Γιώτα Αργυροπούλου, «Μη σκεπάζεις το ποτάμι»

Στόν Γιώργο Μαρκόπουλο

Δέ θά σκεπάσεις Γιώργο έσύ τόν Πάμισο
καί ’γώ δέ θά σκεπάσω τόν Άμφίτα
λιγνό άδερφό του παραπόταμο.
Δέν είναι δά κανά κρεββάτι
γιά νά τραβήξεις τό πρωί άπό όχθη σ’ όχθη ένα σεντόνι
καί νά πεις “ό,τι έγινε δέν έγινε”.

’Εδώ όλα λούζονταν στό φώς.
Λιγνά παιδιά καί μπακιρένιες γύφτισσες
καί οί δικές μας νά ’ρχονται, αχ Τζάνε ποταμέ,
νά πλένουν, νά λευκαίνουνε,
νά χαίρονται άσπρα γόνατα
δώρο θεοΰ λιγάκι γύμνια, πού κάποτε
μάτια δειλά καί διψασμένα τή ρουφούσαν.
Έδώ όλα λούζονταν στό φώς.

Δέ σκέπασε τόν ’Αλφειό ό Γιώργης ό Παυλόπουλος,
τόν άφησε μές στίς σελίδες νά κυλάει.

Δέ θά σκεπάσεις Γιώργο έσύ τόν Πάμισο
καί ’γώ δέ θά σκεπάσω τόν Άμφίτα,
γιατί έφερε κατεβασιά θολό νερό
πνιγμένα ζώα
πήρε σπίτια,
έσυρε μιά γλυκομηλιά
δυό άδέρφια άγκαλιασμένα.

*Από τη συλλογή “Νερά απαρηγόρητα”, έκδοση Πλανόδιον, Αθήνα 2004.

Χρίστος Π. Τσιαήλης, Τερηδόνα

————–
Η διατρύπηση
κι η διατύπωση
συγχέονται
στα σαλόνια των Στωικών
καθώς
μια λέξη
μια πρόταση
και μια παράγραφος
καταπίνονται τελετουργικά
από ένα μικρόβιο ρηξικέλευθο,
ένα μικρόβιο αιώνιο,
μικρόβιο πονηρό.

«Διατρύπηση ή Διατύπωση»;
«Διατύπωση ή Διατρύπηση»;
το δίλημμα που αντηχεί στις υπόγειες Στοές

Ξέρεις, Σοφέ αγαπημένε, ο λόγος εκφέρεται
ο λόγος διαχέεται
είναι ήχος,
είναι εικόνα,
συνάντηση αναθυμιάζουσας ύλης
και πετρωμένων ιδεών
-απαιτείται δόντι-
απαιτείται γείωση
απαιτείται σκληρότης
για να λεχθεί το συλληφθέν νόημα
αναρωτήθηκες ποτέ γιατί η μασέλα;
αναρωτήθηκες ποτέ γιατί το σφράγισμα;
η μάχη των τριάντα δύο λευκών αξιωματικών;
Τι φρουρείτε ρε;
Τι εισέρχεται ή τι θα εξέλθει;

Από νεογιλά εκπαιδεύεστε καλά
– εκεί είν’ όλοι –
παππούδες, γιαγιάδες
γονείς και δάσκαλοι παντός είδους
και οδοντόβουρτσες χαριτωμένες
και εύγεστες κρέμες,
καθρέφτες,
βρύσες,
όλα να είναι στη σειρά.
Τι φρουρείτε ρε;
Πείτε! – Τι ρέει ή τι απορρέει;

Αχ, Τερηδόνα σοφή,
Τερηδόνα έγκαιρη,
Τερηδόνα πολυμήχανη
της λαιμαργίας φρουρέ
της επιφάνειας αμφισβητούσα,
συ που τη νοηματική ατασθαλία πολεμάς
διατρυπώντας το εύμορφο σμάλτο
Συ που υπενθυμίζεις στους υπνωτισμένους
ότι μια σκέψη χτίζει μια λέξη στεγανά
και οι προτάσεις σύμπαντα στεγνά
όταν τα αδαμάντινα φράγματα
φυλάσσουν μόνο τα έξω μην μπουν
κι αφήνουν ανεξέλεγκτο
έναν οχετό να περιχέεται στην Πόλη

[κι έρχονται ύστερα οι Σωκρατικοί και οι Αριστοτελικοί
και οι Μέλανες και όλοι αυτοί
να σου θυμίσουν πώς έτρεχαν τα λύματα
παλιά εις τη Γλασκώβη
όταν απαρχής ικανώς εκπαιδευμένοι
Έλληνες και Ρωμαίοι
Οθωμανοί και Φράγκοι
ήξεραν πώς να κρύβουν οχετούς
στα έγκατα ανείδωτα
μην και χαλάσει η μόστρα]

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Οι κληρονόμοι της oδού Ευωνύμων

Εσύ θα πάρεις το κλειδί του παραδείσου
κι εσύ θα πάρεις μία αγχόνη από μπροκάρ,
το ρόπτρο, τη μεταποιημένη πιλοτή, το οικόσημο
και μια σημαία-κειμήλιο απ’ τη λεγεώνα των ξένων,
εσύ θα πάρεις ένα επώνυμο δαντελωτό
για όλες τις μελλοντικές παραγράφους,
μια ρήτρα αποδέσμευσης, το ναρκοθετημένο μου γονιδίωμα
και το προσωπικό τηλέφωνο ενός διακεκριμένου πνευμονολόγου,
εσύ θα πάρεις το χλιμίντρισμα των άδειων τετραγωνικών
σ’ ένα υπό κατάσχεση σπίτι και μια ισόβια συνδρομή στον τοπικό
σύλλογο ιππασίας,
κάποια οδυνηρή μου διαπίστωση που έφτασε αργά, πολύ αργά,
γι’ αυτό κι είναι οδυνηρή εξάλλου,
τον ζαχαρώδη μου διαβήτη και την αργή μου αυτοκτονία
με επιθέματα νικοτίνης, cross-fit και βαρβιτουρικά,
την κάβα με τα Opus One, τις Χίμαιρες, τα Haut-Brion
κι όλα τα Vosne-Romanee που δεν πρόλαβα ν’ ανοίξω,
τα δώρα των αρχαιοκάπηλων φίλων μου εσύ- θα πάρεις μια ζωή
σαν απομίμηση της ζωής ενός μίμου,
την κυνηγητική μου συνήθεια και τα βαλσαμωμένα ελατοπούλια,
καθώς και την απέχθεια, τη βαθιά μου απέχθεια για ό,τι ποτέ κινήθηκε
ή εξακολουθεί να κινείται πάνω στη γη,
την απροσεξία μου, την ανορθόγραφη ευφυία μου και τη λάθος μου κρίση,
τα γνωστικά σταυρόλεξα εσύ, τα αντιοξειδωτικά και τις καθημερινές πρακτικές πρόληψης και θωράκισης ενάντια στο αλτσχάιμερ και τον προστάτη,
εσύ θα πάρεις τους άψογα διατηρημένους μου μασητήρες,
(Ηλέκτρα αισθάνομαι παράξενα, ένα ελαφρό κρυολόγημα ίσως;)
κάποια εμπνευσμένη ιδέα μου που στην εκτέλεση έπασχε
και θα συνεχίσει να πάσχει,
μια καλοδιατηρημένη συλλογή από αυγά Faberge,
τη σπάνη και τον Μποντριγιάρ που διάβασε η μαμά σου στα δεκάξι,
οδηγίες φύλαξης για τους προ-ελληνιστικούς σου αμφορείς,
επτά φιλέτα οικόπεδα στον αιγιαλό της Θάσου,
τα μάρμαρα Διονύσου που προανέφερα και τη σκυτάλη της ασφαλιστικής—
εσύ θα πάρεις ό,τι χρειάζεσαι κι εσύ θα πάρεις όσα έχεις ανάγκη

[η ανάγκη κι η χρησιμότητα
είναι έννοιες υποκειμενικές
μονάκριβοί μας
λίγη ευγνωμοσύνη δεν θα έβλαπτε
κοιτάξτε τη στέπα που θα κληρονομήσετε,
άλλοι στη θέση σας θα αισθάνονταν πανευτυχείς
που έτυχε να αντικρίσουν, έστω για μια φορά, μες στη ζωή, τέτοια θέα]

εσύ θα πάρεις τη λατρεία μου για εσένα σαν σκιά
σαν φάσμα, σαν ικρίωμα και σαν παραίσθηση ιχνηλάτη,
(Ηλέκτρα ζαλίζομαι πάρε τηλέφωνο τον γιατρό επειγόντως)
την έρημο που ισχυρίζομαι πως διέσχισα
και το καταφύγιο στο Gstaad φυσικά,
μια ευγένεια παραμορφωτική που τρίζει πάνω από κυριακάτικα σερβίτσια
και το ξεκούρδιστο κοσμοείδωλο μιας ακόμα γαμψής εποχής,
εσύ θα πάρεις την εδραιωμένη μου πεποίθηση
πως δεν υπάρχει λόγος πια για να ανησυχείς,
εσύ θα πάρεις ό,τι ονειρεύτηκες κι εσύ θα πάρεις όσα έχεις ανάγκη
(Ηλέκτρα δεν νιώθω καλά σου λέω)

κάντε λιγάκι υπομονή, μονάκριβοί μας,
άλλωστε, το μόνο που απομένει είναι να βρούμε λίγο καιρό,
λίγο καιρό και λίγη διάθεση,
λίγο καιρό, λίγη διάθεση και επαρκείς νομικές συμβουλές,
λίγο καιρό, λίγη διάθεση, επαρκείς νομικές συμβουλές και τις αρμόζουσες συνθήκες
για να συντάξουμε αυτές τις χρονοβόρες κι άκρως μακάβριες
δ ι ά θ…
(Ηλέκτρα μου τετέλεσται, αλλά μην αγωνιάς,
εσύ θα πάρεις ό,τι προβλεπεται από τη Νόμιμη Μοίρα)

*Από τη συλλογή “Οδός Ρόδων”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάης 2018. Η φωτογραφία εόιναι από τη συλλογή του ποιητή στη σελίδα του στο Facebook.

Denise Levertov, Τα δίκαια

Να σου δώσω θέλω
κάτι που δημιούργησα

λέξεις λιγοστές σε μια σελίδα — ίδια
με το να σου ’λεγα «να, λίγες μπλε χάντρες»

ή, «να, ένα λαμπρό κόκκινο φύλλο που
βρήκα στο πεζοδρόμιο» ( γιατί,

να βρω σημαίνει να επιλέξω, και εγώ
επέλεξα) Μα είναι δύσκολο:

ως τώρα τίποτα δεν βρήκα
άλλο πέρα από τη διάθεση να δώσω. Ή

μήπως λέξεις χιλιοειπωμένες; Φτηνές
και άψυχες; ακόμη και παράλογες;
Ετούτη

λάβε έναντι καλύτερα — την πιθανή
υπόσχεση: Αν

γράψω ποτέ
κανένα ποίημα με μια ορισμένη διάθεση

(επίμονη, τρυφερή, αόριστη,
θλιμμένη & ξεπεσμένη)

σε σένα θα το δώσω.

*Από το βιβλίο “Ντενίς Λέβερτοφ Ποιήματα”, Επιλογή-μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, Εκδόσεις Ηριδανός, 2007.

Muriel Rukeyser (1913 – 1980), Φόρος τιμής στη λογοτεχνία

Όταν φαντάζεσαι μουσικούς με πρόσωπα τρομπέτας
να φυσούν ξανά αμίμητη τζαζ
καμία τέχνη δεν κατηγορεί ούτε οι κανονιοβολισμοί πληγώνουν,

ή βγαίνοντας απ’ τα όνειρά σου των αερόπλοιων
ξανά βλέπεις τον παράλογο σακάτη
να ρίχνει το δεκανίκι του με ορμή καθώς οι προβολείς των
αυτοκινήτων

κινούνται ταχύτατα στο δρόμο με τις λακκούβες, καθώς οι τρεις σφυροκόποι
μετράνε Ένα, Δύο, Τρία πάνω απ’το παλούκι, κοπανήματα από σφύρα
και ούτε ένα σημάδι νέων κόσμων να ηρεμήσει η ψυχή’

τότε ατένισε τη λίμνη του ηλιοβασιλέματος καθώς ρέει
βράζοντας, προς τη δύση ανεξέλεγκτα
κυλώντας και κατακλύζει το καρδιοχτύπι και επαναλαμβάνει
θάλασσα πέρα από τη θάλασσα έπειτα από αβάστακτους ήλιους’
σκέψου: ποιήματα όρισαν το τοπίο: Ο Μπλέηκ, ο Ντον, ο Κητε.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ / Jazz Poems” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Επιλογή-μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Στρατής Πασχάλης, Τρία ποιήματα

πάει καιρός πού μ’ έπισκέφτηκαν τά πάθη
κι εγώ κουρνιάζω σέ μιά κάμαρη ολο βιβλία
λίγο πιο πάνω από τά ρεύματα πού διατρέχουνε τη γή
λίγο πιο κάτω άπ’ τά σημεία δπου οί νεκροί καταλαγιάζουν
ύπάρχουν μέρες πού διψώ τις πιο άπόκρημνες αισθήσεις
αυτές πού ξέρει νά έφευρίσκει τό μυαλό
κι έτσι αισθάνομαι σά νά μονάζω
αφού συνέχεια φυλλομετρώ κρύα κενά τετράδια
καί στις λευκές σελίδες στάζω μαύρο μελάνι καί πικρό
μοιάζοντας άνθρωπος άπόλυτος πού ξέχασε τη θλίψη

***

ή ώρα ήταν δύο καί το τριζόνι άλάλαζε

κοίταξα τότε προς τα έρείπια καί τ’ άσχημα
τά σπίτια
κι ειδα τήν έκταση του μυστικού
τέλεια φωταγωγημένη

***

άκουσα τή βροχή σάν ένα μυστήριο
να πέφτει έξω άπ’ το παράθυρο τή νύχτα
στις γυμνές άκακίες·
καί πεθύμησα τότε βαθιά ένα σπίτι χαμένο
πέρ’ άπό τα περίχωρα του πιο ξεχασμένου τόπου
να μέ δεχτεί

*Από τη συλλογή “Κωμωδία”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, Δεκέμβρης 1998.

Ειρήνη Παραδεισανού, Καθήκον ποιητού

Είναι καιρός που επιδίδομαι σ’ αυτό το παιγνίδι.
Παίρνω την άγραφη κόλλα και το πιο καλό μου μολύβι.
Και γράφω εξαρχής ολοστρόγγυλα γράμματα.
Τα καμαρώνω έτσι ως τ’ αραδιάζω στο άσπρο χαρτί.
Εγώ, ο ποιητής των λέξεων
Των στρογγυλών φωτεινών οραμάτων
Με τάξη και χάρη συνταιριασμένων
Καμαρώνω.

Μουτζούρα καμία
Αστοχία καμία
Αλήθεια καμία.

Μονάχα στρογγυλά, καθαρά, τακτοποιημένα γράμματα.
Ποιήματα καθωσπρέπει.

Ετσι ως ταιριάζει
Στους σκάρτους καιρούς μας.

*Από τη συλλογή “Τα γυάλινα μάτια των ψαριών”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2016.

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Ασάλευτο θάρρος

Καμιά στιγμή δεν πρόφτασε για να σαρώσει εκείνα
που στέκονται σιωπηλά στης νύχτας την αχτίδα

Μ’ ένα χορό, χωρίς φωνή εξέπεσε το βλέμμα
τα μάτια του ξεχάστηκαν στου κόσμου την λατέρνα

δεν φτάνει ούτε χόρτασε ακόμη η λεπίδα
αχόρταγη δαγκωματιά, στην αχυρένια ασπίδα

“καθάρια πράγματα να λεν”, κι άλλα να εννοούνε
κι ούτε στιγμή, μήτε χρονιά
να μην βαριολογούνε

Να στέκονται ανήμποροι
αυτό δα και μέχρι εκεί
ναι, εκείνο το μπορούνε
το θάρρος που δεν έχουνε,
εκείνο ξεγελούνε

Ιούνιος 2019

***

Πύρινος ανεμοστρόβιλος

Ο πύρινος ανεμοστρόβιλος στο κέντρο της θαλάσσης
σαρώνει ασταμάτητα το κέντρο της ηπείρου

Στον μικρό μας κήπο ανθίζουν οι μανταρινιές
στη δίνη του πολέμου
Αντίμαχοι κι ουδέτεροι, μπλεχτήκαν μεταξύ τους
με λόγους άλαλους
λόγους σφυριχτούς
λόγους βλεμμάτων

Σφυρίζει ο παλιογέρακας σμιλεύεται η φτέρνα
του Αχιλλέα η ατρομησιά δεν έχει πλέον βλέννα
Τα βέλη που μαζεύτηκαν στο μοναχό σημείο
μας βρήκανε ανέτοιμους
μας στείλαν στο πορθμείο

Δεκέμβρης 2019

Sandro Sussuarana, Εκδιδόμενη!

Sandro Sussuarana

Η Ζουάνα ήταν όμορφο κορίτσι
με καλή ανατροφή
Η ζωή ποτέ δεν της χαρίστηκε
έκανε πράγματα από μικρή
που εγώ ενήλικας κι ακόμη δεν τα κάνω
Η ζωή της χάθηκε πριν να την απολαύσει
κρυφτό ούτε που πρόλαβε να μάθει
Τη λέξη «μάνα» δεν γνώρισε κι ας έκανε παιδιά
Δεν είχε την πολυτέλεια
να μη τάίσει τα «σκυλιά»
Ασκώντας το επάγγελμα, δούλευε σκληρά
αφού όποιος δεν δουλέψει ψωμί δεν τρώει τελικά
Δούλευε λοιπόν την ώρα που κοιμούνται οι άλλοι
Ήταν γυναίκα, είχε θέληση κι από άνδρα πιο μεγάλη
Κι αν πάντα ήθελε ζωή ν’ αλλάξει
διέξοδο δεν έβρισκε όσο κι αν είχε ψάξει
Στο τέλος αποφάσισε έτσι να συνεχίσει
αφού ποτέ δεν μπόρεσε τη μοίρα να γυρίσει
Παρότι ήταν γυναίκα
η Ζουάνα πέθανε για πάντα μένοντας κορίτσι

*Μετάφραση: Δήμητρα Γλεντή.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Βόρεια Βορειοανατολικά”, τεύχος 3, Σεπτέμβρης 2019.

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Η δική τους δημοκρατία

Από την πρώτη Μαΐου απειλούνται με έξωση
300.000 οικογένειες.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Τα νοσοκομεία κλείνουν.
Τα σχολεία κλείνουν.
Τα πανεπιστήμια φιμώνονται.
Νέες φυλακές ανοίγουν
Ελλείψει νεκροταφείων.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Η καταγγελία της οικολογικής καταστροφής
συνιστά ποινικό αδίκημα.
Η αμφισβήτηση των νόμων είναι τρομοκρατία.
Το ανθρώπινο στοιχείο έχει καταστεί μη κεφαλαιοποιήσιμο.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Η πρόοδος είναι αυτοσκοπός.
Η πρόοδος είναι ο στόχος.
Η πρόοδος κινητοποιεί τα πάντα.
Η πρόοδος δεν αφορά εσένα ηλίθιε.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Η αλήθεια κατοικεί στα κανάλια.
Εσύ είσαι ένας απλός δεσμώτης της
Ή έστω ένας λαθραίος ηδονοβλεψίας.
Η αλήθεια σου επιβάλλεται
Δεν σου αποκαλύπτεται.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Οι αμαρτίες σου είναι εξαγοράσιμες.
Οι αμαρτίες σου υπολογίζονται
Με βάση το ηλεκτρονικό σου προφίλ
Στο ταμείο ανεργίας.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Τα όνειρα δεν είναι παραγωγικά.
Ο μη αφομοιώσιμος είναι παρίας.
Ο παρίας είναι σκουπίδι.
Τα σκουπίδια θέτουν σε κίνδυνο
Το κράτος.
Η καταστολή είναι μονόδρομος.
Αυτό είναι η δημοκρατία.

Αυτή –φίλε- είναι η δική τους δημοκρατία.
Αυτοί είναι οι ισχυροί.
Αυτοί θέτουν τους όρους.

Εμείς απλά τους ανατρέπουμε.