίζει λέξεις καί πουλιά
τό κέρδος αλωνίζει καί θερίζει
μιλάει κεφαλλονίτικα γελάει αμερικάνικα
— βούτυρο καί τσιμέντο
πέτρινε
πέτρινε Μαρίνο
πού τρέχει τώρα ό λογισμός σου;
βούτυρο καί τσιμέντο οί κομμούνες σου

καράβι στά χάη
φεγγάρι γραμμένο
φεγγάρι σβησμένο
φιλί στό ποτέ

μαδημένη πατρίδα
τριαντάφυλλο
στά χοντροδάχτυλα τού κέρδους

έτσι πάει τό έθνος.

V

γιά μιά πεθαμένη τραγουδίστρια της δεκαετίας τού ’60

Ξυπνείστε πιά άπό τούτη τη ζωή
καί ξαναμπείτε στά όνειρά σας!

—έλα φωνή απ’ τή νύχτα μας
μέσα στήν άγρια μέρα
έλα καί πές τά χρόνια μας
μέ ρούμπα καί μέ σάμπα!

Φύγαν τά χρόνια

φύγανε

μέ τά πουλιά
μέ τά πανιά
μέ αγέρα καί μέ κύματα

Φύγαν τά χρόνια
κι έρχονται
οί σκέψεις
Έρπετά

Μάς μένουνε τά κόκκαλα
γιά νά στηρίζουν τώρα
αύτή τή μουσική
στήν ερημιά των πόλεων

Έλα φωνή
άπό παλιές θαμπές βροχές
κι άπό λιακάδες
έλα φωνή άπό θάλασσες πού σβήσαν
στά ύγρά καί μεθυσμένα πεζοδρόμια
έλα φωνή στά υπόγεια ούράνια του έρωτα
πρίν μάθει ακόμα ξένες γλώσσες
πρίν άνατιναχτεϊ στό φως
αγώνων πού δέν γνώρισαν σημαίες

Έλα φωνή άνάκουστη
θαμμένη μέ όλα της τ’ αηδόνια
καί όλα της τά νερά
έλα υπόγεια ρεματιά
έλα μικρό μικρό Χαλάντρι

έλα φωνή
έλα φωνή
μέ ρούμπα καί μέ σάμπα!

*Από τη συλλογή “Τα ποιήματα του μανδαρίνου”, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2002.

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Λευκές σελίδες

Λευκές σελίδες, απειλητικές
Επιλογή και δμιουργία –
Ποίημα
Λέξεις μαχητικές
Αγώνας επικράτησης
Πολεμικός χρός δημιουργίας.
Ικανοποίηση, απογοήτευση
εικόνες, σκέψεις, συναισθήματα
Όπλο το χέρι
του μυαλού η προέκταση –
Οι λέξεις σε παράταξη
Μιλούν

***

Πεμπτουσία

Σε συναντώ –
Πεμπτουσία ζωής
μέσα στη σκέψη.
Σε δημιουργώ –
Τρυφερής αγάπης όνειρο
Φιλί πόθου.
Σε περιμένω –
Στης ομίχλης τα σύννεφα.
Σε αγγίζω –
Χάδι καρδιάς.
Σου υπόσχομαι
Ανάσα ζωής
Βάπτισμα έρωτα
Μυσταγωγία τελείωσης.

*Από τη συλλογή “Μεσουσίωση Χρόνος Προσέγγισης Χώρος Απομάκρυνσης”, 2018.

Georg Trakl, Η μελαγχολία

Πόση βία κρύβεται μέσα σου, σκοτεινό στόμα
Σύννεφα φθινοπωρινά
σου ’δωσαν σχήμα,
Χρυσή βραδινή σιωπή·
Ορεινός χείμαρρος σε πρασινωπό σύθαμπο
Στη σκιά
Ρημαγμένων πεύκων-
Ένα χωριό,
Που ευλαβικά πεθαίνει μέσα σε καστανές εικόνες.

Εκεί καλπάζουν μαύρα άλογα
Σε λιβάδια ομίχλης.
Εσείς στρατιώτες!
Από το λόφο, που ο ήλιος πέφτει βασιλεύοντας
Γελώντας ξεχύνεται το αίμα –
Κάτω από βελανιδιές
Χωρίς φωνή! Ω γεμάτη πάταγο μελαγχολία
Του στρατού- ένα λαμπερό κράνος

Έπεσε με θόρυβο από πορφυρό μέτωπο.
Ψυχρή η φθινοπωρινή νύχτα που πλησιάζει,
Με άστρα που λάμπουν
Πάνω από τα τσακισμένα κόκκαλα των ανδρών
Η Μοναχή μες στη σιωπή.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινή αγάπη μιας άγριας γενιάς”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Οκτώβρης 2011. Μςτάφραση: Νίκος Ερηνάκης.

Σπύρος Μεϊμάρης, Η υπόσχεση

Μες στο γκρίζο σύννεφο βρήκα την αγάπη μου.
Μες στα κατακάθια του καφέ βρήκα την ψυχή μου.
Έφυγα επιτέλους ιπτάμενος μέσα από σύννεφα σκόνης,
ν’ ανέλθω ψηλά, πολύ ψηλά στο γαλάζιο.
Ήρεμος καπνίζω το τσιγάρο μου,
ο πονοκέφαλος μ’ εγκατέλειψε για λίγο.
Τα βιβλία απομακρύνθηκαν από κοντά μου
και οι θόρυβοι των τροχοφόρων
θώπευσαν τ’ αυτιά μου.
Το ποίημα αυτό, αν μη τι άλλο,
εκφράζει την ψυχική μου κατάσταση,
τους ρυθμούς της, ετούτο το ασαφές
πρωινό στην πόλη—
όσο πάει και χώνομαι πιο πολύ μέσα μου—
στο ψυχικό μου πετσί-ακριβοθώρητος κι εγώ
και πονεμένος βαθιά από πολλά πράγματα.
Το φως όμως ήρθε από μακριά να μπει
στο μάτι μου, τώρα που χάθηκε η ανθρωπιά
και η καρδιά μας και ο χρόνος ο αδυσώπητος,
δυνάστης και καταστροφέας
διαλύει κάθε στιγμή για να φτιάξει μιαν άλλη.
Ποιος άνεμος έρχεται να με πάρει;
Η ηδονή της στιγμής φτάνει ως εμέ,
– με τυλίγει, με απορροφά.
Χάνω το περίγραμμά μου.
Θα φύγω όπως σας το ’χα πει,
μες στο φωτεινό πρωινό, αφήνοντας πίσω μου
τις μολυσματικές εφημερίδες
και τα βιβλία-συντρόφους,
που μου ’κλεψαν τόσες ώρες ζωής.
Οι ώρες θα περνούν αθώρητες
κι εγώ θα πλανιέμαι σαν υδρατμός
εδώ κι εκεί χωρίς άγκυρα, χωρίς ανάμνηση.
Εγκαταλείπω τα δεσμά μου,
τα γέλια και τα κλάματα,
τις όμορφες στιγμές κι εκείνες
της απόγνωσης της θανατερής.
Λεύτερος πάνω απ’ τα δέντρα,
χωρίς φύλο, εξομοιωμένος με το σύμπαν,
γυμνός κι αθώος, έχοντας τερματίσει τον αγώνα
μες στο πεδίο της βαρύτητας.
Θα τα ξαναπούμε εκεί όπου οι πέτρες
είναι μαλακές σαν μαξιλάρια,
εκεί όπου η πνοή του αέρα
είναι και δική μου πνοή.
Υπόσχεση κρατώ και υπόσχεση δίνω
ότι θα σε δω αγαπημένη
στην άκρη του ορίζοντα
που ονειρευτήκαμε μικροί,
εκεί που ο φόβος δεν έσκιαζε τις καρδιές μας
και το πνεύμα μας αιωρείτο στο στερέωμα.

*Από τη συλλογή «γραφτά», Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1998.

Αντώνης Γιανακός, Οι γόβες του Manolo Blahnki

Τι τάχα να γυρεύω σε τούτη τη ζωή;
Τα πιο σπουδαία πράγματα άλλοι τα ’χουν κάνει
Η ιστορία δεν στάθηκε γενναιόδωρη σ’ εμάς
Μονάχοι πορευόμαστε στην αγωνία του αύριο
Χωρίς καμιά μεγάλη έκρηξη
Μια αλλαγή να μας ταράξει.

Κάποιος όμως θα έλεγε:
«Τι ευτυχείς που είστε!
Μεγαλωμένοι στην ευδαιμονία
Με την αγωνία σας να εξαντλείται
Να μοιάσετε τα μοντέλα των εξωφύλλων».

Κι όταν πια δεν τα καταφέρνεις
Αρχίζει η κατάθλιψη
Τα φάρμακα και η παραίτηση.

Τουλάχιστον οι προηγούμενοι
-όσοι γλύτωσαν-
Έπαθαν κατάθλιψη στα ερείπια του Τείχους
Στην απεραντοσύνη της Τασκένδης
Στα μολυβένια χρόνια του ’70
Κι όχι μπροστά στις γόβες του Manolo Blahnki
Που δεν μπορούν να αγοράσουν.

*Από τη συλλογή “Η μνήμη του σώματος”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Φεβρουάριος 2010.