ένα έτσι, 4774

Κωλοχανείο.
Η αθανασία είναι ένα κενό γράμμα.
Άντε βρες ποιος το ‘πε κι αυτό.

Εγώ είμαι πιο σημαντικός από μένα.

Κάθε τι που σπάει αναδημιουργεί τον χρόνο.
Η ποίηση μου διατηρεί το άλλοθι της απόστασής μας.
Ένα έτσι, φάε γιουβέτσι.

Προσπαθώ να σε αγαπώ αλλά δεν ξέρω αν υπάρχω.
Πάλι, τρεις μόλις μπύρες είναι πιο σημαντικές από μένα.

Φυσάει, αλλά δεν ξέρω πως προφέρεται.
Ρίξτε έναν ωκεανό στις στάχτες μου.
Χτίστε μια διώρυγα στην καρδιά μου.
Να περνάνε οι μέρες κι οι φίλοι δίχως θυμίαμα.

Μακάρια η βροχή του οινοπνεύματος.
Γιατί αυτή είναι η παραγκούπολη των ουρανών.

Μπλα, μπλα, μπλα, μου χεις λείψει, γαμημένα όλα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2020/06/05/4774/
**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι δική μας επιλογή.

Θανάσης Παπαδημητρίου, Χωρίς Τίτλο

Καλά που βάλαμε τη γρήγορη σύνδεση στο διαδίκτυο.
Είναι ένας τρόπος να διαπιστώνουμε ταχύτατα,
περιδιαβαίνοντας τις αγγελίες εργασίας,
την ανεπάρκεια.
Και την κατάντια των επιλογών μας.

Η αγορά ορίζει τη ζωή και την τιμή σου.

Φυλάξου.

Στα βαγόνια μυρίζει θάλαμος αναμονής νοσοκομείου
Μασκοφόροι ελεγκτές και μασκοφόροι επιβάτες
Μια μάσκα από γκράφιτι
στου τραίνου τη μουσούδα

Πόρτες αυτόματες,
κάρτες ανέπαφες,
έρωτας αντισηπτικός.
Δουλειά,
οικονομία,
κατανάλωση.

Επαναλάβατε με την συνέπεια των επιθέτων:
Εξοντωτική δουλειά,
ισχνή οικονομία,
σχολαστική κατανάλωση.

Με κρύα ντους
και χλιαρούς ηδονισμούς.
Ώς να καταναλώσουμε
κι αυτόν τον εαυτό μας.

Αιγάλεω, Ιούνης 2020

George Oppen, Πέντε ποιήματα

6. Επετειακό ποίημα

“το γραφικό
κοινό οικόπεδο” το αδικαιολόγητο φως
ΕκεΓ που ο καθένας έχει πάει
Το ίδιο έδαφος του μονοπατιού
Και τα σκουπίδια γίνονται αρχαία
Η τσακισμένη άκρη του φτυαριού
Σαν του οποιουδήποτε όνδρα
Μας βασανίζει η δυσπιστία
Μας βασανίζουν τα σημαδεμένα πράγματα
Γίνονται οικεία
Γίνονται ακραία
Ασε τη λύπη
Να είναι
Για να είναι δίκιά μας
Ούτε να κρύψει τα μάτια κανενός
Καθώς η παλίρροια πέφτει στα ακρογιάλια των κυμάτων
Και έτσι εγκαταλείπει τον καθένα
-Μη τυχόν υπάρξει τίποτα
Η Ινδιάνα που διασχίζει την έρημο,
το ηλιόψαρο κάτω από τη βάρκα
Πώς να πούμε πώς αυτό έγινε, αυτές οι ιστορίες, οι ιστορίες μας
Έκταση, τίποτ’ άλλο παρά κοινό μέγεθος, ένα είδος απολύτρωσης
Εκτεθειμένα ασάλευτα και κοφτερά στους λόφους του Σαν Φρανσίσκο
Χρόνος και βάθος εμπρός μας, παράδεισος του πραγματικού, εμείς γνωρίζουμε τι είναι
Το να βρεις τώρα το βάθος, όχι το χρόνο, επειδή δεν μπορούμε, αλλά βάθος
Να βγούμε ασφαλείς, να τελειώσουμε καλά
Έχουμε αρχίσει να λέμε αντίο
Ο ένας στον άλλο
Και δεν μπορούμε να το πούμε

7. Γεωγραφικό πλάτος, γεωγραφικό μήκος

ανεβήκαμε από το δρόμο και βρήκαμε
πάνω από τα λουλούδια στου βουνού
την άγρια κορυφή μια μέλισσα κίτρινη
και βαριά σαν

γύρη στο βουνίσιο
αέρα αδύνατα πόδια στραβά
κρεμασμένα αν θα μπορούσαμε

να βρούμε όλα
τα στοιχεία της φουρτούνας τι μήνυμα
υπάρχει για μας σ’ αυτά
τα γυαλιστερά μπουκάλια ο Εγκυκλοπαιδιστής

έκανε λάθος έκανε λάθος πολλά πράγματα
τόσο ανόητα
για να τραγουδιστούν
μπορεί να ειπωθεί πως αυτό
το γεγονός ερμηνεύει

την ποίηση

8. Η χειρονομία

Η ερώτηση είναι: πώς κρατάει κανείς το μήλο
Που τα αρέσουν τα μήλα

Και πώς πιάνει κανείς
Τη βρωμιά; Η ερώτηση είναι

Πώς κρατάει κανείς κάτι
Στο νου το οποίο σκοπεύει

Να αδράξει και πώς ο πωλητής
κρατάει ένα μπιχλιμπίδι που σκοπεύει

Να πουλήσει; Η ερώτηση είναι
Πότε δεν 0α υπάρχουν εκατό

Ποιητές που 0α παρανοήσουν αυτή τη χειρονομία
Για ένα ύφος.

9. Οι μορφές της αγάπης

Αραγμένοι στους αγρούς
Όλη νύχτα
Τόσα πολλά χρόνια πριν,
Είδαμε
Μια λίμνη δίπλα μας
Όταν το φεγγάρι ανέβηκε.
Θυμάμαι
Αφήνοντας αυτό το αρχαίο αυτοκίνητο
Μαζί. Θυμάμαι
Να στεκόμαστε στο λευκό χορτάρι
Δίπλα του. Ψηλαφίσαμε
Το δρόμο μας μαζί
Κατηφορικά στο αστραφτερό
Απίστευτο φως
Αρχίζοντας να αναρωτιόμαστε
Εάν θα μπορούσε να ήταν λίμνη
Ή ομίχλη
Που είδαμε, τα κεφάλια μας
Αντηχώντας κάτω απ’ τ’ άστρα περπατήσαμε
Μέχρι εκεί που 0α είχαν βραχεί τα πόδια μας
Εάν θα υπήρχε νερό

10. Δωμάτιο αγοριού

Ένας φίλος είδε τα δωμάτια
Του Κητς και του Σέλλεϋ
Στη λίμνη, και είδε “δεν ήταν παρά
Δωμάτια αγοριών” και συγκινήθηκε

Απ’ αυτό. Και πράγματι το δωμάτιο ενός ποιητή
Είναι ένα δωμάτιο αγοριού
Και υποθέτω ότι οι γυναίκες το ξέρουν.

Ίσως ο αν-όμορφος τραπεζικός
Είναι συναρπαστικός για μια γυναίκα, ένας άνδρας
Όχι ένα αγόρι που λαχανιάζει
Πάνω από ένα κορμί κοριτσιού.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Δήν”, τεύχος 6, άνοιξη 1998. Σελ. 56-59. Μετάφραση: Δημήτρης Αλεξάκης.

Μιχαήλ Μήτρας, Διαδικασία Παρα-γραφής ή το τέλος της αφηγηματικής Λογοτεχνίας

*Από το περιοδικό “Τράμ”, Δεύτερη Διαδρομή, δεύτερο τεύχος, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1976.

Yiannis Livadas, Two poems

Kelifus

When I write I set time in its place.

If you see me fall asleep jog me
With your whole soul.
But now into the foreword
Of this marvelous luck
I linger to a
Phenomenal and accountable patent.

Life’s identical
Nape reversed;
Above most
The halo as it wanes
Over the pores of a raging
Sky-high embrace.

The known and unknown things
Between being alive
Or dead;
You live both undivided.

Time makes poetry superior than time:
Poetry proves life superior than itself.

Devil’s horn.
There is a muck that discovers you.

I’ll seeing you.

***

Unsecured

Let the forms be ignored. Whatever they may be.

Currently during sorpe
unconscious override
a ceasing vibration of a scene
while time
accepting the figurehead of my existence
speculates on the vaudeville of poetry.

The misconceptions that leave you staggered;
extend me.

Do not take so personally
the pointless affliction
of the miserable silence
the massive night.

This morning the uneven Malebranche Street
leads to that; for which you could kill me
in order to describe it.
I’ll be seeing you.

*From the collection “My Bones In The Soup Of My Grave”, Ragged Lion Press 2019.

Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Δύο ποιήματα

Το Ντιλ

Από πίσω ακούς τον ήχο-
ταμειακές μηχανές να περιμένουν
ξαναμμένες
σαν στυλ χωρίς ουσία.

Παγιδευμένοι σ’ έναν προθάλαμο
κάποιοι τρελοί κρατάνε αναμμένη τη φωτιά
κι άλλοι με έντεχνες πόζες
περιμένουν να γίνουν αφού
τώρα επιβάλλεται η σπατάλη
ενέργειας για τη συντήρηση μονάχα μιας
από τις διακόσιες μηχανές
που βαράνε χίλια και φτάνουν στο φουλ.

Ιλιγγιώδης ρυθμός
μονάδες παραγωγής και κατανάλωσης
κυνηγοί του τίποτα
φωτεινές επιγραφές και πινακίδες που φωνάζουν.

Το μόνο δώρο ο χρόνος
να μην μπορείς να κάνεις αλλιώς.

***

Η ρίζα του γρασιδιού

Ο κος Σίσυφος
Βερολινέζος Βερσαλλιώτης
γλυκός μας ταξιδιώτης
μα άναρχος καλεσμένος
κάθεται πάνω στην ώρα
μιας ωριαίας πρωίας
να ξεπεζέψει·
μα μαγκώνεται
στέκει κοιτάζεται
παραμιλά και λιώνει
μέσα στις συνθήκες του κόσμου
που του στέρησαν την ελευθερία της επιλογής.
Τώρα πια
μήτε ονοματίζει
μήτε φαντάζεται
και έτσι τραγικά
το τέλος επέρχεται
έξαφνα
σαν μαχαίρι
ξερνώντας τους στίχους:
«Στο Παρίσι και στη Θήβα
στις εφτά πύλες απάνω
κάθονται οι Πολυνείκεις
οι Αντιγόνες από κάτω».

*Από τη συλλογή «ρακοσυλλέκτης χρόνος», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2015.

John Tomlinson, Chain Gang

Work for the dole
well “Bless my sole”
what an interesting idea.
You would have thought
that someone ought
to have thought
of that
before this year.
Didn’t they try to do it in 1929?
Wasn’t it then the susso scheme?
When men had to leave their families
to go the great out back?

It was the stamp of feet
on the dusty street,
which ensured that they would eat.
The susso was what it was called
and civilised folks were quite appalled
that men were forced from town to town,
with a swag upon their back
and an old com sack,
as they headed for the great out back.

They have a scheme just like it
for those who are born black;
they work from home,
aren’t forced to roam,
’cause they live in the great out back.
Of cause we only pay a pittance,
a charitable remittance,
but what do you expect in the country
when you live so far from town.

The one good thing I have to say
is government has promised it will pay
three dollars an hour for a twenty hour week.
Now that is the going rate.
Dole bludgers don’t be late!!!
It will only apply only to the young,
and of course the rural poor,
and run down areas of cities
where unemployment is a running sore.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

ΝΟΜΠΕΛ

Ας χαμηλώσουν τα φώτα

Μπορούμε να αρχίσουμε
παρότι εκ της κοπτοραπτικής πολλαπλώς εβασανίσθην
Να παραδοθούμε στα πριονιστήρια
έχοντας από χρόνια συλλέξει
μια καλοχτενισμένη ευτυχία,
ψαλίδια ν’ αγαπήσουμε
στο ανολοκλήρωτο και στο λειψό
να πλέξουμε τις άλλες εκδοχές
Μπορούμε να χαρίζουμε
για τις αργίες και τις Κυριακές
από μια βάρκα στον καθένα
να βγαίνει το απόβραδο ρομάντζα να γιορτάζει
Στην τελική
Μπορούμε όλοι να πάμε να πνιγούμε

Η Μαργαρίτα θα κόψει τα μαλλιά της
Αύριο θα ξαναγεννηθεί αγόρι
Κανείς δεν θα μάθει το φοβερό μυστικό του μήνα Απρίλη
Πως το φεγγάρι παραμένει τρυφερό
Ακόμη και στη χάση του.

***

ΥΔΑΤΟΣΤΕΓΗΣ

Στον Μάξιμο Οσύρο

Πρέπει, να προχωρήσεις πέρα απ’ τις γκριμάτσες του τρελού
με τα δεμένα χέρια και τ’ ολονύκτιο
βογκητό του μονοπόδαρου
Να φτάσεις στα βαθιά φυλλώματα Εκεί
όπου πλαγιάζουν
όσοι ποτέ τους δεν μας πόνεσαν
γι’ αυτό και τους ξεχάσαμε

Πουλάω το νερό των θαλασσμένων τοίχων.
Βροχή ή έρως ξαφνικός
Κάποια μέρα θα ’ρθω να σε βρω
Θα πάω γυρεύοντας δηλαδή
Μέσα από τ’ αυτί μιας ψιχάλας. Άκου τώρα ξανά:
Με λένε Ειρήνη, Γένος ανυπεράσπιστο.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2017.

Ρογήρος Δέξτερ, Στην γκιόστρα

(και πάλι)
για καμιά τιποτένια

Σου στέλνω λόγια πως δε θα γυρίσω
Ίσως με βρουν στο δρόμο χίλια σπαθιά
Και στην πλάτη βέλη χιλιάδες
Οιωνοί που θα σπαράξουν τη σάρκα
Αφού σωριαστώ
Θεριά σα βράχια που κόβουν όλα τα περάσματα
Γι’ αυτό σου στέλνω λόγο
Μ’ ένα φτερό πουλιού που κελάηδησε
Χωρίς να μπορέσω ο τυφλός ν’ακούσω το μήνυμά του
Δυο μέρες και δυο νύχτες
Δε θα γυρίσω ποτέ στη χαμένη μάχη•
Καλύτερα
Τα όρνια που με τριγυρίζουν από τα ψηλά χρόνια
Να βγάλουν όσα είδαν τα μάτια μου
Πάνω στα σύννεφα
Αν κάποτε λοιπόν γυρίσω
Ο μαθημένος στα ίδια λάθη εις τους αιώνες•
Μέχρι τότε περίμενε
Και περίμενε
Τα χρώματα που αγαπάς τής Νύμφης στα λιβάδια
Το κόκκινο τού τριαντάφυλλου
Το πράσινο τής φυλλωσιάς
Το χρυσαφί από τα μαλλιά σου
Που πλέκεις και ξεπλέκεις
Σαν από στάχυα θημωνιές όταν φυσούν
Των βουνών ο άνεμος
Και το θαλασσάκι στο ακρογιάλι•

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης στιγμιότυπο από την ταινία “Πρωινή περίπολος” του Ν. Νικολαΐδη.

Ειρήνη Παραδεισανού, Με τα χέρια σε όρθιο καημό

Την πέτρα που κουβαλώ στο βραχνό στήθος
μου δίνουν μαντζούνια να σπάσω.
Με συμβουλεύουν με λόγια γεμάτα αγάπη.
Να τη βαστώ πιο χαμηλά
να τη χωνέψω ευχάριστα
με χάπια.
Σχοινιά να ράψουν το χαμόγελο στις άκριες των χειλιών μου.
Σχοινιά να με κρατήσουν όρθια
σε λάσπη που κινείται.

Σχοινιά να στήσουνε το χέρι μου
σε μακαρία στάση
χαιρετισμού στην τύφλα μου
και στο ραμμένο στόμα.

(2)
Τώρα στέκω στην ακμή του κύματος.
Ακροβατώ στο πονεμένο πόδι.
Και παλεύω να φτύσω το χώμα
που μου στόμωσε τα σπλάχνα.

(3)
Σας κοιτώ
μικρά μου χωνεμένα κάρβουνα
και δεν το θέλω να σας σβήσω.

Να γίνω πέτρα θέλω πυρωμένη
ν’ αντέχω τα χτυπήματα του πλάστη

και να σας δώσω τη φωτιά
ν’ αναστηθείτε.

(4)
Αυτός που είπε Προμηθέα το μυρμήγκι
κι ακούμπησε τραχιά την όψη του στο χώμα
στέκει αντίκρυ και με δείχνει
με τα χέρια διπλωμένα στο στέρνο
και τη φωνή
χαλίκι μπερδεμένο στα σχοινιά.

Λέει πως είναι φύλακας
της άγριας πεθυμιάς για μέρες άσπρες
που θα λικνίζουν το κορμί
στο ντέφι του καιρού
θα σιγοκαίνε σαν λαμπάδες από αλάτι
και σιγανά θα λιώνουν
στο στήθος του ασημιού.

Κι αν σου’ παν πως απόθανε
σε μιας στροφής το γέρμα

μην τους πιστέψεις.

Είναι στητός στο χώμα
με τα χέρια σε όρθιο καημό
και τα πόδια του δέντρα.

*Πρώτη δημοσίευση: http://artinews.gr/%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B1-%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CE%B5-%CF%8C%CF%81%CE%B8%CE%B9%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B7%CE%BC%CF%8C.html

**Εμείς το πήραμε από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com/2020/05/blog-post_29.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29