Κώστας Μπραβάκης (1962-2020), Τρία ποιήματα

Το μπλουζ του νικημένου

Απόψε θέλω ν’ ανοίξω τις φλέβες μου
Και να χυθεί στο πεζοδρόμιο
Όλο αυτό το ξινισμένο γάλα
Που χρόνια κουβαλώ αντί για αίμα

Απόψε θέλω να πιω τον έρωτα πικρό
Όπως τον πίνουν στα χαμόσπιτα
Τυλιγμένο σ’ ένα τάλιρο
Τα κορίτσια της ανάγκης

Απόψε θέλω να μιλήσω
Με τη γλώσσα κομμένη στα δυο
Διάλεξε τι θες ν’ ακούσεις
Την αλήθεια ή το ψέμα

Απόψε θέλω να παίξω ένα μπλουζ
Σε μια χορδή ακροβατώντας
Σ’ ένα υπόγειο μ’ ανάσες αιθανόλης

Απόψε θέλω να παίξω ένα μπλουζ
Για μένα

***

Αχάριστο νόμισμα

Ανακάλυψα μια τρύπα στην τσέπη
από κει θα πήδηξες αχάριστο νόμισμα
δε σου ’φταναν θαρρείς η ζεστή μου φόδρα
τα χάδια απ’ τα δάχτυλά μου
άντε τώρα να σε προλάβω έτσι που τρεχεις
στάσου
πας ίσια στον υπόνομο
στρίψε αριστερά σου λέω
αχάριστο νόμισμα
ονειρευόσουν χρηματοκιβώτια βαριά
χαρτογιακάδες χαρτοφύλακες
τα πιο φτηνά σου όνειρα δεν τα κάνες ακόμα
ήθελες λέει να γίνεις τσεκ
ή κάρτα ανάληψης
έστω δωροεπιταγή
αχάριστο νόμισμα
σε κάποια χαραμαδα σφηνωμένο θα σε βρω
διάλεξε την ποινή σου
θες να σε ρίξω στ’ αλογάκια
ή στα μηχανάκια του καφέ;

***

Το κρίσιμο λάθος

Με χαλινάρι τι, χέρια μου
την τύχη μου κρατάτε;
δεξιά η περηφάνια μου κι αριστερά η ψυχή μου
στη μέση ο τυφλοπόντικας
αυτός που ορίζει το σκοτάδι
κι εσείς ένας στρατός αρματωμένα δάχτυλα

κι αν έκλεψα περιστερώνες
ήταν γιατί πέταξα νύχτα
με το φεγγάρι άρρωστο
κι ακόμα δεν έφτασα κι ούτε

χέρια κομμάτια από πηλό
τα σάρωθρα παλέψτε
μας περικύκλωσαν οι ερημιές
κι ο φόβος της αφωνίας
ήταν που δεν πουλήσατε τον ίσκιο σας
στα ράφια τα ψηλά των εμπορείων
κι ούτε περιμένατε την άνοιξη
στους πάγκους των πανηγυριών
σας είχα πάντα στις τσέπες δυο βοτσαλάκια ανατολή
κι αν άλλαζε ο καιρός
γινόταν ξίφος

*Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια δώδεκα σπουδές και εφτά πικρά τραγούδια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάης 2009.

Neringa Abrutyte, Δύο ποιήματα

ΔΑΧΤΥΛΑ

Δεν κάνω τίποτα για να υπάρχεις (δεν τηλεφωνώ, δεν γράφω) όμως υπάρχεις:
έρωτας, που το αντικείμενό του δεν νοιάζεται για αυτόν –
από αυτόν τότε, βέβαια, χάθηκαν τα σπυράκια και οι σκέψεις,
και το πρόσωπο άλλαξε δέρμα — ξεφλουδίζεται

στ’ αλήθεια δεν κάνω τίποτα — ακόμα και τα χείλη
φιλούν μονάχα τα δάχτυλα του σώματός τους
τα ίδια τα χείλη άραγε νιώθουν τίποτα, η μήπως εσύ;
τί θα ήθελαν πιο πολύ τα δάχτυλα των χειλιών σου;

το χέρι του ποδιού μου, π.χ. θα ήθελε να φράξει τη μύτη σου
τα μαλλιά του χεριού μου επιθυμούν το δικό σου αυτί
η μύτη μου θα ήθελε να βγει στα πνευμόνια σου και
να βρει πιο ελεύθερο δρόμο για να αναπνεύσει
και τα μελανιασμένα δάχτυλα των ποδιών σου να κρυφτούν
στο κενό που αφήνουν οι κάλτσες μου,
γιατί όλα πεθαίνουν τώρα μόνο επειδή τότε πεθάναμε εμείς, τα δάχτυλα.

***

Η ΑΝΑΠΟΔΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

είδα – την ανάποδη είδα του Κειμένου
εκεί καίγανε γράμματα μνήμη (θυμωμένη) κόμπλεξ
σ’ αυτό το κείμενο (εσένα) προσπάθησες να σβήσεις
όμως εγώ αλλιώς σε είδα — σαν ζωούλι
σώμα απ’ την ανάποδη: κείμενο – φλούδι: τακ τακ
που το ‘σπασα αλλά εκεί δεν είχε αγάπη
όση επρεπε και τώρα πια δεν χρειάζεται
γιατί ολα τελείωσαν γοργά και παθιασμένα
(σαν το αλκοόλ; Σαν την Υπομονή του ανθρώπου;)
ή είναι μυστικό που τ’ Άγιο όριο χαράζει!
ήμουνα -πράγμα σπάνιο- ήρεμη πολύ-
και δεν σκεφτόμουν ότι υπάρχεις -και θα υπάρχεις
και εσύ απλά προδίδοντας την άλλη σου πλευρά
γιατί σε φύσηξα! -χωρίς να θέλω- από την άλλη-
και στου Κειμένου την πλευρά αυτή σε γύρισα
σαν βιαστικά τελειωμένη συνουσία:
την ιστορία να συνεχίσω δεν αξίζει
πολύ θυμίζει την ανάποδη άρα κακή πλευρά του Κειμένου.

*Από τη συλλογή “Το Φθινόπωρο του Παραδείσου”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνιος 2015. Μετάφραση: Σωτήρης Σουλιώτης.

Χουάν Χέλμαν, Καμίλο Σιενφουέγος

Ο Καμίλο Σιενφουέγος

άγρυπνος ζωντανός μες στις ριπές της θάλασσας περνάει ο καμίλο
μες στα κοράλλια και στα τέρατα με τη γενειάδα του
και σε μαζώξεις αλλόκοτων πλασμάτων
μιλάει για την Κούβα ο κομαντάντε
φωτιές ανάβει εκεί στα τρίσβαθα η φωνή του
συνάζει τους πνιγμένους φουκαράδες
τους τσακισμένους τους χαμένους μέσα στα συντρίμμια
ορμάει ο καμίλο στους στρατώνες του βασιλιά της θάλασσας χωρίς σταματημό
τον είχα δει εκεί στην αγορά του Κουάτρο Καμίνος λόγου χάρη
στο έμπα της πόλης να φεύγει με μια κιθάρα
τράβαγε ο καμίλο για τη θάλασσα
ο ράφτης με του περιστεριού το πρόσωπο πέταξε δίχως κουβέντα να μου πει
κι από τη μαλεκόν μες στην Αβάνα είδαμε ένα βράδυ να ξεπηδάνε
φώτα από τη θάλασσα σαν τουφεκιές
ο ράφτης ο γλυκός ρετάλια ράβει της θλίψης και του έρωτα
τον στέλνει το καθήκον του μακριά
μια μέρα θα γυρίσει
και μονομιάς οι άνθρωποι θα σμίξουν με φιλιά μπροστά στο έρμο λείψανό μου

*Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος (πηγή)
(από τη συλλογή Gotán, Δεκέμβριος 1962 – 
διαθέσιμη εδώ: https://issuu.com/regalepoesia/docs/gotan_gelman)

CAMILO CIENFUEGOS


despierto vivo entre las ráfagas del mar anda camilo
entre madréporas y monstruos con su barba
y asambleas de extrañas criaturas
habla de Cuba el comandante
su voz enciende fuegos en las profundidades
convoca a los ahogados pobrecitos
castigados perdidos en medio del naufragio
asalta los cuarteles del rey del mar camilo no termina
lo vi junto al mercado de los Cuatro Caminos por ejemplo
en la boca del pueblo al salir de una guitarra
camilo se fue al mar
el sastre el cara de paloma se me fue sin decirme nada
del malecón la Habana lo vimos una noche que
subían del mar luces como disparos
el sastre dulce cose los retazos del dolor y el amor
su tarea está lejos
un dia volverá
la gente se besará de pronto contra la soledad de mis huesos

Juan Gelman
1930-2014

_____________________
Ο Καμίλο Σιενφουέγος, από τους πρωτεργάτες της Κουβανικής επανάστασης,  γεννήθηκε στην Αβάνα στις 6 Φεβρουαρίου 1932 και χάθηκε στη θάλασσα στις 28 Οκτωβρίου 1959 κατά τη διάρκεια πτήσης από το Καμαγκουέι προς την Αβάνα. Στην επέτειο του θανάτου του, οι Κουβανοί ρίχνουν λουλούδια στη θάλασσα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/2020/02/juan-gelman-camilo-cienfuegos.html?spref=fb&fbclid=IwAR3J1LH05ONCthGIeg8W5qsi1Avbem38VM9dIXI1PpmytGwq93BKsGG_4Cw

Μια στιγμή μέθεξης με την εικονολεκτική ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη

Στις 10/11/2003, στον «Αστρολάβο-Δεξαμενή», εγκαινιαζόταν μια έκθεση κολάζ του ποιητή – πεζογράφου Νάνου Βαλαωρίτη, με τίτλο «Μια αλφάβητος κωφαλάλων». Τα 27 κολάζ πλαισίωναν την τελευταία τότε ποιητική συλλογή του με ομώνυμο τίτλο, από τις εκδόσεις Άγκυρα 2003. Κάθε εικόνα συνοδευόταν από επαναλαμβανόμενα ρολόγια κι ένα γράμμα με τα οπτικά σημεία της αλφαβήτου των κωφαλάλων.

Σε αυτήν την εκδήλωση, είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη, στον οποίο με σύστησε ο ποιητής Μάκης Αποστολάτος, εκδότης του περιοδικού Ομπρέλα, με το οποίο συνεργαζόμουν. Ο ποιητής μας ξενάγησε ο ίδιος στην έκθεση και μας μίλησε με ενθουσιασμό για τα κολάζ και τους λόγους που τον οδήγησαν στην κατασκευή τους. Η ιδέα ήταν να φτιαχτεί ένα αλφάβητο κωφαλάλων σε συνδυασμό με ορισμένες εικόνες, έτσι ώστε να μιλάνε με την άηχη εικαστική γλώσσα που να υποβάλλει προοπτικές. Αργότερα ήρθαν να προστεθούν και τα ποιήματα, που δεν αντιστοιχούσαν μεν θεματικά αλλά που απηχούσαν λεπτομέρειες στις εικόνες έτσι ώστε ο αναγνώστης να τις συλλαμβάνει μόνος του. Η ονειρική ατμόσφαιρά τους γινόταν έτσι εικονολεκτική. Μετά τη συνάντηση, ο Μάκης Αποστολάτος μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για την ποιητική συλλογή, το οποίο συμπεριελήφθηκε στο περιοδικό Ομπρέλα Μάρτιος-Μάιος 2004, στο αφιέρωμα για τον σουρεαλισμό. Το μοιραζόμαστε σήμερα εδώ μαζί σας.

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Μια αλφάβητος Κωφαλάλων
(Άγκυρα 2003)

«Για ποιον τρέχουν τα σύννεφα
για ποιον πετάνε τα πουλιά
για ποιον φρενάρουν τ’ αυτοκίνητα
για ποιον πλαταγίζουν τα πανιά
για ποιον φυτρώνουν τα παιδιά
για ποιον συναντιούνται τα αντίθετα…»

(Απόσπασμα από το ποίημα «Για ποιον»).

Εν αρχή είναι η εικόνα, η οπτική ποίηση, το ντεκόρ σαν σκηνή θεάτρου, εικοσιεπτά κολάζ του ποιητή, ένα για κάθε γράμμα της λατινικής νοηματικής αλφαβήτου, φτιαγμένα από τον ίδιο τον ποιητή την δεκαετία του ’70. Μετά έρχεται η παράσταση, ο λόγος, η αέρινη ποίηση, η ποίηση με τις λέξεις. Ο χρόνος επιβραδύνεται στο μεγάλο στρογγυλό ρολόι που εμφανίζεται χωρίς βαρύτητα να δεσπόζει σε κάποιο σημείο των ονειρικών κολάζ, στη βεγγέρα μιας φανταστικής σύναξης. Όλα αιωρούνται χωρίς βάρος, τα όνειρα έχουν αναδυθεί από την βουβή λίμνη της κοσμικής συνείδησης όπου ενυπάρχουν σιωπηλά για να εμφανιστούν και να μιλήσουν, για να συναντηθούν και να ερωτοτροπήσουν, στην ποιητική συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη, «Μια αλφάβητος κωφαλάλων», γνήσιο όψιμο δώρο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες υπερρεαλιστές που φιλοξενείται σε ένα κομψό τόμο του εκδοτικού οίκου Άγκυρα.
Προσπαθώ να διακρίνω τι ώρα ήταν όταν όλα ακινητοποιήθηκαν, όταν πάγωσαν οι ετερόκλητες εικόνες, τι ώρα έδειχνε το πανταχού παρόν ρολόι. Ανάμεσα στα στοιχεία των κολάζ, ένας φάρος, ένα καράβι που πετάει, μια ταραγμένη θάλασσα, ένας άγγελος σε ένα κήπο, δυο νέοι ντυμένοι με ρούχα εποχής σε τρυφερό τετ α τετ, ένας ελέφαντας στα γόνατα, μέσα σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο, μια λάμπα θυέλλης δίπλα σε μια νεαρή σελήνη, ένα άγαλμα, ένα κουβάρι, ένα κρεββάτι προσαραγμένο στην κορυφή ενός βράχου, μια ωραία κοιμωμένη, μια πηγή, ένα ρολόι ακουμπισμένο στο κεφάλι μιας γυναίκας με μακρύ φόρεμα, ένα καπηλειό της εποχής των παλιών γουέστερν, μια ιπτάμενη ατμομηχανή. Και μέσα από την κλίση των σωμάτων, τις καμπυλότητες των αντικειμένων, ξεπροβάλλει ο φθόγγος που σχηματίζεται άηχα από ένα χέρι, το γράμμα που κυριαρχεί σε κάθε εικόνα, για να της δώσει ζωή, για να την προφέρει. Το Άλφα, το Βήτα, το Ζήτα, το Ύψιλον, οι φθόγγοι με τη σειρά δίνουν το «παρών», σαν στρατιώτες στην υπηρεσία της γλώσσας, θυμίζοντας τους στρατιώτες – τραπουλόχαρτα, που συνάντησε η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων και μέσα από τους φθόγγους ξεπροβάλλουν τα ποιήματα. Ποιος άνοιξε τον ασκό των ονείρων, ποιος είναι υπεύθυνος για την μυστική σύναξή τους, ποιος μάγος μας τα φανέρωσε; Ο ποιητής, ο ποιητής είναι ο μάγος!

Τα ποιήματα, αέρας επάνω στις εικόνες, ανάσα που μουρμουρίζει για να χαθεί πάλι, ταξιδεύουν, ίπτανται, αφηγήσεις παραμυθιού, δοσμένες με γλώσσα απλή, με επιτηδευμένα απλοϊκή ρίμα, διηγούνται την ιστορία του αέρα που ταξιδεύει, Αέρας. Φιλοξενούν ήρωες παραμυθιών, η κοκκινοσκουφίτσα ταξιδεύει στο τρένο με τις φράουλες, το αχυρένιο σκιάχτρο χτυπάει μια άγνωστη πόρτα άγρια μεσάνυχτα για να ζητήσει ένα αχυρένιο στρώμα σαν το σώμα του για να κοιμηθεί … Μιλούν με τη φωνή ενός Ανώνυμου Σαμουράι του 14ου αιώνα για να θυμίσουν παλιούς κώδικες τιμής. Τραγουδούν την ερωτική επιθυμία όταν η όμορφη κόρη, η κομψή βασίλισσα – ντάμα ανοίγει το μαγικό των επιθυμιών κουτί και τρέχει να φιλήσει το νεκρό θεό του δάσους για να τον ξυπνήσει, Η μέση δαχτυλίδι. Μιλούν κορακίστικα πάνω από το πεδίο των μαχών στο μακρινό Αφγανιστάν, μια αλληγορία για τα δεινά της πραγματικότητας και όσους ευθύνονται για τη διαχρονικότητα του πολέμου, Κορακίστικα. Μετατρέπουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής σε Αδέξιες ρίμες για ένα καλοκαίρι. Τα ποιήματα δίνουν νόημα στις εικόνες, φανερώνουν την αθέατη πλευρά της πραγματικότητας, ανασύρουν από την λήθη κόσμους και ιδανικά που χάθηκαν, μόνο και μόνο για να θυμίσουν και να αφυπνίσουν με τον όμορφο τρόπο της αυθεντικής ποίησης. Μια ποίηση παιγνιώδης, σατυρική, νοσταλγική, που χωρίς να ξεχνάει την παράδοση έχει πάντα επίμονα στραμμένα τα μάτια της προς το μέλλον.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

ΚΟΡΑΚΙΣΤΙΚΑ

Στο μακρινό Αφγανιστάν
Άφησα τα κόκαλά μου αμάν αμάν
Ν΄ασπρίζουν στην πεδιάδα του Χεράτ
Κι απάνου κάθονται τρία Κοράκια
Και λένε ανάμεσά τους «Ποιανού να’ τανε
Κρα Κρα άραγες αυτά – τα τόσο καλο-
Ασπρισμένα οστά ενός άγνωστου
Μαχητή ή τυχαίου επισκέπτη που βρήκε
Άδικο θάνατο στις μάχες εκεί, ανάμεσα
Στους Ταλιμπάν και τους Τατζίκους,
Τον χτύπησε λένε μια αδέσποτη…
Κι όπως ξέρεις οι αδέσποτες είναι σαν
Άστατες σκέψεις που πετάνε
Δεξιά κι αριστερά όπως εμείς όταν
Γυρεύουμε πρόσφατους νεκρούς να φάμε
Λίγο φρέσκο κρέας να τσιμπήσουμε
Αχ βρε, αχ βρε, Κρα Κρα, φίλε μου αδελφέ
Πώς έχει καταντήσει η ζωή μας βαρετή
Με την ειρήνη που απειλεί
Να μας κόψει το φαΐ –
Και πού θα βρούμε τώρα λεία σκοτωμένων;…»
«Δίκιο έχεις, Κρα Κρα Κράκοβιτς, πόσο άδικο
Αυτό που γίνεται στον κόσμο σήμερα
Και μας στερεί, βρε Κρακοβίτση, την πηγή
Τροφοδοσίας στα πεδία των μαχών…

Πες μας εσύ, βρε Κράκοβιτς, που διέσχισες
Απέραντες πεδιάδες απ’ τον Κράκοβο έως
Το Βελουχιστάν, για να βρεις εδώ
Καινούριες μάχες στο Αφγανιστάν
Όπως εκείνες στον Παγκόσμιο πόλεμο
Στις μπαρουτοκαπνισμένες
Στέπες της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Θυμάσαι τι φοβερά τσιμπούσια κάναμε
Με Γερμανούς, με Ρώσους, με Ρουμάνους
Με Ιταλούς, με Γεωργιανούς, με Ισπανούς,
Που άφησαν το πετσί τους στις απέραντες
Εκτάσεις, τώρα γέρο μου συρρικνωθήκαμε
Εδώ στις μικρογειτονιές της Κεντρικής Ασίας.
Έχε γεια, Γέρο, που έζησες με σοφία και σωφροσύνη
Πάνω από χρόνια εκατό… Ευχόμαστε να τα χιλιάσεις».

Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2001

…

ΚΑΣΣΙΟΠΕΙΑ

Μιας ασύμμετρης
προοπτικής α-γωνίας
μικρό απόσπασμα
αποσταγμένης αφήγησης
μες στις αναδιπλώσεις
αφομοιωμένης σαρκός
και σαρκασμού
η ερεβώδης
ομιλία

Στο κράσπεδο του κενού
που άφησε το αφήγημα
μια διάρρηξη φλέβας
καθηλωμένη αμετακίνητη
με μαύρα γυαλιά του «ήλιου»
με κόκκινα μαλλιά «βαμμένα»
μπαινοβγαίνεις από
τις λέξεις άνετα
τις ξεκοκαλίζεις
μια μια
και

Τις τρως
όπως οι Τρώες κάποτε
κατάπιαν τα λόγια τους
στην πεδιάδα του
Σκάμανδρου

Φεβρουάριος 2003

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://stigmalogou.blogspot.com/2019/09/blog-post_24.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FJkQng+%28%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CE%9B%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85%29

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Βαρύτητα Ι

Θα ‘ταν σκληρό να πέσει όλο το βάρος της ανημπόριας
στα σκληρά κορμιά που δρασκελούν
χαμηλές πόρτες
ενώ μαζεύονται οι θύελλες στις άκρες της πόλης
κι ένα μικρό παιδί
κοιτάζει απορημένο κι ακούει
φωνές μ’αλαλαγμούς

Θα ‘ταν πικρό
να μαζευτεί ολόκληρο το σκοτάδι
και να σκεπάσει το φως που δραπέτευσε
από τους στενούς θαλάμους
της καθημερινής θλίψης
ώσπου να ξαναπλωθεί
στους δρόμους που περπάτησαν
οι εραστές της ζωής
που σχεδίαζαν τα καραβοπανιάτους

Καλοκαίρι 2019

Βαρύτητα ΙΙ

Εκείνες οι συνωθήσεις με τις βιαστικές απορρίψεις
στέκονται στη μέση του σκοτεινού στρατοπέδου
αρπάζουν
τις νοσταλγίες των ήρεμων
που δεν εννοούν να μεγαλώσουν
πεισματικά
σαν χαρούμενα δελφίνια
που ταξιδευουν και συντροφεύουν

Αύγουστος 2019

Ιάσων Σταυράκης, Τα περιστέρια

Ξέρω ποιητές που μοιάζουν με κοτσύφια
την ώρα που τα σημαδεύουν.

Ξέρω στοχαστές που γλείφουν με πάθος
τη κρεμμάλα πρωτού περάσουν την θηλιά
στο λαιμό τους.

Ξέρω δασκάλους που σαλτάρησαν
και κρύφτηκαν πίσω απ’ τις διαιρέσεις.

Ξέρω ηθοποιούς που ελπίζουν
να ξεγελάσουν τον θάνατο.

Ξέρω ζωγράφους που στράγγισαν το αίμα τους
σε μια άχρωμη παλέτα.

Ξέρω ήρωες που χέστηκαν απ’ το φόβο τους.

Ξέρω κι ένα σωρό που τα κατάφεραν.

Και τι κατάφεραν άραγε ;

Κοσμούν πάρκα και πλατείες
με κάτι μανδύες απο λευκό
κι άψυχο μάρμαρο.

Κι αν δεν έχει τα μάτια ανοικτά
του δήμου ο υπάλληλος
φυτρώνουν χορτάρια δίπλα τους
και γεμίζουν τα σμιλεμένα μούτρα τους
με κουτσουλιές
καθώς κάνουν τα πρωινά την βόλτα τους
τ’ αδέκαστα περιστέρια.

*Από τη συλλογή “Εμείς”, Εκδ. Παλινωδίαι.

Γιώργος Α. Τζαμαδάνης, Τρία ποιήματα

Πύρρειος νίκη

Κι αν αλώθηκαν οι πόλεις
και τα τείχη πέσανε
οι τάφοι μείναν αδειανοί
γιατί οι νεκροί περπάτησαν
στα κουφάρια των νικητών.

***

Αναπάντεχο θαύμα

Ξημερώματα έπιασα τη στεριά
Όλο το βράδυ ξενύχτισα πάνω σ’ ένα κύμα
Έβριζα και καλοτύχιζα συνάμα τη συντροφιά του
δε μπορεί θα δω ένα πλεούμενο, θα σωθώ
Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν κατάλαβα πως έμαθα
Να περπατώ στη θάλασσα.

***

Εκδοχολογία

Κι ήταν τότε που περπατούσε
μ’ ένα πόδι
πολλοί τον κοιτούσαν περίεργα
άλλοι τον χλεύαζαν
κάποιοι τον θαύμαζαν
Τελικά χρειάζεται τόση διαφωνία
Για ένα πόδι…

*Από τη συλλογή “Κατσαρίδες”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Απρίλης 2019.

Κατερίνα Λιάτζουρα, από την “Κρεμμυδαποθήκη”

ΜΑΝΙΚΑ

Όταν θα χαθώ, να ξέρεις, μην με ψάξεις σε αστρέχες, γκρεμούς και ρεματιές. Να ξέρεις πως πρωινό θα ήτανε σαν το σημερινό. Όμορφο, ηλιόλουστο, φθινοπωρινό. Σαν το σημερινό πρωινό θα ήτανε, που φόρεσα τα αθλητικά μου τα ολόλευκα και που ξεκίνησα τον δρόμο μου να πάρω. Μην τρέξεις να ρωτήσεις τους γέροντες, αν με είδανε να περνώ ή μάθανε το νέο. Να τους ρωτήσεις μόνο προς ποια κατεύθυνση έβαλα προορισμό. Να ξέρεις πως τα βήματά μου με οδηγούν σε δρόμους χαραγμένους από του Απόστολου το χέρι, και πως θα τους ακολουθώ ευλαβικά με το βλέμμα μου καρφωμένο στον ορίζοντα. Και να ξέρεις πως όταν φτάσω εκεί, όπου ο ανθρώπινος δρόμος έχει τελειωμό, θα σταματώ, ένα λεπτό μπορεί, μπορεί όμως και χρόνια, για να αναρωτηθώ, αν κι εγώ —σαν γήινη Χριστός— μπορώ, αιμάτινα μονοπάτια στο μέτωπό μου να χαράξω. Μα και αφού δεν μπορώ με βεβαιότητα τέτοιον πολύτιμο σταυρό στους ώμους μου να κουβαλώ, θα στρέψω την πλάτη μου και θα συνεχίσω να περπατώ. Και μη λυπηθείς ούτε στιγμή για την απουσία μου, αλλά να χαρείς που τόλμησα να ξεκινήσω και να σηκώσεις το ποτήρι σου και να ευχηθείς καλό δρόμο να έχεις, Κατερινάκι μου.

***

ΛΙΑΝΗ ΑΜΜΟΣ

Σε όχημα ανάγκης αναμνήσεις χρόνου βάλανε στοίχημα ταχυτητος με ρευστά τοπία διαδρομής. Ανεκτίμητη συντροφιά, συνταξιδιώτες χρόνων, μεγάλων εντάσεων, πόθων και παθών. Τα πίσω κουτάκια του μυαλού μυστικά αρνούνται να συγκαταθέσουν. Αρνούνται να υπογράψουν λευκό χαρτί αισθήσεων και παραισθήσεων, συγχωροχάρτια και δηλώσεις μετάνοιας. Προσπάθεια άσκοπη να εκβιάσεις. Προσπάθεια άτοπη να προσπαθείς. Εικόνες μνήμης και λησμονιάς πιο δυνατές από άλλοτε, πέρασμα στων αιώνων την αναισθησία, ενημέρωσε. Και από τη μαυρίλα και τη λησμονιά αναδύθηκε ένας άνθρωπος. Τις στάχτες της μήτρας μου γεύτηκε και από το δάκρυ των μαστών μου δροσίστηκε και πήρε μορφή. Ανδρώθηκε. Η σπίθα έγινε φλόγα. Από παιδί έγινε άντρας. Απρόσμενος περιηγητής. Ταξιδευτής χρωμάτων. Διαβάτης με διαπιστευτήριο τη σιωπή. Μάτια που κοιτάνε κατάματα τον ήλιο. Και ένα λακκάκι πάντα να με προσμένει.

* “Η Κρεμμυδαποθήκη”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2020.

Παύλος Παρασκευαΐδης, Δύο ποιήματα

Ο χορός των ψευδαισθήσεων

I.
Αξιολάτρευτη δεσποινίς, εκτίμησα το διαπεραστικό άγγιγμα κατά τη διάρκεια του χορού, καθώς μετά από κάθιδρες νύχτες εφηβικής αμηχανίας κι αναπάντεχες περιστροφές στη δίνη κεκαλυμμένων παρορμήσεων βρεθήκατε να υποκλίνεστε με κείνο το αόρατο νυφικό- απατηλός χορός του Ησαΐα

II.
Κι ήταν που δεν σας άρεσε το ταγκό … θα κολυμπούσαμε στην ιστορία σαν δυο αθάνατοι κύκνοι
III.
Θα ήμουν αγενής αν δεν ομολογούσα πως είμαι ο εσταυρωμένος των ματιών σας

Βέροια, Ιούλιος 2016

***

Ο σπουδαίος ποιητής

Σε όλες τις συνάξεις με το άγχος της επιβεβαίωσης
ανάμεσα σε ομότεχνους να εκμαιεύσει
έστω κι ένα νεύμα θετικό
μα όταν κρυφάκουσε από έναν κριτικό λογοτεχνίας, πως:
«η ανάγκη του για αναγνώριση
μας κάνει να παραδεχόμαστε δημόσια
πως ίσα-ίσα καταφέρνει να επιπλέει
στα ρηχά νερά της μετριότητας»
στάθηκε απέναντι στον καθρέφτη
απαγγέλλοντας το τελευταίο του ποίημα
και με όση πνοή του είχε απομείνει
πήρε ένα σφυρί και θρυμμάτισε το είδωλό του

Το δύσκολο έργο του ιατροδικαστή
επέτειναν τα σκόρπια θρύψαλα μιας
κατά τα άλλα αδιάφορης γραφής

*Από τη συλλογή «Πινακοθήκη ψευδαισθήσεων», Εκδόσεις Ενύπνιο, 2020.

Μιλένα Σπανού, Ενέχυρο φορτίο

Στο συκοφαντημένο δρομολόγιο ανέβηκαν μόνοι οι τελευταίοι αποχαιρετισμοί
Ενέχυρο φορτίο
μιας πεισματικά αβάπτιστης επιστροφής
Άδεια κινήσαν τα βαγόνια
με τους επιβάτες στοιχισμένους στην πλατφόρμα
να σφυρίζουν συντονισμένοι
με τις παλάμες τους
σ’ οστράκου σπείρα
Με ρόλους φορεμένους
άλλοι σταθμάρχη
άλλοι κλειδούχου
και άλλοι συγγενών
Στο πέτο έχοντας καρφιτσωμένη
την ίδια
Όλοι
κονκάρδα
Ανώνυμοι Αναμάρτητοι

24/3/ 2020
http://milenaphotopoetry.wordpress.com/