Μπεατρίζ Χάουσνερ, Άντρας που καταπίνει τη γλώσσα του

Στη μνήμη του Λόρενς Βάισμπεργκ

Όταν μας συνάντησε στην πλατεία
καπνός ανέβηκε απ’ τα παπούτσια του αιωρήθηκε
στον αέρα σαν τραγούδι κρεμασμένο
βάδισε στο κεντημένο με χάντρες
έδαφος. Είπε ότι έφτασε μόνος

αν και ήξερε ότι περπάτησε δίπλα
στη νοσοκόμα απ’ το απώτερο διάστημα που έγινε ορατή μόνο
όταν άνοιξε το αχανή του σεντούκι τού
θησαυρού. Κουβαλούσε φωτιά μέσα του που έκαιγε
βαθιά και περιελισσόταν σφιχτά σαν γροθιά που χτυπά
την αυξανόμενη σιωπή αυτών των καιρών.

Τράβηξε τη γλώσσα του προς τα μέσα τεντώνοντας
τα όρια της αντοχής υπομένοντας το τραγούδι
καθώς ενδορρηγνυόταν με την καρδιά του.

Εδώ υπήρχε ένα
λιοντάρι που το τομάρι του ήταν φοδραρισμένο με φτερά
απ’ το πουλί του ήλιου μεγάλη γάτα συνηθισμένη να κρέμεται
από λάμπες στο πρώτο σπίτι όπου
ζούσε με την αδελφή του ιέρεια του χορού
και των μαγικών ζώων που λάμπουν μες στη νύχτα. *

*Η αδελφή του Λόρενς Βάισμπεργκ, ο οποίος στάθηκε σημείο έμπνευσης για το ποίημα λεγόταν Άλις Φάρλεϊ (Alice Farley) και ήταν εξαιρετική χορογράφος και χορεύτρια. Οι χοροί της συχνά περιλάμβαναν αναπαραστάσεις ζωόμορφων όντων, βλ. π.χ. Τον χορό της “If there were a moon” στο Youtube.

**Από το βιβλίο “Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα”, σε μετάφραση Χριστόνας Λιναρδάκη, Εκδόσεις Βακχικόν, Μάρτιος 2019.

Γιώργος Δομιανός, από την “Πάσα Ανάσα”

Artwork: Edgar Degas (1869)

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ/αυτή

άντρα μου
καλέ μου

σφίξε με

κορμούς κάνε τα χέρια σου
και χτίσε με
καλέ μου

στην ξέρα του στήθους σου
άσε με να προσαράξω

λουλούδιασέ με
με τις λεξεις σου
τις ανθοφόρες

μέρος σου κάνε με
ρίζωσέ με

άντρα μου
καλέ μου

(ο χορός ξάφνου θρηνεί)

Πού είναι το σύνολο της αναπνοής μου;
κάνε δυο βήματα πιο πέρα
στις τρεις μερες
σταματά το άνθισμα
και γίνεσαι ένα έλος

κάνω ενα βήμα
και σβήνεται η ψυχή μου
για το επόμενο
χάιδεψε με λίγο εδώ
να, εδώ, στην πλάτη
μη μου κρατάς το χερι
καλέ μου

ξημέρωσε η τέταρτη μέρα
άντρα μου

φεύγω καλέ μου

να αναπνεύσω κι ύστερα
καλέ μου
θα γυρίσω

έχω πλεόνασμα αφής

μη φοβηθείς
δε θα χαθώ

μαζί μου θα είσαι συ για πάντα

μη ν τ η ν α γ γ ί ζ ε ι ς α υ τ ή

σκίζω τα μάγουλά μου
και ξυπνάνε όλα τα μοιρολόγια
που ’χω μέσα μου

άντρα μου
στον δρόμο για την κόλασή μου
θα σε φέρω
-καλέ μου-
πυρπολοόμενο
άσ’ την

*“Πάσα Ανάσα”, εκδ. Υποκείμενο, Δεκέμβριος 2016.

Dana Gioia (1950 – ), Μπιξ Μπαίντερμπεκ (1903 – 1931)

Ιαvoυάριος 1926

China Boy. Lazy Daddy. Cryin’ All Day.
Ονειρεύτηκε πωε έπαιζε τις νότες τόσο αργά που
αιωρούνταν πάνω από το πλήθος
και τρεμόφεγγαν σαν επιγραφή από νέον. Αλλά όχι,
το κλαμπ παρέμενε σκοτεινό, δίσκοι κροτάλιζαν στην κουζίνα,
οι θαμώνες έπιναν και συνέχιζαν να μιλάνε. Παρακολουθούσε
τον καπνό να ανέρχεται από μιας γυναίκας το τσιγάρο
και αργά να διαγράφει κύκλους ψηλά στο δωμάτιο
μέχρι που οι ανεμιστήρες στο ταβάνι τον σκόρπιζαν.
Ένα πρόσωπο, ενός νεαρού κοριτσιού το πρόσωπο, σήκωσε το βλέμμα προςαυτόν, το βλακώδες πρόσωπο της επαρχιακήες αθωότητας.
Της χαμογέλασε και αναρωτήθηκε ποια να ‘ταν.
Ξανακοίταξε κι αντίκρισε το πρόσωπό του.

Ξύπνησε τότε. Το κεφάλι του πονούσε απ’ το ποτό,
ο Τζίμμυ οδηγούσε. Ο Τραμ ακόμα κοιμόταν.
Πού βρίσκονταν τέλος πάντων; Κοντά στο Ντάβενπορτ;
Δεν υπήρχε απόσταση σ’ ετούτα τα αναπεπταμένα πεδία—
μόνο χρόνος, χρόνος οριοθετημένοε από μία αγροικία
ή έναν αχυρώνα, ένα σιλό με κορυφή από κασσίτερο ή ένα δέντρο,
κάποια φευγαλέα μορφή απέναντι
στις απέραντες, άδειες εκτάσεις που κάλυπτε το χιόνι.
Άναψε τσιγάρο και έκλεισε τα μάτια.
Τα καλύτερα χρόνια της ζωής του! Η Βαρετή Δεκαετία του Είκοσι.
Παρακολουθούσε το πρωινό να χαράζει πάνω από το χιόνι,
θα ήταν ο παράδεισος τόσο λευκός όπως η Αϊόβα;

*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ / Jazz Poems” (δίγλωσση έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Επιλογή-μετάφραση Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Τζων Πορτέλλι, Δύο ποιήματα

Όταν το φεγγάρι θρηνεί

Να με καλέσεις
Όταν το φεγγάρι θρηνεί
Να μπορέσω να κοιμηθώ στη σκιά του
και να ονειρευτώ εκείνα πού ποτέ δεν ονειρεύτηκα:
σκηνές του χθες
να ξεπροβάλλουν σαν μανιτάρια
αυθαίρετα κι αυτοφυή,
αψηφώντας τον χρόνο.

***

Διάδρομος

Κατά μήκος τού διαδρόμου του σουπερ-μάρκετ
τακτοποιεί στα ράφια τις κονσέρβες
με στυλ.
Με τό πάθος εραστή,
διατάσσει
και άναδιατάσσει
κάθε σειρά.
Μέχρι την επόμενη μέρα,
Με τις ίδιες τις κονσέρβες
και τα πάθη της.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Οροπέδιο», Τεύχος 22 – Χειμώνας 2019. Μετάφραση, Ματίνα Τσιμοπούλου.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΕΠΟΧΕΣ

Αντιποιητική εποχή
στην οθόνη της τηλεόρασης λαϊκοί προφήτες
περιφέρουν την άγνοια τους
στις αγορές ξεπεσμένοι άγγελοι ρητορεύουν
μεγιστάνες της αφροσύνης γέμισαν τα αστικά σαλόνια.

Πεζή εποχή
άρρωστα παιδιά χαράζουν τα όνειρά τους
πάνω στη ματαίωση της αυγής
προσποιητά χαμόγελα, ατελέσφοροι έρωτες
οικόπεδα στην άκρη του γκρεμού.

Παράξενες εποχές
οι μέρες ακροβατούν πάνω στην επανάληψη
οι νύχτες μια γραμμή ισοπεδωμένων ψυχών.

Κι εμείς, μ’ ένα δισάκι φθαρμένο
κοιτάμε τη ζωή να χάνεται μες στη βροχή.

***

ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Φεύγουμε πια απ’ το προσκήνιο
έντρομοι μη μας αναγνωρίσει κανείς
αρκούμαστε σε δεύτερους ρόλους
σ’ ένα άδειο θέατρο
προβολείς μαστιγώνουν τα σύννεφα
και μετά η βροχή ξεπλένει τύψεις.
Η ελευθερία αποδήμησε πια
τώρα στυγνοί γραφειοκράτες
καταδυναστεύουν τις ζωές μας
καθώς πρέπει υπάλληλοι της εξουσίας
μας περνάνε από εξονυχιστικό έλεγχο
συμβόλαια υπογράφουμε τα μεσάνυχτα
με ρήτρα θανάτου.

Φεύγουμε πια απ’ την πατρίδα
πικραμένοι και φτωχοί
με όνειρα τρύπια
κι αλκοολικά στιχάκια για παρακαταθήκη.

*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία Ιδεών”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2014.

Στάθης Ιντζές, Το τέλος και η αρχή

Το σύμπαν διαστέλλεται με ταχύτερους ρυθμούς
απ’ ότι είχαμε αρχικώς προβλέψει

κι ό,τι υπήρξε θα υπάρχει εκεί που δεν υπήρξε
κι ό,τι δεν ^υπάρχει θα προϋπάρχει μέσα του
κι ό,τι υπάρχει έξω απ’ αυτό θα περιέχεται

και τίποτα δε θα δημιουργείται
και τίποτα δε θα καταστρέφεται

και το τίποτα που προύπήρξε θα υπάρχει εκ νέου
θα ορίζεται, θα απαντάται, θα μεταβάλλεται
θα περιέχει και θα περιέχεται στον εαυτό του

και τίποτα δε θα δημιουργείται
και τίποτα δε θα καταστρέφεται

κι εκεί όπου υπήρξαμε δε θα υπάρχουμε και θα υπάρχουμε την ίδια στιγμή
κι εκεί όπου θα υπάρξουμε υπάρχει, ορίζει και ορίζεται
διέπει και διέπεται και περιέχει τον εαυτό του

και τίποτα δε θα δημιουργείται
και τίποτα δε θα καταστρέφεται

κι ο στιγμιαίος παρατηρητής στο πέτρινο γεφύρι
που κινείται αντίρροπα προς τη φορά του ποταμιού
θα ’ναι το όριο που υπάρχει και δεν υπάρχει
που οριοθετεί και δεν οριοθετείται
που σημαίνει και δεν σημαίνει
ούτε το τέλος ούτε η αρχή
το τέλος και η αρχή

*Από τη συλλογή “Σεληνάκατος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.

Αλέξης Τραϊανός, Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

Αρχίζω να συνηθίζω αυτήν τη φωτογραφία που με κοιτά
Αρχίζω να συνηθίζω το μοναχό το μαύρο το πράγμα
Το νυχτωμένο που στράβωσε μέσα μου
Μια μέρα βούτηξα τον εαυτό μου μέσα στο αίμα του
Άνοιξ’ η μέρα μαύρη ομπρέλα
Κατέβαινε ως την κόλαση
Ο ανεμιστήρας έπαιζε τα μαλλιά μου
Το πικ απ το κομμένο κεφάλι μου
Έπειτα η φωνή μου ένα σκουριασμένο σύρμα
Τότε πέσανε από πάνω μου κάτι παιδικές πανάρχαιες μέρες
Ο λασπωμένος δρόμος δίχως το τέρμα
Το φάντασμα λεωφορείο
Το μουσείο ακορντεόν
Τότε είδα πως πάντοτε ήτανε νύχτα
Όπως όταν κάποτε ήτανε μέρα
Μ’ ένα κορδόνι
Κλείσαν κι οι φωτογραφίες των πάγων
Λίγο λίγο το αίμα μου μουσκεύοντας τον εγκέφαλο του τρελού
Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

Θανάσης Παπαδημητρίου, Κοιμωμένη Ηπειρώτισσα

Προοίμιο.
Ένα παντζούρι παίζει με τον άνεμο
Μακρόσυρτος συριγμός, επαναλαμβανόμενος
καμπάνες αγγέλλουσες Ανάσταση
Ακαθόριστα βήματα επί της Προποντίδος.
Μετρώ εικοσιπέντε χρόνια ρέμβης
Ξοδεμένα στο κυνήγι ιριδιζόντων οφθαλμών
Ή έστω κόγχης αδειανής,
Να την προλάβω με δυο επιρρήματα.

Χρόνος, διάσταση της αφαίρεσης
Χρόνια που τ’ άθροιζες σε προπολεμικό τετράδιο
Κοιτώντας τη φωτογραφία του προπάππου,
Θύματα υγρασίας κι αυτή κι εσύ.

Τώρα ένα ρολόι στον τοίχο απόμεινε
Για να ξηλώνει σταθερά τα δώματα της μνήμης.
Να εξιστορεί το πάγωμα και ίδρωμα των τοίχων
Την απουσία μουσικής και τη σβηστή εστία.

Σφαλίζω τα μάτια και στο βουνό διακτινίζομαι
Μυρίζει πεύκο κι αγριοχόρταρα
Εκεί, στην κορυφή της Τραπεζίτσας
Θα ήτανε του Αγιώργη ή μάλλον Ψυχοσάββατο
Στη γειτονιά ετοίμαζαν
πίτες και πρόσφορα οι γυναίκες.
Κι ο ιερέας λιβάνιζε, στα κενοτάφια μονολογώντας

Μορφή από άλκιμο ρόμπολο, Πινδαία μαχήτρια θυμίζεις
Έργο των επιδέξιων μαστόρων του Φθινοπώρου

Αυτοί σε ασπρόχωμα λαξεύσαν την οργή αρχαίας λύκαινας
Που δολερά κάποτε δέσανε στο ρέμα οι Πεκλαρίτες
Να φτιάξουνε απάνω της το πρώτο τους γεφύρι.
Και την ουρά της την παχιά, έβαλαν για καμάρα
Και για κλειδί αλύχτημα το αίμα να παγώνει.

Πλην, στιλβωμένο στη ματιά απείθαρχο, εωθινό ανεμοχάλαζο
Αιφνίδια σφυροκοπά τους αμετροεπείς κυνηγούς της Άνοιξης.

Πάντως εγώ που δεν σε γνώρισα παρά για μιαν αναπνοή
Θυμάμαι τα τριαντάφυλλα που ανθίζουν μόνο Μάη
Σ’ εκείνο τον περίβολο έξω από το μαντζάτο
Και τι ροδόνερο έδιναν και μύριζε το σπίτι.

Τότε κρεμάγαν, τα παιδιά, βατράχια απ’ τα ποδάρια
Ποθώντας να ξορκίσουνε με τη βροχή την ξέρα
Και συ που παραμόνευες τις Τούρκισσες, να μάθεις
με τι βοτάνια μυστικά πλενόντουσαν τη νύχτα
κι αστράφτανε τα πρόσωπα και ρόδιζε το δέρμα,
ξανά δεν σάλεψες ν’ αφηγηθείς τους θησαυρούς του Μάρτη.
Μηδ’ ανεπαίσθητα χαϊδεύοντας τον ασημοσταυρό της βάπτισης,
ζήτησες απ’ τον άνεμο χρησμό βραχνού προφήτη.

Μονάχα πια το αποτύπωμά σου μένει
Παγωμένο ίχνος, ανεπαίσθητο
Μνήμα αμνημόνευτο, μονήρες

Στης Κόνιτσας την φιλύποπτη μοναξιά.
Πλάι στις ρούγες εμφύλια λουφάζουν πάθη
Και στο λυκόφως κατεβαίνουν οι σκιές
Όσων τσακίστηκαν στ’ άρρητα βάραθρα της Τύμφης.

Στήνουν χορό στην ποταμιά και γάμους στην πλατεία
Ραίνουν με μαύρο τσίπουρο το χώμα να καθίσει
Και τριγυρνάν ανίσκιωτοι κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
Για ντέφια έχουν κεραυνό, βιολιά καρδιά ελάτου
Δοξάρια από του τραγιού την κάτασπρη γενειάδα.

(Η θύμησή σου εχέμυθος δεκαπεντασύλλαβος)

Όταν περάσει καιρός
Και τα μαλλιά μου λιγοστέψουν
Όταν η αναπνοή κομμένη σ’ εφτά όγδοα
Τραγουδιστή δύσπνοια, υφάνει το νεκροκρέβατό μου
Τότε θα σηκωθώ σου υπόσχομαι
Να σε ματαπαντήσω

Το ρόμπολο το ξέρω. Στέκει μονάχο οδόσημο
Κει που κυρτώνει το μονοπάτι.
Ράθυμων ορειβατών, καρτερικών τσοπαναραίων,
φαεινέ αμάραντε.

Και το απαρηγόρητο σαρκίο μου
Που σκίστηκε απ’ τα χρόνια
Και βάρυνε⸱ και μου ‘γινε δύστροπος οδοιπόρος
Ίσως ταιριάξει στο δικό σου
Που ετάφη από τις βροχές κι απ’ τις πευκοβελόνες

Παίρνω, υποκλέπτω προσκέφαλο
Κέδρο και κουκουνάρια
Σάβανο ράβω από τζουχιά
κι απ’ άγρια τσουκνίδα

Ρόγχος επιθανάτιος
Το βουητό
του Αώου.

Kenneth Rexroth, Τζόγος

Σκέψεις για σένα ραντίζουν τη σκέψη μου.
Σταγόνες μαύρες πέφτουν από την κόψη του ξίφους
Του κεραυνού. Λευκά χαρτιά σκορπίζουν
Μαύρες και κόκκινες διφορούμενες
Κούπες και μπαστούνια. Ο θάνατος με προσπερνά
Κάθε μέρα και ψεκάζει στα μαλλιά μου
Τα ισχυρά του χημικά. Οι χτύποι
Του ρολογιού αλλάζουν φωνή και προφέρουν τ’ όνομά σου.
Τι έδεσμα είναι η ζωή, με το
Σπασμένο της ποτήρι και τα ξινά σταφύλια.
Τα στήθη σου έρχονται στο μυαλό μου
Που μυρίζουν αμυγδαλωτά.

*Από το βιβλίο “Κέννεθ Ρέξροθ – ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς.

Μαρία Πανούτσου, Ο Ουρανός κατεβασμένος

Στην αγκαλιά σου στριμωγμένη
στα δίχτυα των χεριών σου εγώ πιασμένη

στης ψυχής σου μέσα το σώμα
ανάπνεα

όπως ο Σκύμνος
στης μάνας του το τριχωτό τον όγκο

ποιος θεός να μην ζηλέψει
της θνητής,
το ανέλπιστο τραγούδι των σειρήνων

καθώς Νέφελος λέξεων
τραγούδι δικό μου αλάργα σκορπώ

ένα γλυπτό φτιαγμένο από τον Moore
τα σώματα μας

ορμή του αγκαλιάσματος
και δέσιμο

εκείνη ώρα να προσέξεις
μη και κάνεις κάποια ευχή

όχι ευχές την ώρα αυτή
αφού ανώτερη στιγμή δεν θα υπάρξει

ίμαι η ερωμένη του χειμώνα
εκεί στον αχνό της μαγείας

Αμαρυλλίς το όνομά μου
στο χρώμα του άσπρου

στην παγωνιά εκεί του ανέμου
τις μέρες τι πυκνές από ομίχλη

θα μεταμορφωθώ σε χειμωνιάτικο λουλούδι
αχ πόθοι κάτω από τις λίμνες

βλέπω το χέρι σου να απλώνεται
Φειδόσωμα εσύ
σαν ένα χάδι θεϊκό

η θηλυκιά μου η κοιλιά σε περικλείει τρυφερά
και Σκορπίωνες οι φωνούλες μου

καθώς ανέμου τραγούδια
συνθέτουν ντροπαλά

#Από την ενότητα “Της λήθης” 2016-2019

* Σκύμνος – Νεογνό ζώο
* Σκορπίωνες – Αστερισμοί του νότιου ημισφαίριου
* Φειδόσωμα -Δική μου λέξη
* Νέφελος-Δική μου λέξη