Ένα κανάρι έμπλεξε μες στα μαλλιά μου κι οι μυγδαλιές εράντισαν όλα τους τα λουλούδια. Ίσως να ’μαστε αθωότεροι κι από ένα καναρίνι, αγνοί όμως δεν είμαστε. Κι όλα τ’ άρμπουρα να λύσω, κι όλες τις μέδουσες να σκοτώσω, πάλι ο εαυτός μου θα ’ναι μια εξορία. Α! α! α! ελάτε να πούμε το τραγούδι που ποτέ δε σβήνει – τον ψίθυρο της αγράμπελης όταν χαϊδεύεται με τις σκιές, το σάλο της φάλαινας όταν ’ξωριχτεί και σωθούνε τα μικρά της, τον ύμνο της ζωής μας όταν χάνεται, και βρούμε την καρδιά μας. Τι να τους κάνω τους καημούς, τους οίστρους, τα μεράκια; ο ήλιος μία τροχιά ακολουθεί μονάχα. Κάποτε θ’ ανοίξω τα βλέφαρά μου και τα σκέλη μου, για να δεχθώ τη βροχή. Θ’ ανοίξω και τους δρόμους που μου ’φραξαν οι αντιστάσεις μου. Ναι. Ό,τι δεν φθάνει το χέρι, το ξεπερνάει η καρδιά μας.
*Από τη συλλογή “Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης” (1944). Το ποίημα το πήραμε από το συλλογικό τόμο ποιήματα 1944-1985, Εκδόσεις Ίκαρος; 2021.
Όμορφη και γλυκιά παλεύει η μοίρα μου με τα κατακάθια του καφέ το αύριο κρέμεται σα χριστουγεννιάτικη μπάλα Μπορεί από καπνό κι αλάτι μπορεί από κρύσταλλο
ως τότε λούζομαι στους ατμούς της αγάπης και δεν ελπίζω να έχει διάρκεια
Δε θα γεννήσουμε μαζί τα παιδιά μας είπες κάποτε και το φως μαραίνεται στο ταβάνι Όλοι οι ποιητές μιλούν για το φως για να κρύβουν όσα φαίνονται
Μου φτάνει το φεγγάρι και η θάλασσα μέσα της ένα τραπέζι και δύο καρέκλες τα πόδια των αντικειμένων να είναι βυθισμένα ως τη μέση στο νερό
στο τραπέζι ένα ποτήρι ένα χέρι θα το γεμίζει μ’ αυτό θα αδειάζει στον ίδιο χρόνο κι ένας ψυχίατρος θα τρέξει
να ερμηνεύει τα σύμβολα
*Από την συλλογή «Η Σκουριά του Μεγαλέξανδρου» (1978)
*
Η ψυχοσώστης
Πήρε το καλαθάκι της και τράβηξε στις λάσπες βουτώντας τα χέρια και ανασύροντας κάτι εδώ κι εκεί
Στεκόμασταν κι εμείς στην άκρη της λάσπης συζητώντας ψάχνοντας που και που μπροστά μας δίχως ζήλο
Όσο που σήκωσα τα μάτια και την είδα σεμνή φιγούρα στα χρώματα του δειλινού που υποχωρούσε
Τότε έλαμψε πόσο πάθος είχε για τη δουλειά της · πόση αγάπη
Πότε προχώρησε; Πότε όλα της έγιναν απόμακρα η παρέα, τα απομεινάρια της χτεσινής γιορτής;
Ξεχώρισε από όλους μας – ερασιτέχνες Το πάθος της δουλειάς της την έφερε ως την γάμπα στα νερά
Distances streams at my throat and the close-flamed trees topple softly backwards on the unseen pile along the sky’s long, cold bar an aluminium leaf floats evenly to the moon’s bleached statement;
you, danger says drily, and the eyes tars to the cooling stripe, the drum hoboes beneath the fender, and the bloody messed of the mornin g highway cry alas, alas
Αποστάσεις ρέουν στο λαιμό μου και τα δέντρα με τις πυκνές φλόγες γέρνουν απαλά προς τα πίσω πάνω στον αόρατο σωρό κατά μήκος της μακράς, κρύας γραμμής του ουρανού ένα φύλλο αλουμινίου αιωρείται ομοιόμορφα προς τη λευκή δήλωση του φεγγαριού.
εσύ, λέει ξηρά ο κίνδυνος, και τα μάτια κολλάνε στην ψυχρή λωρίδα, τα τύμπανα των αλήτων κάτω από το φτερό, και το αιματηρό χάος του πρωινού αυτοκινητόδρομου φωνάζουν αλίμονο, αλίμονο
Σε ποιο στρατόπεδο ανήκω εγώ; Αυτοί που ήξερα, αυτοί που με ήξεραν Τους κρέμασαν στα δέντρα Αυτοί που ήξερα τους στείλαν στο απόσπασμα Άλλους τους πέθαναν στα μακρινά νησιά Τώρα με ξέρουν εκείνοι που δεν έχουν μνήμη, Δεν έχουν οίκτο Τώρα βαδίζω ανάμεσα σ’ αυτούς Που δεν είχαν ποτέ οίκτο
Μαύρισε το σφυρί που χτύπαγε πάνω στο ύφασμα Η μυρωδιά από νωτισμένο χώμα ποτέ πια δεν θα φύγει Κι όμως, είμαι γαλήνια Ο ίδιος αέρας μας τυλίγει Ας μην με βλέπεις – είμαι εδώ σε μια φωτογραφία γενεθλίων σε ένα γέλιο παρατεταμένο· στη γεύση του μεσημεριανού της Κυριακής Αν σκοτεινιάσει η ανάσα σου απ’ όσους στέρησαν τη δική μου στην ίδια φυλακή δεν θα αντέξω να σε βλέπω Να μην φοβάσαι άλλο Στους ψίθυρους σε περιμένω
*
Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ
στον Παναγιωτάκη
Διέταξαν την άμεση εκταφή μου Ήμουν το πέμπτο θύμα αυτών που έκριναν τα αίτια φυσικά Όσο με ταλαιπώρησε αυτή η προδοσία μια αισιοδοξία διαφάνηκε στα χείλη των φλύαρων προσκυνητών Στη φόνισσα ταΐζαν τρούφα κόκκινη να κάνει το γέλιο της ζωής της Αγαπημένοι μου συμμαθητές σας ρούφηξε η κοινοτοπία Το νταλαβέρι στις οθόνες είναι εθιστικό
Φτιάξτε μου, τώρα, τον μαρμάρινο σταυρό Του χτες τα ζάρια αν δεν ήτανε φτυσμένα φτύστε τον κόρφο σας ν’ αποκαλυφθεί η εκτέλεση
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Ο Πασχάλης Κατσίκας (Reutlingen της Γερμανίας, 1971), κατάγεται από την Κίρκη του Έβρου και ζει στην Κομοτηνή. Είναι υπεύθυνος της Βιβλιοθήκης του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, συντάκτης στα περιοδικά Εξιτήριον, Λογοτεχνικό Δελτίο και μέλος του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα ηλεκτρονικά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά, στην εφημερίδα Παρατηρητής της Θράκης, έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά, ιταλικά, γερμανικά και αγγλικά. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Τεταρτημόρια (Παρατηρητής της Θράκης, 2019), Ρετάλια (Γράφημα, 2020), Το κοιμώμενο τσίρκο (Εξιτήριον, free e-book, 2021 & Ιδιωτική έκδοση), Τα κόκκινα πουλιά (Δρόμων, 2022), Νήσος Κίρκη (Δρόμων, 2024). Η ανθολογία ποιημάτων του «Σπίρτα στο σκοτάδι» (Cerillas en la oscuridad) κυκλοφόρησε στα ισπανικά από τις εκδόσεις Padilla Libros (Sevilla, 2025) σε μετάφραση του Jose Antonio Moreno Jurado.
Νύχτα ενός Ιουλίου, εργάτες κοιμούνται υπό το σεληνόφως, περιστέρια πίσω από τα βλέφαρα των οφθαλμών μου κρύβονται, τα όνειρά μου από τον μιναρέ της σιγής πέφτουν και λέω στον εαυτό μου: δεν είμαστε τίποτα παρά παιχνίδι για τον τόπο και τον χρόνο…
Άλλη νύχτα ενός Ιουλίου, εργάτες υπό το σεληνόφως κοιμισμένοι, τα βλέφαρά μου τόσο βαριά όσο εκείνο το κτίριο που πάνω του είμαστε ξαπλωμένοι, σκέπτομαι τις παραπλανητικές σχέσεις, τους φθηνούς λόγους, το τραύμα του ανόητου γέλιου, λέω στον εαυτό μου: η ζωή ρεύει με την φλέβα που υπομένει…
ζόρικες τάξεις θυμάμαι τα βιβλία του δασκάλου στη σκονισμένη έδρα κορνίζες ηρώων
την εθνική επέτειο εκείνη την κρύα μέρα στο Διδυμότειχο οι επίσημοι να πηγαινοέρχονται κι εγώ να κρατώ ένα βιβλίο με ποιήματα
τις μοναχικές βόλτες στο Καρλόβασι -τότε τα χρειάστηκα- το «γραμμένο στη βροχή» μια νύχτα του Γενάρη τα όνειρα πάνω απ’ τα φωτοτυπημένα ποιήματα το κρασί στο άδειο τραπέζι στον καφενέ του Σκόρμπου
εσένα θυμάμαι να μου λες να ανοιχτώ τη σοφίτα σου με τα βιβλία και ένα ταξίδι που δεν άρχισε
όταν στα δεκαοχτώ νόμιζα πως ένα και μόνο ποίημα θα τ’ άλλαζε όλα
απέναντι στην λέξη σκοτάδι αναβοσβήνει ο καλύτερός μου φίλος
βαριέμαι να σηκωθώ από τον καναπέ και να πέσω για χάρη του στο κενό
θα αφήσω το φεγγάρι να πληθαίνει μέχρι να ξεβραστούμε κι οι δυο στο ασπράδι των αποσβολωμένων μας ματιών
*
την πρώτη φορά που χάθηκα πίστεψα πως έπαψα πια να είμαι παιδί χρειάστηκε να επαναληφθεί αμέτρητες φορές για να μάθω τελικά πως το σκοτάδι είναι η μυστική πόρτα από την οποία πάντοτε επιστρέφουμε στην αγνή μας καρδιά την πρώτη φορά που έχασα έναν φίλο ήξερα πως έχω πια ενηλικιωθεί έκτοτε μεγαλώνω σαν άντρας σε έναν κόσμο αντρών γερνάω σαν άντρας