Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ενύπνια προς το τέλος

Φώτο: jeffrey-ripple

Βαθύ θέρος
το ζωντανό διάζωμα
που ξεχώριζε
τα ζώα στα παχνιά τους
αχνίζει.
Άλλα χρόνια τότε,
φέρναμε νερό στα χέρια
μεγαλώναμε κάτω από τις ελιές
βαραίναμε μπροστά
όχι στα καπούλια
και λέγαμε
του χρόνου του ορφανού
αδέρφι του είναι ο θάνατος.
Κι όσοι ακόμα βασανίζονταν
έδερναν έπειτα την κυρά τους
από αγάπη
λες κι ήταν αμαρτία το φύλο
κι όχι η σκατοψυχιά
δεν ημπορεί να σκληρύνει κι άλλο η ποίηση
για να τους χωρέσει
καθένας με το τομάρι του
να έρχεται να μεταλαβαίνει
και συγχώρεση
– αν είναι να λάβει –
να λαβαίνει από τα αποθαμένα του.

*Από τη συλλογή “Ενύπνια τα μεθεόρτια”, Εκδόσεις Έναστρον, 2020. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://loukopk.wordpress.com/2020/05/08/κωνσταντίνος-λουκόπουλος-ενύπνια-πρ/

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Δύο ποιήματα

ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ήταν ένας άνθρωπος
μάζευε εικόνες τις νύχτες
φωτεινά τοπία έκλεινε στην ψυχή του.

Κάποτε έφευγε.
Βάδιζε άσκητής τού έρωτά του.
Πάνω του
άκόνιζε τό μαχαίρι της ή σιωπή.

Προχωρούσε μέσα στη νύχτα
τα μάτια του έκαιγαν την υπομονή
τα ρούχα του έσταζαν τό νοτιά’
ένα σκοινί είχε στη μέση.

Ένας άνθρωπος
όλες τις φωνές ήθελε ιδιοκτησία του,
τη βροχή για να σπείρει στή μοναξιά
τά δικά του λόγια,
καί τις ματιές που άφηνε πίσω.

Πού είναι τά χρόνια;
Πού είναι τά λόγια;
Τά νωπά χνάρια του μιά γραφή
ένας μικρός κόσμος στήν ομίχλη.

Ήταν ένας άνθρωπος
μέσα σέ σκοτεινό τοπίο.

***

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΑΔΡΟ

Όταν αισθάνομαι τή μοναξιά 
άπό τής ψυχής την πηγή να άναβλύζει,
να μου άγκαλιάζει το κορμί
σαν την πρωινή υγρασία
καθώς κατεβαίνει ερποντας
στον δρόμο άόρατη,
τότε σκέφτομαι τί υπήρξα για μένα
και τί για τους άλλους.

’Ήμουν κορμί- τό κατακτούσαν οί άνάσες
ένα δοχείο πλήρες αισθημάτων
μέσα σ’ αύτή τήν άνθρώπινη έρημο.

Κι αν ράγισα κι αν χύθηκα
κι αν εξατμίστηκα, λίγη μονάχα,
σημασία έχει.

Τώρα πού ήρθε ή ώρα τής πληρωμής
περπατώ μόνος
καθώς ό χειμώνας άνελέητος
τον δρόμο άγκαλιάζει ώς πέρα.

*Από τη συλλογή “Το Φράγμα της Μνήμης”, Εκδόσεις Οροπέδιο, Ιούνιος 2017.

Κυριάκος Ραμολής, Δύο ποιήματα

ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΕΠΟΧΗΣ

Τι θλιβερά τα ζευγαράκια
που βγάζουν βόλτα τα σκυλιά τους
νύχτα στην άδεια πόλη
για χέσιμο στα πεζοδρόμια
κατούρημα σε ρόδες αυτοκινήτων
Τι θλιβερά τα ζευγαράκια
που παίζουν τάβλι στα μπαλκόνια
καταμεσήμερο στην άδεια πόλη
ρίχνοντας κύματα τις ζαριές τους
μαζεύοντας πούλια
αντί για βότσαλα
στην απαλάμη

Τι θλιβερά
τα ζευγαράκια
που δεν παραθερίζουν

***

NOTTURNO

Πιωμένος πάλι σιγοτραγι
καθώς γυρίζεις στο σπιτά
σκιά μες στις σκιές του δρόμου
τρομάζοντας τις γάτες που ξεσκίζουν
σακούλες πλαστικές στουυς κάδους
ή τους αγίους αστέγους
με τα αυτοσχέδια καρότσια
που κρύβονται για μια στιγμή
κι ύστερα ξεμυτίζουν πάλι
δειλά δειλά από τη γωνιά
νυχοπατώντας ή βαριά
σέρνοντας τα βήματα
και ψάχνουν πάλι στα σκουπίδια
κι αρχίζουν πάλι να ανασύρουν
από τα σωθικά της νύχτας
με νύχια και αγκίστρια
βαθιά κρυμμένους θησαυρους
σκαλίζοντας με επιμονή
τον ύπνο των δικαίων

*Από τη συλλογή “απ’ το υπόγειο στη νερομάνα”, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Φεβρουάριος 2018.

Γιάννης Γκολφινόπουλος, Ρουτίνες σε επιτάχυνση

Σοφία Περδίκη, Πρόσκληση (2000)

Το μεσημέρι κυνηγώ ερπετά
κυρίως σαύρες
που με βοηθούν σε μεταμορφώσεις
που αλλιώς θα αποδεικνύονταν πολύ εύκολες
και πολύ επικίνδυνες.

Τα μεσημέρι με κυνηγούν ερπετά
κυρίως σαύρες
κοκκινωπές και καλοσυνάτες
με την ανθοδέσμη στο στόμα
και το στόμα στην ανθοδέσμη.

Το απόγευμα όλα τελειώνουν
Συνήθως
Και φορώντας τα πρωινά μου
Παπούτσια
έρχομαι στην Πλατεία Βικτωρίας
και πέφτω με μεγάλη ταχύτητα στο άγαλμα
τσακίζομαι, και μετά σε συναντάω.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007. Η εικόνα της ανάρτησης είναι επίσης από το ίδιο τεύχος.

Σπύρος Άνεμος, Μικροαστοί

Μύγες που αναμασάτε πλήξη
μύγες του νόμου, μύγες του τσιμέντου
μύγες χωρίς αγκάθια οίκτου
αίμα τρόμος γαλάζιο οι αναμνήσεις σας μύγες

Μύγες τεράστιες με σπέρμα από μάρμαρο
μύγες γυαλιστερές με φωνήαπό πλαγκτον
μύγες της Οδύσσειας
την Ιθάκη σας γυρεύετε στους κόπρους

Μύγες με γαλάζιες ομπρέλες απο γρασίδι
η βροχή με λύκους ουρλιάζει στις μύγες
που κατουράνε τους πλανήτες – την τρύπα να κλείσουν
Μύγες χαζές ψηλά στην ομπρέλλα στη θέση του ήλιου

Μύγες με γυαλιά, μύγες με τρίχες
μύγες με πόδια, μύγες με κρανίο
μύγες με καπέλλο, μύγες με ζαρτιέρες
μύγες, μύγες, μύγες
τριγυρνάτε τη ζωή σαν νάτανε μια βρώμα
μύγες σας μισώ σαν το γαλάζιο

Μύγες με σπίτια τους φούρνους καλοκαιρινούς
μύγες γελάτε ξερνώντας σακούλες (γεμάτες αγάπη)
μύγες η ζωή σας βραδυνή περιπολία
και είναι η αρετή σας παράφωνη σαν μια σφραγίδα

Αυγά, μυγάκια, μύγες
ήπια το γάλα σας και έγινα στήθος
με σκέπασαν, μύγες, τα φτερά σας
μα οι εφιάλτες μου ξερίζωσαν τις μάσκες
και να ‘μαι εγώ βυζί γεμάτο γάλα και κώνιο

Μύγες
φτερουγίζεται γύρω από τα μάτια μου σαν πατρίδα
ζουζουνίζεται θολά σαν θεός
μα εγώ έσφαξα την οικογένεια
γι’ αυτό
και δεν
τολμάτε
να πλησιάσετε τα ματωμένα μου δάχτυλα

Μύγες ζαλισμένες
Από τη δυσωδία του ατσαλιού
Μύγες τυφλωμένες
από τη λάμψη της πράξης
γεννάτε μύγες κεντρί και ορμάτε σαν άδικο
δια της “καθέτου εφορμήσεως”
μα ο δικός μου φόβος σας χαρίζει ειρωνία και συντριβή μύγες
γιατί εγώ είμαι χτισμένος από μαύρο κρέας

Μύγες
Ελάτε
Κοντά μου
Είμαι κουβέρτα
Είμαι πιστόλι,
Είμαι βάρκα
Ελάτε κοντά μου τωρα πια μύγες
μην αργείτε
σας περιμένω,
τώρα πια μύγες,
εγώ ενα βυζί, τυλιγμένο στο μέλι…
Ελάτε

28/9/1989

*Δεν ξέρω ποιος είναι ή ήταν ο ποιητής ούτε αν αυτό είναι πραγματικό όνομα. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα “Απόπειρα”, τεύχος 2, κάπου στο 1992, μου άρεσε και το αναδημοσιεύω εδώ. Η φ ωτογραφία της ανάρτησης ειναι ο πίνακας “Ραμόν Γκόμεθ ντε λα Σέρνα” του Ντιέγκο Ριβέρα.

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Η μαριονέτα

Ολική ή ημιτελής η επαναφορά
για μια φορά έρχομαι ντυμένη στα άσπρα
κρατώντας όλες τις ομορφιές του κόσμου για μπουκέτο
στο μπράτσο μου μπλεγμένα δυο στεφάνια
μόλις που καταφέρνω να σε αγγίξω
διασχίζοντας στο φως τον δικό μου εαυτό

Σπίθες ανέμου οι λέξεις
γυρεύοντας το πεπρωμένο
στα βλέμματα των άλλων διάτρητοι ορίζοντες
είναι αυτή η στιγμή, είναι αυτή

Δραπετέυοντας από την παγίδα του κόσμου
σίγουρες λέξεις ηλέκτρισαν το δικό μου σήμαντρο
προσπαθώντας ένα ημικύκλιο να χαράξω
δεμένο από τη μια πλευρά στο ένα και από την άλλη στο άλλο όριο
νύκτωρ κινούμενη
σαν από χάρτινο χάιδεμα χειρός
μακρινού κόσμου

Νίκος Πριόβολος, Δύο ποιήματα

[ Κάθε πρωί ]

Κάθε πρωί σκοντάφτει στη σκιά όσων δεν έκανε
κάθε πρωί κολυμπά στα βλέφαρα των αγουροξυπνημένων παιδιών
κάθε πρωί ταλαντεύει τον κόσμο μου
κάθε φορά που διστάζω
κάθε φορά που δακρύζω
κάθε φορά που λιγοψυχώ

κάθε πρωί κρύβομαι στο σχήμα του έρωτα
– παίρνω το σχήμα του δικού σου έρωτα –

η ποιήτρια αναδεύει στο βλέμμα μου λίγες σταγόνες ομορφιάς

να καθαρίσει την τόση πραγματικότητα

***

[ Autumn Leaves ]

Οι «ενήλικες της γενιάς μου»
θυμίζουμε φθινοπωρινά φυλλοβόλα φύλλα
π’ ονειρεύονται γυμνά κλαδιά

Αν υπάρχει μια στάλα ελπίδας
είναι στα υγρά βλέμματα εκείνων των παιδιών
που θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο

Ακόμη κι αν οδηγούνται στην πρώτη τους ήττα

Τουλάχιστον επιμένουν να διεκδικούν την πιθανότητα

Οι υπόλοιποι ας συνεχίσουμε να θωπεύουμε υγιείς βεβαιότητες

*Από τη συλλογή «Το παιδί π’ απέμεινε όρθιο», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Σεπτέμβριος 2019.

Robert Desnos, Τα τοπία του ύπνου

Μέσα στη νύχτα υπάρχουν βέβαια τα επτά θαύματα του κόσμου,
η γοητεία, το μεγαλείο κι η τραγικότητα.
Τα δάση συγκρούονται σύγχυση τα πλάσματα των θρύλων
κρυμμένα στα ρουμάνια.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα υπάρχει το βήμα του μακρινού στρατολάτη
κι εκείνο του δολοφόνου
κι εκείνο του λοχία της πόλης και το φως των φανοστατών
και του φαναριού του ρακοσυλλέκτη.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα περνάνε τα τρένα και τα βαπόρια
και οι αντανακλάσεις των χωρών που ξημερώνει.
Οι τελευταίες ανάσες του λυκόφωτος κι οι πρώτες ανατριχίλες της αυγής.
Υπάρχεις εσύ.
Ένας ήχος πιάνου, μια έκρηξη φωνής.
Η πόρτα που κλείνει. Ένα ρολόι.
Και όχι μόνο τα πλάσματα και τα πράγματα και οι ένυλοι ήχοι.
Αλλά ακόμα κι εγώ που με καταδιώκω αδιάκοπα δίχως ποτέ να με ξεπερνώ.
Υπάρχεις εσύ ένα σφάγιο, εσύ που προσμένω.
Κάποτε γεννιούνται παράξενα πλάσματα μέσα στο βύθος του ύπνου
κι εξαφανίζονται.
Όταν κλείνω τα μάτια, φωσφορίζουσες ανθοφορίες εμφανίζονται
και μαραίνονται κι ανασταίνονται
καθώς που σάρκινο πυροτέχνημα.
Άγνωστες χώρες που να διασχίζοντας με μόνη τη συντροφιά
ανήκουστων πλασμάτων.
Υπάρχεις εσύ το δίχως άλλο, εσύ η διακριτική και η όμορφη η κατάσκοπος.
Και η ψυχή απτή η της έκτασης.
Και τ’ αρώματα τ’ ουρανού και τ’ αστέρια και το τραγούδι του κόκορα
εδώ και 2000 χρόνια και οι κραυγές του παγονιού
μες στα πυρπολημένα πάρκα και των εραστών.
Χέρια που σφίγγουν διεστραμμένα μέσα σ’ ένα ύποπτο ημίφως
τροχοί που τρίζουν πάνω σε μεδουσώδεις δρόμους.
Υπάρχεις εσύ το δίχως άλλο εσύ που γνώριζα, εσύ που αγνοώ.
Εσύ, η στα όνειρά μου παρούσα, κι η επιμένουσα
να σε μαντεύω κι όχι να σε γνωρίζω.
Εσύ, η ασύλληπτος εντός της πραγματικότητας κι εντός του ονείρου.
Εσύ, η ανήκουσα βουλητικά σε μένα και να εξουσιάζοντας το φάσμα σου
εσύ η μήποτε άπτουσα του προσώπου μου το δικό σου
και κλειστά μου τα μάτια σ’ όνειρο και πραγματικότητα εξίσου.
Εσύ, η περιγραφομένη ρηχών ρητορικών
οπού το κύμα ξεψυχά στις ακτές,
οπού η κουρούνα πετά σ’ ερειπωμένα εργοστάσια, οπού σαπίζει το δάσος σπάζοντας κάτω από έναν μολύβδινο ήλιο.
Εσύ, ένα-ένα τα όνειρά μου που έχτισα πάνω σου όσο που ανατίναζες απ’ τα μέσα το πνεύμα μου μεστό των πιο απίθανων μεταμορφώσεων και που
το γάντι σου μ’ άφηνες στα χείλια όσο που φιλούσα το χέρι σου.
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν τ’ αστέρια κι η ζοφώδης της θάλασσας κίνηση,
τα ποτάμια, τα δάση, οι πόλεις, τα χόρτα, οι πνεύμονες
εκατομμυρίων κι εκατομμυρίων πλασμάτων.
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν τα θαύματα του κόσμου.
Μέσα στη νύχτα δεν υπάρχουν φύλακες άγγελοι αλλά υπάρχει ο ύπνος.
Μέσα στη νύχτα υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη μέρα επίσης.

*Από το βιβλίο “Μικρά Ανθολογία Γαλλικής Υπερπραγματικής Ποιήσεως”. Μετάφραση: Ζ.Δ. Αϊναλής. Εκδόσεις Βακχικόν, Αύγουστος 2017.

Εουτζένιο Μοντάλε, Διαβάζοντας Καβάφη

Ενώ ο Νέρων κοιμάται ήσυχος και ακμαίος
μέσα στο εξαίσιο σφρίγος της ομορφιάς του
οι μικροί του Λάρητες που έχουν ακούσει τη βοή των Ερινύων εγκαταλείπουν
τρομαγμένοι το λαράριο.
Πώς και πότε θα ξυπνήσει;

Έτσι μίλησε ο Ποιητής.

Εγώ μονάρχης του τίποτα, ούτε του ίδιου μου εαυτού,
χωρίς τη θαλπωρή του εβένου με την ψυχρή θωπεία
μιας λάμπας πετρελαίου ακούω κι εγώ ήχους
από πέδιλα ή βήματα, όμως μικροσκοπικά.

Δεν αφυπνίζομαι. Έχω ξυπνήσει από ώρα και δεν περιμένω άλλη φρίκη
πέρα από την καθημερινή.

Ούτε έχω να διατάξω κάποιον δούλο
να μου κόψει τις φλέβες. Τίποτε δεν με ταράζει. Ακούω
το τρέξιμο ενός ποντικού. Παγίδες
δεν είχα στην κατοχή μου ποτέ.

*Μετάφραση: Νάσος Βαγενάς

Jazra Khaleed, Ρέκβιεμ για τη Χομς (απόσπασμα)

2

Ω κόσμε, δες αυτό τον πόλεμο’
μεγαλώνει μεθοδικά, θνητά,
χύνοντας στρέμματα αίμα.
Να τος, κοιτάξτε τον, πλησιάζει,
πολυάριθμος και εμπροσθογεμής,
μάχεται για τη Χομς με χέρι σταθερό,
επιδεικνύοντας τη γεωπολιτική του θέση.
Μυρίζει σαπούνι και σχοινί ο πόλεμος,
ατροπίνη και υδροκορτιζόνη,
κολλάει στα μαλλιά, φουσκώνει τους σπονδύλους,
καίει τα χείλη των γερόντων.
Εκείνοι προφητεύουν ξερά πηγάδια,
την επιστροφή της μαύρης πέτρας’
περιμένουν τον νέο μουτζαντίντ,
εύχονται την πτώση του Μπασάρ.
Συζητώντας για πυρίτιδα ξεχνούνε τη σφαίρα,
σκοτώνοντας ποντίκια λησμονούνε τον θάνατο
μιλάνε για την πείνα σα να ’τανε συμβία τους,
φιλοσοφημένοι και πολιορκημένοι,
αιώνια προδομένοι από τους σκελετούς τους.

Ο πόλεμος χρεώνει σε προσευχές
και πιστώνει σε ατσάλι,
είναι πλήρως ενταγμένος στον κύκλο παραγωγής:
την ώρα του θερισμού ξεραίνει το σιτάρι,
την ώρα του γάμου ρίχνει βόμβες,
την ώρα του ύπνου γυαλίζει το τουφέκι,
την ώρα της ανακωχής εκείνος γευματίζει.
Δεν έχει μπέσα ο πόλεμος,
πάντα κλέβει στο ζύγι’
λέει ζώνες ασφαλείας
και εννοεί την καμένη σάρκα,
το μονοπώλιο στ’ αλεύρι,
το νεκρό σκυλί’
λέει ανθρωπιστική επιχείρηση
και εννοεί τα 78 πτώματα σ’ ένα ψυγείο
στο νοσοκομείο της Τζουρέτ αλ Σιγιάχ.
Ο πόλεμος αποτελεί κερδοφόρα επένδυση:
οδηγεί πάντοτε σε άνοδο των τιμών,
σε βελτίωση των οικονομικών δεικτών’
είναι τα ρούχα του καλοσιδερωμένα,
τα παπούτσια του καλογυαλισμένα,
η ανάσα του φρέσκια, δροσερή,
και οι κινήσεις του, οι κινήσεις του
είναι πάντοτε χειρουργικής ακρίβειας.

Να τος ο πόλεμος, κοιτάξτε
πόσοι τον παίρνουν στο κατόπι
ακολουθώντας την αρσενικιά ουρά του.
Λέγονται Συριακός Στρατός,
Τέταρτη Τεθωρακισμένη Μεραρχία,
λέγονται η Μεγάλη Κρεατομηχανή του Ήλιου’
βάζουν πλάτη στον θάνατο, σιωπούν,
κυκλώνουν, πολιορκούν, σκοτώνουν.
Ανοίγουν ομαδικούς τάφους
λες κι έτσι θα κάνουν το έδαφος γόνιμο,
δίνουν πίστη και δόγμα
λες κι ανακάλυψαν κάποια καινούρια αλήθεια,
λες και μες στο αίμα θα βρουν το όνομα του Θεού.
Κανείς δεν τους είπε ότι ο πόλεμος
είναι σάρκινος και δε βλασταίνει,
κανείς δεν τους είπε ότι οι πολιορκημένοι
δεν πιστεύουν στο μαχαίρι και τη φωτιά,
λατρεύουν μοναχά τη μαύρη πέτρα.

Κι έτσι εκείνοι προχωρούν, προχωρούν,
με τα υλικά του συμφέροντα παραμάσχαλα’
προχωρούν, προχωρούν, ολόκληρη έρημος
και δε βρίσκουν πέτρα να ξαποστάσουν.
Γονατίζουν, προσεύχονται πέντε φορές τη μέρα’
σκοτώνουν βλοσυροί, μεταλλικοί, λιμασμένοι,
ο ήλιος καθρεφτίζεται στα τουφέκια τους.
Ο Θεός τους σταμάτησε στην Καρμ αλ Ζαϊτούν
αλλά εκείνοι προχωρούν, προχωρούν,
σέρνοντας ξοπίσω τους τόνους τη βία τους,
μαζί με όλη την πολεμική τους βιομηχανία.
Προχωρούν, προχωρούν, σ’ όποιον τόπο φτάνουν
κανείς δε βγαίνει να τους προϋπαντήσει’
είναι η σπορά τους κακή, ο ίσκιος τους κοντός
τα φέρετρά τους πάντοτε γεμάτα.
Φιτιλιάζουν τη γη, βάζουν φωτιά στην άνοιξη
καίνε τον μικροπωλητή και τον αραμπά του,
τον δουλευτή και τον κάματό του,
τον γερο-μπετατζή που δεν ξέρει
πού να φυτέψει τη σφαίρα
που ’χει κρυμμένη στην τσέπη.
Σκοτώνουν το παιδί και το παιχνίδι,
την ξεφούσκωτη μπάλα στην αλάνα,
το κρυφτό, το κουτσό και το γκράφιτι,
το γαϊδουράκι που ’τανε δεμένο σ’ ένα δέντρι
Είναι η γενεαλογία τους ανθρώπινη,
οι μανάδες τους πονετικές,
πώς άραγε αυτοί γινήκαν τέτοια κτήνη;
Πώς ξέμαθαν την ελιά και την πικροδάφνη;
Και τι να θυμούνται άραγε απ’ την αραβική α.

Ω Χομς! Ω λίκνο της εξέγερσης!
Στη Μπάμπα Αμρ, στην Αλ Χουλέ,
στη Χαλιντίγια, στην Παλιά Πόλη,
γυναίκες που ονειρεύονται να βουτήξουν
σα γαζέλες στα νερά του Ευφράτη
προσπαθούν να χωρέσουν τις ζωές τους μες στον πόλεμο
πονούν, θρηνούν, γεννούν,
δίνουν σάρκα και αίμα στη Χομς,
αναρωτιούνται αν η πόλη
είναι επινόηση της πολιορκίας
ή η πολιορκία επινόηση της πόλης.

Με τις γραβάτες λυμένες
ειδικοί διαμεσολαβητές των Ηνωμένων Εθνών
κατουρούν στην άκρη της εθνικής οδού Δαμασκού-Χομς.

*”Ρέκβιεμ για τη Χομς”, Εκδόσεις Αμείλιχος, 2019.