Νίκος Νινολάκης, Δύο ποιήματα

ΜΟΙΡΑΙΑ ΑΡΝΗΣΗ

Δεν έχεις πάλι απόψε πού να πας
βρίσκοντας κάποια διέξοδο στην ανία σου.
Το βράδυ αυτό και όλα τα άλλα που θάρθουν
σα νυχτοπούλι θα πετάς μέσα στη σκέψη σου
και θα γυρίζεις πίσω…
Πάντοτε πίσω… στις άλλοτε ωραίες μέρες!
Ο μαγνητόδρομος της θύμησης είναι πλατύς
κι όσες χαρές ομόρφηναν τη ζωή σου
πάνω στα κατώφλια καθιστές σε καρτερούν
μ’ ένα μυστήριο παράξενο
όπου πολύ σ’ αρέσει!…

Κάποτε νόμιζες πως η χαρά του Έρωτα
πληρώνει τα κενά.
Ναι, δεν είναι ολωσδιόλου πλάνη!…
Είναι κι αυτό κάτι πολύ σπουδαίο
στον κύκλο της ζωής σου!
Κι όμως
Ο Έρωτας εκκενώνει τα πληρωμένα.
Απαρνιέσαι τον κόσμο.
Για σκέψου ψύχραιμα
και πες μου!

***

Ο ΠΕΘΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΓΗΣ

Ο μέγας φόβος του θανάτου είχε περάσει
κι εκείνος ήταν πια νεκρός!

Το παράθυρο με την αραχνοΰφαντη κουρτίνα
ήταν ο μόνος παρών
που άφησε το φως της μέρας
να του κρατά συντροφιά.

Ήταν πεσμένος στην πολυθρόνα
σαν ίσκιος μακρινού βουνού στο ηλιόγερμα!
Κι είχε ζωγραφιστά τα τραγούδια των Σειρήνων
πάνω στα πεσμένα κέρινα βλέφαρα
των πρωτινών οραμάτων!
Και την έκφραση του ημερωμένου φόβου
στο πρόσωπο, πούδειχνε ότι δεν πρέπει
να φοβόμαστε τόσο πολύ το Θ ά ν α τ ο!…

Κι ακόμα άκουγες τον ασίγαστο αχό
θάλασσας Ομηρικής, από τα βάθη των καιρών
ως τις άβατες τραχιές παραλίες
των σβησμένων ματιών του!…

Αχ! Εκείνη η λεμονιά του Κήπου!
Άνθιζε σ’ όλες τις εποχές και του θύμιζε
με το εξαίσιο της άρωμα
όλα εκείνα τα χρόνια των νεανικών παθών.
Την είχε φυτέψει από χρόνια με το πάθος του οικιστή!
Την πότιζε με τη δροσιά των άστρων,
την φώναζε Ανθούσα και την αγαπούσε παράφορα!
Στις αστροφεγγιές της μιλούσε με μυστική φωνή
για σχέδια και για κάποιο μελλούμενο ταξίδι
στη χώρα των μαρμαρένιων νεκρών!
Κι ύστερα… της έπαιρνε χαϊδευτά λίγα άνθη
για τα όνειρα που θάρθουν στον ύπνο!

Ο πεθαμένος της άλλης Γης την αγάπησε!

Αγαπάμε τις πιο πολλές φορές εκείνο
που μας πληγώνει άθελά του!
Μια λεμονιά στη ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ
μια ελιά στη Μίλητο
Κι ένας βωμός στις Συρακούσες
δεν διαφέρουν σε τίποτα!

Η Θεά Εστία, το ξέρει, και δεν πικραίνεται!…

29/10/1980

*Από το βιβλίο “Ό Αργοναύτης του Νότου (τα ποιήματα)”, σε επιμέλεια έκδοσης Χρήστου Φίφη, εκδόσεις “Πύρινος Κόσμος”, Αθήνα 1986.
**Ο Νίκος Νινολάκης ήταν Έλληνας ποιητής της Μελβούρνης. Γεννήθηκε το 1923 στα Χανιά Κρήτης. Το 1956 μετανάστευσε στην Αυστραλία. Τα πρώτα δέκα χρόνια εργάστηκε σε εργοστάσια και αργότερα σε καταστήματα και αλλού. Σαφώς αριστερών πεποιθήσεων. Από την αρχή έγραψε ποιήματα και διηγήματα. Αναμείχθηκε αποφασιστικά στην τότε λογοτεχνική και γενικά πολιτιστική κίνηση των Ελλήνων μεταναστών της Μελβούρνης. Προσβλήθηκε από οξείας μορφής διαβήτη. Το 1978 αναχώρησε για την Ελλάδα, αλλά επέστρεψε στη Μελβούρνη, απογοητευμένος, μετά από μερικούς μήνες. Από το 1979 η υγεία του χειροτερεύει και το 1982, σε ηλικία 58 χρόνων, αφήνει τα εγκόσμια.
***Ένα άλλο ποίημα (με την προσθήκη συνδέσμου μελοποιημένου ποιήματός του) του Νίκου Νινολάκη δημοσιεύεται εδώ:
https://tokoskino.me/2013/01/27/%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%bf%cf%82-%ce%bd%ce%b9%ce%bd%ce%bf%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%8e%cf%81%ce%b1-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b5%cf%83%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bd%cf%8e%ce%bd/

Νίκος Μιτζάλης, Δύο ποιήματα

Εμείς μπορούμε ακόμα

Κάποιες φορές θυμόμαστε
Εκείνους τους γερμένους
στις άκρες των δρόμων φυτεμένους
Εκείνα τα τρεμάμενα χέρια
στις πλαστικές σακούλες βουτηγμένα
Τα φαγωμένα νύχια από τα χρόνια της φυλακής
Τα μπασμένα μάγουλα από την φευγάτη θάλασσα
Κάποιες φορές Κατερίνα δεν γυρίζει η μπαλάτζα
η θλίψη δεν τινάζεται
τα τοπία δεν αντέχουν
Οι φλέβες στο μέτωπο και στον λαιμό φουσκωμένες παραμένουν
και τα χείλη σφιχτάκλειστα
Κάποιες φορές εκεί στη σιγαλιά θυμόμαστε το θορυβώδες μέλλον
εκείνο που σχεδιάζαμε με τα σπασμένα μολύβια
κάποιες φορές λέμε ν’ ανοίξουμε το συρτάρι και να βγάλουμε το τέλος
θυμόμαστε όμως τι ‘χε πει κάποτε ένας αμετανόητος αναρχικός:
Μην τους κάνετε την χάρη,
εμείς τουλάχιστον μπορούμε ακόμα να ονειρευτούμε

***

Ακονόπετος

Μελαμψός
Φεγγαρογεννημένος
Ακονόπετος
Λοξός στην περπατησιά
Χίμαγε σ’ όποιον του ‘δινε ψιλά
Μίλαγε δυνατά για να ακούει λαλιά
Ταξίδευε μονάχα όταν κοιμόταν
Στο ξύπνιο του έβριζε
Όταν τον προσλαμβάνανε τα παράταγε
πουθενά δεν χώραγε
γιατί το ’90 έκανε ένα χρόνο στην Αυλώνα
έτσι συνεχώς γυρόφερνε
Μια Κυριακή στη Μπουμπουλίνας
άναψε τη νύχτα
τρία ΜΑΤ κι ένας άστεγος νεκρός από χειροβομβίδα
έγραψε το πρωί η εφημερίδα

Πελαγία Φυτοπούλου, Τρία ποιήματα

Εξάγγελος

οι σκύλοι έγιναν άνθρωποι
καημένε σκύλε
κιτρίνισες

ο Μπρεχτ μάς είχε προειδοποιήσει
τρεις τουφεκιές στον αέρα

το στόμα ανοιχτό κοιμάται

***

Το δόντι που δακρύζει

από τότε
που έκλεισαν οι πόρτες
μιλάω μόνη
και μου απαντούν χιλιάδες
νοσηρά κλαδιά
οι λέξεις ανοιγοκλείνουν
το στόμα μου
χωρίς τη θέλησή μου
κι εγώ αναπόφευκρα
σαλιώνω το δέρμα τους
σημαδεύω κόκαλο
οι χιλιάδες παίρνουν
τη θέση τους
στο στρογγυλό γυάλινο πάρκο
κάθομαι τελευταία
το κόκαλο στη μέση
μοναδικός ήχος το δόντι που δακρύζει

***

Ξηρά τροφή

ο νους μου είναι μια αποθήκη
μαζεύει ξηρά τροφή για τις
δύσκολες νύχτες στην Νταλστρόι
αυτό το ονομάζει κίνητρο
κλείνω το φως
κρότος
ανοίγω το φως
ένα σακί φασόλια κολυμπάει στο αίμα

*Νταλστρόι: υπηρεσία υπεύθυνση για την εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων που παρήγαγε η καταναγκαστική εργσία (γκουλάγκ).

**Από τη συλλογή “Το δόντι που δακρύζει”, Εκδόσεις “ενύπνιο”, Αθήνα, Απρίλης 2019.

Νίκος Κουφόπουλος, Πέντε ποιήματα


ΖΩΗ

Ζέστανέ μου τη ματιά.
Ω τι όμορφη είσαι σήμερα.
Η ζωή ολόκληρη στην αγκαλιά σου.

ΗΘΙΚΗ

Η αμμουδιά μόνο στο όνειρο.
Θλιμμένος γέρος.
Ισιώνει το τραγούδι.
Κρεμάστηκες.
Ηλέκτρα, φώναξε, και τράβηξε το σκοινί.

ΙΣΤΟΣ

Ίντριγκες.
Στα φανερά.
Τρεις γυναίκες.
Ο άντρας να κλαίει.
Σταμάτα, φώναξε η Ελένη.

ΜΕΛΩΔΙΑ

Μαντολίνα δώδεκα
Έπαιζα στο ξέφωτο.
Λύγιζε η μέση.
Ως ψηλό κυπαρίσι.
Δες τα μάτια της.
Ίδια φωτιές.
Ακούραστη ώρες η μικρή τσιγγάνα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Το απέραντο στην αιώνια λύπη.
Ραψωδίες.
Ακούστηκε η ανάσα της.
Γιόρταζε το χωριό.
Όταν η ώρα σήμανε δώδεκα.
Υπάρχω, φώναξες.
Δέντρα σε έρωτες.
Ιερείς σε ακολασίες.

*Από τη συλλογή “24 ασκήσεις και λέξεις”, ειδική έκδοση για το 50 τεύχος του περιοδικού “δην”, Μάρτιος 1997.

Primo Levi, Singing / Τραγουδώντας

…But when we started singing
Those good foolish songs of ours,
Then everything was again
As it always had been.

A day was just a day,
And seven make a week.
Killing seemed an evil thing to us;
Dying – something remote.

The months pass rather quickly,
But there are still so many left!
Once more we were just young men:
Not martyrs, not infamous, not saints.

This and other things came into our minds
While we kept singing.
But they were cloudlike things,
Hard to explain.

3 January 1946

…Αλλά όταν αρχίσαμε να τραγουδάμε
Αυτά τα καλά ανόητα τραγούδια μας,
Τότε όλα ήταν ξανά
Όπως ήταν πάντα.

Μια μέρα ήταν απλώς μια μέρα,
Και επτά μέρες κάνουν μια εβδομάδα.
Το να σκοτώνεις μας φαινόταν κακό.
Το να πεθαίνεις – κάτι απομακρυσμένο.

Οι μήνες περνούν αρκετά γρήγορα,
Αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν τόσα πολλά!
Και πάλι ήμασταν νεαροί άντρες:
Ούτε μάρτυρες, ούτε προδότες, ούτε άγιοι.

Αυτό και άλλα πράγματα ήρθαν στο μυαλό μας
Ενώ συνεχίσαμε να τραγουδάμε.
Αλλά τα πράγματα ήταν σύνεφα,
Δύσκολο να εξηγηθούν.

*Μετάφραση/απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Θεόδωρος Ντόρρος, Βραδινή μοναξιά

Lisette Model, Reflection With Hand, 1939

Είναι η ώρα που ολονώνε η ζωή βαραίνει την ψυχή μου.

Στο πλαϊνό γιαπί ένας εργάτης στήθηκε
ανάμεσα σε δυο φωτάκια ολοκόκκινα.
Μόλις που βλέπει.
Και ξαναρχίζει χτυπητό το πάφλασμα της λάσπης.
Και το σκάψιμο… Να πάρει μέσα κάποιονε…

Ώρα πολύ.

Κουράστηκα, μαζί του…
Φεύγει κι αυτός μέσ’ στη βροχή,
σα ν’ άφησε τον κόσμο ατέλειωτο.

Δε βλέπω πια παρά το γέρο αντίκρυ,
ακίνητο στη θέση του.
Και μ’ όλα του τα όνειρα,
εκεί που είναι ζει,
σαν τον όποιον άνθρωπο,
σαν όλους τους απόψε.
Καθένας τη δική του τη ζωή,
εκεί που είναι.

Κάπου. Κάπως.
Έτσι πεθαίνουν ολοένα.
Κι όλοι τους μαζί σα να μη το ’νιωσαν ποτές,
όχι μονάχα ένας,
όλοι τους μαζί…

Λες κι έφταιξα. Φουντώνω από ντροπή.

Ένα περπάτημα.
Το κάθε βήμα, εγερτήριο,
που θα τα ζωντανέψει όλα,
και μένανε θα σώσει.

Μα η συμπόνοια ξένη πάντα.
Δυνάμωσε και πέρασε αφήνοντας την πίκρα και το μίσος.

Αγριεμένα ψάχνουνε τα μάτια μου.

Ας πέρναγε τώρα ένα μοναχά ταξί.
Θα πρόφταινα να δώ θαμπά στο μουσκεμένο φως του…
Μ’ ακούω μακριά το βραχνασμό του,
σαν ο δικός μου ο λαιμός να σφίγγεται μέσα στο χέρι του σωφέρ.
Μαζί με τη θυσία μου και το χαμό μου.

Μέσ’ στο σκοτάδι
που ξανάσβησε το δρόμο τον απόμερο της πόλης,
κανένας άλλος ζωντανός.
Ολόγυρα στους τοίχους μαυρίζουν τα παράθυρα
σαν τάφοι σηκωμένοι όλοι μονομιάς.
Και μέσα τρυπωμένοι σκελετοί.
Κοντά τους είναι κι η ζωή, όπως κι αλλού,
ξαφνιάζει κάποιονε, και φεύγει,
τραβηγμένη από κάποια πονηράδα μεγαλύτερη.

Ξέχασαν όλοι πια πως τη ζητάνε.

Ολομόναχος, τρομάζω, νιώθοντας όλο μου τον όγκο,
και μπρος μου, αμίλητη την ύπαρξή μου, ολόρθη.
Αυτή που είναι το κενό.
Γεμάτο φόβο.

Σα να μην έχω ζήσει παρά τότε.

Οι θύμησές μου, αλλουνού.
Μα όχι. Ποτέ δεν έτυχε να είμαι γω σε κάποιο μέρος.
Είμαι παντού με όλους, και πιο πολύ παντού.

Θα φύγω αμέσως κι από δω.
Να μη σταθώ ποτέ.
Σε ξένους ήλιους και δροσιές,
στου καθενός το στολισμένο τίποτα, καμαρωμένο,
να ξεπεράσω τη δική μου την ψευτιά.

Ούτε κι εκεί.

Στο δρόμο,
έξω,
περπατάτε.
Κοντά στο χώμα και στον ουρανό.
Πάντα πηγαίνετε. Ποτέ μη σταματάτε.
Κι εγώ ίσα γραμμή στο πλοίο το μικρό,
μονάχος με τον κίνδυνο
που όλα αυτός τα βλέπει.
Στα κύματα, με τη μεγάλη τη ζωή. Ατέλειωτα.
Κάπου κει και πιο μακριά. Δεν ξέρω.
Μακρύτερα απ’ όλους σας.
Πάντα ορθός, αλύγιστος,
ριγίζοντας στον άνεμο το σκοτεινό
που θα παγώνει τα φλογισμένα μάτια μου,
τον τελευταίο πυρετό της σάρκας θα δροσίζει.
Όλο θα πηγαίνω, ίσαμε να πέσω – μια φορά.
Όχι πάντοτε, σαν όλους σας που ζείτε κάπου απόψε,
έτσι κάπως.

Λεφτερωμένος απ’ τη δική σας τη ζωή.

*Από το βιβλίο της Μαρίας Αθανασοπούλου “Θεόδωρος Ντόρρος, Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Μάρτης 2005.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μαρμαρογλυφείο

ΧΧΙΙΙ
Στη Μ.Φ.

Κι αν στέκεσαι έξω από την πέτρα
με μάτια κόκκινα
και σταυρωμένα χέρια
μια ιστορία σε συμπαρασύρει
σαν Απόκοπος κι εσύ
από τη λύπη
να σπάσεις το δεσμά του χρόνου
και να περπατήσεις στον Άδη
μέχρι εκείνος να σε βρει και
να ρωτήσει μ’ αγωνία
«είναι λιβάδια δροσερά,
φυσά γλυκύς αέρας;»
*
Τότε ν’ απαντήσεις
«Έλα μαζί μου γιόκα μου
να σε γλυκοφιλήσω
να σ’ αγκαλιάσω στην καρδιά
τον χτύπο μου ν’ αφήσω
γιατί είν’ λιβάδια δροσερά
φυσά γλυκύς αέρας
μα δε μου κάνει αποθυμιά
να βγω να περπατήσω
ούτε στα μάτια μου σφιχτά
τη γλύκα να σφαλίσω
Γιατί είναι η μάνα άδικο
να χαίρεται τη φύση
και το παιδί της να χαθεί
αιώνια στη δύση
Έλα μαζί μου γιόκα μου
να κλέψω από τον χάρο
την ομορφιά τη χάρη σου
μαζί μου να σε πάρω»

*Από τον Απόκοπο του Μπεργαδή, στ. 91.

Σπύρος Μεϊμάρης, Προτροπή

Άγγελέ μου, κοιμήσου απόψε γλυκά
κι ονειρέψου απέραντες, ήσυχες πεδιάδες
μόνη με τον εαυτό σου.
Λουσμένη στο φως της ψυχής σου,
γέμισε ενέργεια,
αγκάλιασε τα σεντόνια και
φίλησε το μαξιλάρι σου.
Εκεί κάτω κοντά στις παντόφλες σου
θα βρεις εμένα, πάντα κοντά σου.
Η πνοή η δίκιά μου είσαι συ
κι ο ήχος της φωνής σου το πιο δροσερό
κελάηδισμα πουλιού της αυγής,
λίγο πριν σαλπάρει το πλοίο.

Στην άκρη της νύχτας θα με βρεις.
Έλα να με πάρεις.
Σε περιμένω.

*Από τη συλλογή «γραφτά», Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 1998.

Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς…

Μάνος Τασάκος

GREEK POET MAKRIS
Γιώργος Μακρής

Χρόνια πρίν, ὅταν παιδὶ ἀκόμη ἔβλεπα τὰ ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς Ἀθήνας νὰ ἐξαφανίζονται, (μοιάζουν νὰ ἔχουν περάσει αἰῶνες…), ὑπῆρχε ἕνας μεσήλικας στὴ γειτονιὰ ποὺ συνήθιζε νὰ περπατᾷ μὲ τὶς ὧρες τὰ σοκάκια καὶ νὰ μονολογεῖ – φαινόμενο τότε σπάνιο καὶ δεῖγμα διαταραχῆς. Χάθηκε, τὴ μέρα ποὺ κατεδαφίστηκε καὶ ἡ τελευταία μαρμαρόκτιστη κατοικία ἀπὸ τὴν περιοχὴ καὶ μαζὶ ὁ κῆπος της ὅπου συνήθιζε νὰ ξαποσταίνει ἀπαγγέλοντας ρίμες. Ἀπὸ σύμπτωση, καιρὸ μετά, ἔμαθα πὼς εἶχε τρία πτυχία, μιλοῦσε τέσσερις γλῶσσες καὶ γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα ἔδειξε ποιητικὴ παρουσία ἔντονη. Ποιὰ θρυαλλίδα τὸν ὁδήγησε νὰ γίνει ἀποσυνάγωγος καὶ ποιὰ νοητικὴ θύελλα τὸν ἔστειλε στὸ περιθώριο, εἶναι ἐρωτήματα ποὺ θὰ μείνουν ἀναπάντητα.

Θυμήθηκα αὐτὴν τὴν underground φιγούρα, ὅταν πῆρα μήνυμα ἀπὸ φίλο παλιὸ στὴν Ἑλλάδα γιὰ κάποια μικρὴ ἐκδήλωση ποὺ ἑτοιμάζουν στὴν Ἀθῆνα γιὰ τὸν Γιῶργο Μακρή, ἕναν ἀκατάτακτο (λογοτεχνικὰ καὶ πολιτικὰ) διανοούμενο, ποὺ γεννήθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ προηγούμενου αἰῶνα, τὸ 1923 καὶ ἔπεσε στὸ κενό ἀπὸ τὴν ταράτσα τῆς πολυκατοικίας του τὸν Γενάρη τοῦ 1968. Κι ἐπειδὴ τὰ βιβλία ἄλλο δὲν εἶναι παρὰ ἀπέθαντες δᾴδες ὅπου καταφεύγει ἡ μνήμη κάθε ποὺ θέλει νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴν ἀσχήμια, ἄνοιξα πάλι τὸ βιβλίο “Γραπτὰ Γιώργου Β. Μακρή” , ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῆς Ἑστίας μὲ τὴν ἐπιμέλεια τοῦ Γονατᾶ καὶ μὲ ἕνα δικό του, ὄμορφο καὶ πολὺ κατατοπιστικὸ εἰσαγωγικὸ σημείωμα.

Ἃς ἐλαφρύνω τὸ κλίμα. Πάντα πίστευα πὼς τὸ humor ἀπαιτεῖ ἐκλεπτυσμένη αἰσθητικὴ καὶ καλλιέργεια, ἰδιαίτερα στὴν ὑπαινικτικὴ καὶ δηλητηριώδη μορφή του καὶ πὼς ἔχει ἕνα μεγαλεῖο ὅταν μπορεῖ νὰ διασκεδάσει ἀκόμη καὶ τὴν τραγῳδία ἑνὸς θανάτου. Λέγεται, (μὰ ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι φήμη, τίποτε δὲν χάνει σὲ ἀξία…), πώς τὴν ὥρα ποὺ ὁ Μακρὴς ἀνέβαινε στὴν ταράτσα γιὰ τὴν τελευταία διαδρομή, τὸν ρώτησε ὁ θυρωρὸς τῆς πολυκατοικίας, ἐκεῖ στὴν γωνία Μιχαλακοπούλου καὶ Σεμιτέλου: ” Θὰ ἀργήσετε κύριε Γιῶργο;” γιὰ νὰ πάρει τὴν ἀπάντηση: ” Μὴν ἀνησυχεῖς, θὰ κατέβω γρήγορα…”. Κατέβηκε πολὺ πιὸ γρήγορα ἀπὸ ὅσο μποροῦσε νὰ φανταστεῖ ὁ άνυποψίαστος θυρωρός. Ἦταν 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1968.

Μὰ τὸν βλέπετε καὶ στὴν φωτογραφία, ροῦχα ποὺ τὸν φοροῦν καὶ δὲν τὰ φοράει, μόνιμα χωλὸς ἀπὸ ἕνα παιδικὸ ἀτύχημα, φιγούρα αἱρετικὴ γιὰ τὰ τῆς ἐποχῆς – κι ὅμως σὲ κάποιες ἄλλες φωτογραφίες ἔχει μιὰ ὀμορφιὰ περίεργη καὶ βλέμμα διαπεραστικό, ποτὲ ὅμως χολικό, ποτὲ ἀγενές, ποτὲ προσβλητικὸ ἀκόμη καὶ ὅταν ἀλαζονικὰ φοιτητάρια προσπαθοῦν νὰ διᾳκωμωδήσουν τὰ γραπτά του στὸ Brazilian καὶ σὲ ἄλλα στέκια τοῦ Κολωνακίου. Στὰ ὕστερα τῆς ζωῆς του τὸ μποὲμ τῆς φιγούρας χάνεται, τὸ πρόσωπο γερνάει ἄσκημα, ἀρχίζουν καὶ οἱ ἀπόπειρες αὐτοκτονίας. Ὁ Σαχτούρης καὶ πολλοὶ καλοὶ φίλοι καὶ θαυμαστὲς θὰ τοῦ σταθοῦν, μὰ εἶναι ἀργά….

Ὁ Μακρής, (ἀπὸ μεγαλοαστικὴ οἰκογένεια, μὰ μὲ Ἰαβέρειο πατρικὴ φιγούρα…), ἔγραφε ἀσταμάτητα σὲ ὅτι ἔβρισκε, μὰ τὰ γραπτά του δὲν εἶχαν τὴν τύχη τοῦ, ἐπίσης πολυγραφότατου, Βουτυρᾶ καὶ τὰ περισσότερα χάθηκαν ἢ καταστράφηκαν. Ἀκόμη καὶ στὸ βιβλίο ποὺ ἀναφέρω παραπάνω, τὰ διηγήματα κόβονται στὴ μέση, στὰ ποιήματα ὑπάρχουν ἄσχετες λέξεις καὶ φράσεις καὶ κομμάτια ὁλόκληρα εἶναι ἀνερμάτιστα, ἀκατανόητα, παραληρηματικά. Ἔτσι ἀκριβῶς ἦταν καὶ ἡ ζωή του, λένε μάρτυρες καὶ φίλοι του ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἐποχή. Μποροῦσε νὰ κάθεται γιὰ 24ωρα σὲ ἕναν καφενὲ ἀδιαφορώντας γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ νὰ διαλέγεται μὲ ἀκροατήρια ἑτερόκλητα – ἄλλοτε ἀγαπημένων φίλων, ἄλλοτε φοιτητῶν ποὺ βρίσκουν τὴν αἱρετική του ματιὰ ἑλκυστικὴ κι ἀναζητοῦν ἀπαντήσεις…

Μὰ νὰ πὼς περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Γονατᾶς τούτη τὴν πυρετικὴ συγγραφικὴ δραστηριότητα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ποτὲ δὲν θεώρησε τὸν ἑαυτὸ τοῦ συγγραφέα.

” …ὑπάρχουν κείμενά του ποὺ ἔχουν γραφτεῖ σὲ κουτιὰ ἀπὸ τσιγάρα, σὲ καταλόγους ἐκθέσεων ζωγραφικῆς, σ’ ἐπιστολόχαρτα ξενοδοχείων καὶ καφενείων τοῦ Saint Germain des pres, σὲ φακέλους ἐπισκεπτηρίων, σὲ ἀκυρωμένα δελτία τροφίμων τῆς Κατοχῆς… ἕνα κείμενό του εἶναι γραμμένο πίσω ἀπὸ μιὰ κιτρινισμένη παιδική του φωτογραφία. Οἱ διαχωρισμοὶ τῶν στίχων, σὲ πολλὰ ποιήματά του, καθορίζονται ἀπὸ τὸ φάρδος τοῦ χαρτιοῦ ποὺ γράφει…. οἱ ἄθλιες συνθῆκες συντήρησης τῶν χειρογράφων του καθιστοῦν προβληματικὴ τὴν ἀνάγνωσή τους, ποὺ τὴν μεταβάλλουν συχνὰ σὲ ἀποκρυπτογράφηση…”.

Πρὶν δώσω κάνα δυὸ ποιητικὰ δείγματα (ποιήματα σκληρά, ἀδιάφορα γιὰ τὴν φόρμα, τὴν ἁρμονία, τὴν αἰσθητική του δίστιχου…), δυὸ λόγια γιὰ τὰ πεζά του ποὺ καλύπτουν καὶ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ (γνωστοῦ) ἔργου του.

Ἡ ἀνάγνωση τῶν κειμένων τοῦ Μακρὴ θέλει νεῦρα γερὰ καὶ μυαλὸ ἀνοικτό, μὰ καὶ πάλι ὁ ἀναγνώστης δὲν θ’ ἀργήσει νὰ νοιώσει πὼς πνίγεται σὲ φράσεις φαινομενικὰ ἀσύνδετες, ἄλλοτε ὑψηλοῦ λυρισμοῦ, ἄλλοτε ἀσχέτων παρενθέσεων. Νιώθεις πὼς ἀκολουθεῖς τὸν λαβύρινθο ἑνὸς μυαλοῦ ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν δική σου παρουσία, ἀνοίγει χιλιάδες πόρτες καὶ πορτάκια ἄγνωστα, μισοσκότεινα καὶ μόλις νοιώσει τὸ φῶς μιᾶς πυγολαμπίδας τὸ παραλήρημα σταματᾷ, τὸ κείμενο τελειώνει καὶ σ ἀφήνει χωρὶς ἱκανοποίηση, χωρὶς τέλος – τουλάχιστον ἐκεῖνο ποὺ ἔχουμε μάθει νὰ περιμένουμε ἀπὸ ἕνα διήγημα, μιὰ ἐπιστολή, μιὰ νουβέλα. Δεῖτε τώρα τὴν ἀρχὴ σὲ κείμενό του μὲ τὸν τίτλο “Ἀπολογία”..

“Τὸ νὰ μπεῖς νυχτιάτικα στὸ χτῆμα τοῦ Γεροντόκολα μὲ τὸ σκοπὸ νὰ θάψεις ἕνα ἀδειανὸ κουτὶ ἀπὸ τσίγκο, εἶναι μιὰ ὑπόθεση…”.

Ἀχά!, σκέφτεται ὁ ἀναγνώστης, νὰ μιὰ στακάτη καὶ ἐνδιαφέρουσα εἰσαγωγή. Μάλιστα. Μόνο ποὺ ἀκολουθεῖ μιὰ ἀναφορὰ στὴ φύση (ἃς τὴν ποῦμε σχετική…), ἕνα ἐπεισόδιο μὲ τὸν Rousseau, ἕνα ποίημα στὴ μέση τοῦ πουθενά. Καὶ ἰδοὺ πῶς ξεκινᾷ ἡ δεύτερη παράγραφος, πάνω ἐκεῖ ποὺ περιμένεις νὰ δεῖς τί ἔγινε μὲ τὸν ἔρμο τὸν Γεροντόκολα:

” Κάθε σκέψη ποὺ κάνουμε, σκέψη εἶναι, δηλαδὴ τρέχα γύρευε. Φεύγει ὕστερα, καὶ τὴν ἑπομένη ἔρχεται ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητας καὶ σοῦ λέει δέκα τὰ ἑκατὸ φόρο, φορώντας μιὰ πεταλοῦδα κι ἕνα παχὺ μουστάκι. Ἐσὺ πάλι πρέπει νὰ τὸ συζητήσεις τὸ πρᾶγμα…”.

Καὶ τὸ ἀποκορύφωμα, στὸ τέλος, γιὰ ὅποιον ἀντέξει νὰ φτάσει ὡς ἐκεῖ..

“Ὁ μόνος τρόπος γιὰ νὰ ζοῦμε χωρὶς νὰ μᾶς διώχνουν ἀπὸ τὸν παράδεισο, εἶναι νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο. Καὶ ὁ μόνος τρόπος νὰ μὴν τρῶμε τὸ μῆλο εἶναι νὰ μὴν τὸ βάζουμε στὸ στόμα. Στὸ χέρι μποροῦμε νὰ τὸ κρατᾶμε ὅσο θέλουμε“.

Φυσικὰ γίνομαι λίγο provocateur, διάλεξα πολὺ χαριτωμένα ἐδάφια, ἡ περιδιάβαση στὰ ἐνδιάμεσα εἶναι κατὰ πολὺ δυσκολοτερη, ὡς καὶ ἐπίπονη. Μὰ γιατί, θὰ ἀναρωτηθοῦν πολλοὶ, νὰ σκύψουμε πάνω ἀπὸ ἕνα βιβλίο ποὺ ἀπαιτεῖ μόχθο γιὰ τὴν κατανόησή του καὶ ποὺ πιθανῶς δὲν θὰ μᾶς δώσει καμία αἰσθητικὴ ἀπόλαυση; Εἶναι μιὰ δικαιολογημένη ἐρώτηση ποὺ δέχομαι συχνὰ σὲ παρουσιάσεις παρόμοιες, μά, ἃς τὸ πῶ χωρὶς καθυστέρηση, βρίσκω πάντα πὼς ἔχει μιὰ ἀξία νὰ χτυπιέμαι μὲ σχολές, ρεύματα καὶ γραφὲς πολὺ μακρινὲς ἀπὸ τὶς δικές μου ἀντιλήψεις καὶ κυρίως μὲ τρόπους σκέψης καὶ συγγραφῆς ποὺ ἀποδομοῦν τὸν κανόνα, τὸ κυρίαρχο κοινωνικά, τὸ ἀναμενόμενο. Κι ἃς διαφωνῶ. Κι ἃς δυσανασχετῶ στὴν ἀνάγνωση. Μὰ πάντα ἔχει μεγάλο ἐνδιαφέρον νὰ διαβάσεις ἐκείνη τὴ σκέψη ποὺ ἐσὺ δὲν θάκαμες ποτέ, νὰ ἀπαγγείλεις ἕνα ποίημα ποὺ ποτὲ δὲν θάγραφες. Στὸν καθρέφτη εἶναι κουραστικὸ νὰ βλέπεις τὸ εἴδωλό σου, καλύτερα μιὰ μορφὴ ἔκπληξη, ἕνα κείμενο ἄγνωστο, μιὰ γραφὴ ποὺ ζητᾷ ἀποκρυπτογράφηση…

Ἃς κλείσω μὲ ποίηση. Ὁ Μακρὴς μοίραζε χαρτάκια δεξιὰ κι ἀριστερὰ μὲ στίχους κι ἀποφθέγματα, νὰ ἕνα ποὺ γράφτηκε σὲ κουτὶ ἀπὸ τσιγάρα τὸ 1965. Ἦταν στὰ γαλλικά, μὰ ἃς κερδίσουμε χρόνο μὲ μιὰ πρόχειρη μετάφραση..

τί μαλακίες χρειάζεται νὰ πεῖς
γιὰ ν ἀτενίσεις ἀπ’ τὰ βάθη ἑνὸς κρεβατιοῦ
ἕνα σουτιὲν σὲ μιὰ καρέκλα
ἕνα ζευγάρι κάλτσες στὸ χαλὶ

Καὶ τὸ πιὸ γνωστό του (θάλεγα καὶ τὸ πιὸ συμβατικό του), ἕνα (οἰονεί) ποιητικὸ μανιφέστο, μὲ τίτλο “Ἐμεῖς οἱ λίγοι”. Ἀπὸ τὸ 1950…

Εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀνειροπαρμένοι τρελλοὶ τῆς γῆς
μὲ τὴ φλογισμένη καρδιὰ καὶ τὰ ἔξαλλα μάτια.
Εἴμαστε οἱ ἀλύτρωτοι στοχαστὲς καὶ οἱ τραγικοὶ ἐρωτευμένοι.
Χίλιοι ἥλιοι κυλοῦνε μὲς στὸ αἷμα μας
κι ὁλοῦθε μᾶς κυνηγᾷ τὸ ὅραμα τοῦ ἀπείρου.
Ἡ φόρμα δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς δαμάσει.
Ἐμεῖς ἐρωτευθήκαμε τὴν οὐσία τοῦ εἶναι μας
καὶ σ’ ὅλους μας τοὺς ἔρωτες αὐτὴν ἀγαποῦμε.
Εἴμαστε οἱ μεγάλοι ἐνθουσιασμένοι κι οἱ μεγάλοι ἀρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τὸν κόσμο ὅλο καὶ δὲν εἴμαστε τίποτα ἀπ’
αὐτὸν τὸν κόσμο
Οἱ μέρες μας εἶναι μιὰ πυρκαγιὰ κι οἱ νύχτες μας ἕνα πέλαγο
Γύρω μας ἀντηχεῖ τὸ γέλιο τῶν ἀνθρώπων.
Εἴμαστε οἱ προάγγελοι τοῦ χάους.

Δεῖτε κι αὐτό, ξεχασμένο κι ἀπαρατήρητο, μὰ θαρρῶ ἀπὸ τὰ ποιὸ αἰχμηρά του..

Ὂλ’ αὐτὰ τὰ βλέπει ὁ πικραμένος
κάθεται σ ἕναν φτωχικὸ ἀπόπατο μιλάει μὲ τὸν Θεὸ
δείχνει μὲ τὰ μάτια τὰ εἰρηνικὰ ἔντομα
τ ἀπόκοσμα χαρτιὰ γεμάτα ἀπὸ ἴσκιο
ὁ πικραμένος αὐτὸς ποὺ γεννήθηκε κάμποσα χρόνια
ὕστερα ἀπὸ κεῖνον ποὺ βρῆκε κι ἀπὸ κεῖνον ποὺ ἔχασε
στέρεψε πιὰ ἀφοῦ βασανίστηκε νὰ βρεῖ μίαν ἔξοδο.
Τέλος ἡ μόνη ἔξοδος δὲν ἦταν παρὰ
ἡ ἀκινησία του.

Ἀκόμη αὐτό, ἀπὸ ὅπου καὶ ὁ τίτλος τῆς ἀνάρτησης, ἀπόσπασμα…

Ἐλάχιστος κόσμος, ἐπικρατεῖ νέκρα ποὺ μάταια
προσπαθεῖ νὰ καλύψει ἡ ἄγονη τούτη μουσικὴ
κι αὐτὸ τὸ λικὲρ κακῆς ποιότητας
γεμίζοντας τὸ δωμάτιο μὲ ψεύτικα γέλια.
Τὰ ἑτοιμοθάνατα τοῦτα γκαρσόνια
φέρνουν στὶς φλέβες τους μιὰ δηλητηριασμένη ἄνοιξη
καὶ στὶς τσέπες τους μικρὰ κατάστιχα
καὶ πένθιμα ρινόμακτρα.
Ἄχ! Ποὺ ναι ἡ μικρὴ ἀνθισμένη λεπτομέρεια
ποὺ θὰ φέρει τὸν ἀέρα μέσα σ’ αὐτὴ τὴν πρώτη ἐντὺπωση
τῆς ποθητῆς ἐπιστροφῆς.
Χάσαμε τὴν ψυχή μας στοὺς συνωστισμούς.

Σημαντικὲς λογοτεχνικὲς μορφὲς τοῦ μεταπολέμου θεωροῦν τὸν Μακρὴ ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ σημαντικοὺς διανοούμενους τῆς ἐποχῆς – μὰ τὰ ἀκατανόητα γιὰ τοὺς πολλοὺς μονοπάτια τῆς σκέψης του καὶ κυρίως ἡ ἄρνηση νὰ παίξει μὲ τοὺς κανόνες τοῦ σιναφιοῦ τὸν ἔσπρωξαν ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ στὸ περιθώριο. Χτυπήθηκε καὶ περιφρονήθηκε ἀπὸ πολλοὺς – ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς στὴν κατοχή, ἀπὸ τὴν χούντα, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη ἀριστερά, ἀπὸ τὴν ἐπίσημη διανόηση. Μὰ ἀγαπήθηκε καὶ μὲ πολλὴ τρυφεράδα ἀπὸ ἀνοικτὰ μυαλά. Ἀπὸ τὰ πιὸ ἐνδιαφέροντα τμήματα τοῦ βιβλίου εἶναι ἐκεῖνο ποὺ γράφουν γὶ αὐτὸν ὁμότεχνοί του καὶ φίλοι – ὁ Ταχτσής, ὁ Φραγκόπουλος, ὁ Βαλαωρίτης. Ἀπ’ αὐτὸν τὸν τελευταῖο μιὰ συμπύκνωση γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν διανοούμενο…

« Ὁ Γιῶργος Μακρὴς ὑπῆρξε στὴν ζωὴ του ἕνας δανδής. Περιφρονοῦσε τὰ πεπατημένα. Προκαλοῦσε τὴν καταστροφή. Εἶχε μιὰ μεγαλοπρέπεια ποὺ λίγοι ἄνθρωποι τὴν ἔχουν. Ἔπαιρνε τὴ ζωή του στὰ σοβαρά, ἐνῷ ἄλλοι τὴν ὑποτιμᾶνε ἐπίτηδες γιὰ νὰ ἐπιζήσουν. Μὲ κάποιον τρόπο ὁ καθένας μας, παρόλο ποὺ χανόμαστε σὰν ἄτομα, συνεχιζόμαστε μὲς στοὺς ἄλλους. Ἔτσι καὶ σὲ μᾶς συνεχίζεται μιὰ πλευρὰ τοῦ Γιώργου Μακρή, διαφορετικὴ γιὰ τὸν καθένα. Γιὰ τὸν ἕναν ἦταν ὁ ξενύχτης ποὺ τριγύριζε σὲ ἀπίθανα μέρη, ὁ νομαδικὸς περιπλανώμενος, γιὰ ἄλλον ἦταν ὁ τσίφτης, ὁ διανοούμενος φιλόσοφος, ὁ περιπατητικός, γιὰ ἕναν τρίτον ἦταν ὁ σύντροφος ὁ πολυδιαβασμένος, γὶ ἄλλους ἡ γοητεία, τὸ πνεῦμα του. Ἡ ἀγάπη μου γὶ αὐτὸν παραμένει ἀμείωτη μὲ τὰ χρόνια…»

Τέλος, νὰ καὶ τὸ ἑξάστιχο στὴν μνήμη τοῦ Μακρῆ ἀπὸ τὸν Μίλτο Σαχτούρη..

Ἔζησα κοντὰ στοὺς ζωντανοὺς ανθρώπους
κι ἀγάπησα τοὺς ζωντανοὺς ἀνθρώπους
Ὅμως ἡ καρδιά μου ἦταν πιὸ κοντὰ
στοὺς ἄγριους ἄρρωστους μὲ τὰ φτερὰ
στοὺς μεγάλους ἀπεριόριστους τρελλοὺς
κι ἀκόμα στοὺς θαυμάσια πεθαμένους

Ὡς συνήθως, παρέλειψα τυπικὰ βιογραφικὰ στοιχεῖα, τὴν περιβόητη πρόταση τοῦ Μακρὴ νὰ γκρεμιστοῦν ὅλα τα ἀρχαῖα μνημεῖα ποὺ ἔκαμε τόσο ντόρο, (ἀκραία κραυγὴ κατὰ τῆς ἀρχαιολατρίας ποὺ σκέπαζε τότε τὰ πάντα), τὴ συμμετοχή του σὲ περιοδικὰ καὶ πολλὰ ἄλλα ποὺ εὔκολα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ στὸ διαδίκτυο. Ὁ ἴδιος φίλος ποὺ ὀργάνωσε τὴν ἐκδήλωση στὴ μνήμη του μὲ ἐνημερώνει πὼς τὸ βιβλίο ἀπὸ τὴν Ἑστία κυκλοφορεῖ στὰ βιβλιοπωλεῖα μὲ ἐλάχιστη (ἐκπτωτικὴ) τιμή..

Τόγραψα καὶ παραπάνω, ἡ γραφή του δὲν ἔχει τὴν κοινὴ αἰσθητική, μὰ θάλεγα νὰ μὴν τὸ περιφρονήσετε ἐὰν βρεθεῖ μπροστά σας. Δὲν εἶναι ἀδιάφορο σὲ κάθε βιβλιοθήκη νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ παράδοξο, τὸ ἐναλλακτικό, γραφὴ τόσο διάφορη καὶ μοναδικὴ – ἕνα μονοπάτι δύστροπο ποὺ ἴσως κάποια στιγμή, χορτασμένοι ἀπὸ ὁμοιόμορφες λεωφόρους, σκεφτοῦμε νὰ δοκιμάσουμε τὴ διαδρομή του…

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.tasakos.gr/%CF%87%CE%AC%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%84%E1%BD%B4%CE%BD-%CF%88%CF%85%CF%87%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%E1%BD%BA%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF/?fbclid=IwAR16pM8OWV8yE6_Ot3teP3TWECtMzr9JN1b6mPc6RQSfKs-axjG9HNR6nB4