I
Στη σειρά καθόμαστε και περιμένουμε:
έτοιμες οι βαλίτσες, οι αποσκευές.
Βλέπεις την ώρα, βηματίζεις,
όλο αναμονή ’σαι, ανησυχία,
κι οι μελλοντικοί σύντροφοι, όλοι
σιωπηλοί, μοναχικοί, σαν χαμένοι
μέσα τους, μιλούνε και στη στιγμή
αισθάνεσαι στην αδιάκοπη απουσία:
μόνοι, πικροί και σαν υπνωτισμένοι.
II
Δεν σε αρνούμαι, ζωή, με όσα κι αν φέρνεις
όμως πολύ, με θάνατο, μου έρχεσαι αλλοιωμένη.
Πολλές παραχωρήσεις έκαμα, δείχτηκ’ απέναντί σου
συγκαταβατικός, στην οδύνη κατεύνεσα,
αγάπησα σχεδόν τούτους τους στενούς
λασπωμένους δρόμους, τη νύχτα, την ομίχλη και τα τρωκτικά –
όμως μη με εξαντλείς, στο έσχατο
μη με φέρνεις σημείο.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Lola Ridge, Freedom / Ελευθερία
Let men be free!
All violence is but the agony
Of caged things fighting blindly for the right
To be and breathe and burn their little hour.
Bare spirits—not debight
In smooth-set garments of philosophy;
But near earth forces, elemental, crude,
Scarce knowing their invicible, rude power;
Within the close of their primeval servitude
Half comatose.
Who, ravening for their depleted dower
Of so much sun and air and warmth and food,
And the same right to procreate and love
As the beasts have and the birds,
Strike wild—not having words
To parry with—at the cold force above.
Let men be free!
Hate is the price
Of servitude, paid covertly; and vice
But the unclean recoil of tortured flesh
Whipped through the centuries within a mesh
Spun out of priestly art.
Oh men, arise, be free!—Who breaks one bar
Of tyranny in this so bitter star
Has cleansed its bitterness in part.
Ελευθερία
Αφήστε τους ανθρώπους να είναι ελεύθεροι!
Όλη η βία δεν είναι παρά η αγωνία
των εγκλωβισμένων πραγμάτων
που παλεύουν τυφλά για το δικαίωμα
να είναι και να αναπνέουν και να καίνε τη μικρή τους ώρα.
Γυμνά πνεύματα -όχι νυχτωμένα σε λείες ενδυμασίες φιλοσοφίας-
αλλά κοντά σε γήινες δυνάμεις, στοιχειώδεις, ακατέργαστες,
που μόλις που γνωρίζουν την αδιόρατη, άγρια δύναμή τους-
μέσα στο κλείσιμο της αρχέγονης δουλείας τους
μισοκοιμισμένα.
Οι οποίοι, αδηφάγα για την εξαντλημένη τους προίκα
Τόσο πολύ ήλιο και αέρα και ζεστασιά και τροφή,
και το ίδιο δικαίωμα στην αναπαραγωγή και την αγάπη
που έχουν τα θηρία και τα πουλιά,
χτυπούν άγρια -χωρίς να έχουν λόγια να παλέψουν-
την ψυχρή δύναμη των επάνω.
Αφήστε τους ανθρώπους να είναι ελεύθεροι!
Το μίσος είναι το τίμημα
της δουλείας, που πληρώνεται κρυφά-
και η βλακεία δεν είναι παρά η ακάθαρτη ανάκρουση
της βασανισμένης σάρκας
που μαστιγώνεται μέσα στους αιώνες
μέσα σε ένα πλέγμα που έχει δημιουργηθεί από την ιερατική τέχνη.
Όποιος σπάσει έστω και μια μπάρα της τυραννίας
σ’ αυτό το τόσο πικρό αστέρι,
έχει καθαρίσει εν μέρει την πίκρα του.
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Στέλιος Καραγιάννης, Οι μυθογράφοι / Los mitografos
Έμενα τότε στο πιο σκοτεινό διαμέρισμα
του ποιήματος –και για να μην παρεξηγηθώ–
εννοώ το παράξενο ποίημα
που δεν έγραψα ακόμα·
τα βράδια έρχονταν απρόσμενα
οι φίλοι μου οι ταξιδεμένοι,
ανάμεσα σ’ αυτούς
κι ο Οδυσσέας.
Φορούσε πάντοτε ένα
ξεφτισμένο ένδυμα –δε σκέφτηκα ποτέ μου
το γιατί– ριχνόταν λοιπόν
απογοητευμένος
σε μια πολυθρόνα κι άρχιζε να καπνίζει
με μανία το τσιγάρο του.
Γιατί να με βασανίζεις
τις νύχτες –μου έλεγε– μ’ αυτές τις φανταστικές
ιστορίες σου,
άσε επιτέλους να ζήσω κι εγώ,
τη δική μου ζωή την αληθινή.
Όσο για μένα βέβαια, καθόλου δεν
τον άκουγα· σαν μαγεμένος του μιλούσα
για τον Τέννυσον, τον Τζόυς, τον Καβάφη.
Μη με μπερδεύεις άλλο με τους μυθογράφους –μου έλεγε–
αυτοί μου καταστρέψαν τη ζωή.
Los mitografos
Vivía entonces en el piso más oscuro
del poema –y para que no se me malinterprete−
quiero decir del extraño poema
que aún no he escrito;
por las noches llegaban imprevisibles
mis amigos los viajeros,
entre ellos
también Odiseo.
Llevaba siempre una
Indumentaria deshilachada –no pensé jamás
en el motivo −se echaba entonces
frustrado
en un sillón y empezaba a fumar
con ansia su cigarrillo.
Por qué me atormentas
por las noches con estas historias
fantásticas tuyas −me decía−,
deja por fin que viva también
yo mi propia vida, la verdadera.
En cuanto a mí, por supuesto, no lo escuchaba
en absoluto; como hechizado le hablaba
de Tennyson, de Joyce, de Cavafis.
No me confundas más con los mitógrafos, me decía,
ellos han arruinado mi vida.
*Μετάφραση στα ισπανικά: José Antonio Moreno Jurado.
Karayanis, Stelios (1956).
Poemas/ Stelios Karayanis–1ª ed.–
Coedición | EntreTmas Revista Digital & Agulha Revista de Cultura, 2025.
52 p. 21 x 14 cm.
Αντωνία Μποτονάκη, Τρία ποιήματα
ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ
Δε μου επιτρέπεται να πίνω
Έχω ευάλωτο συκώτι
Ούτε και να καπνίζω
Οι πνεύμονες μου είναι κι αυτοί ευάλωτοι
Δε μου επιτρέπεται η χρήση ψυχοτρόπων
Αναζωπυρώνουν την επιθυμία αυτοχειρίας
Ούτε να σκαρφαλώνω στην πλαγιά
Να κολυμπώ στην κρύα βραχώδη θάλασσα
Μου επιτρέπεται το τζιν και η μπύρα χωρίς αλκοόλ
Να ατμίζω γλυκερίνη
Να καταπίνω ζάναξ
Να περπατώ στον κυλιόμενο διάδρομο
με ελαφρά μόνο κλίση
Να κολυμπώ στην ουροδόχο μέσα κύστη
της Δευτέρας
της Τρίτης
της Τετάρτης
της Πέμπτης
της Παρασκευής
του Σαββάτου
Τις Κυριακές
σηκώνω τα νεκρά παιδιά μου
ούτε ένα, ούτε δύο –έξι παιδιά– κοτζάμ δυο μέτρα
Τα πλένω, τα χτενίζω
Τους βάζω τα καλά τους
Τραπέζι στρώνω
Καταμεσής μια πέτρα παγωμένη
Κι ολόγυρα
Κριθάρι, κουκιά, λούπινα
Κανείς να μην αναστηθεί
Τους παραγγέλνω
*
ΑΤΡΟΠΟΣ
Τέτοιο μπουρίνι μανιασμένο που σηκώθηκε,
μεσονυχτίς,
που έδωσε μια
κι άνοιξε διάπλατη την πόρτα στο σκοτίδι.
Σκιάχτηκε το σκυλί
κι όρμησε μες στη νύχτα
(κι ούτε που ξαναφάνηκε).
– Μου ’πεσε κι άνοιξε κι αυτό,
μονολογούσε η λεχώνα οργισμένη,
στα θηλυκά τα σκέλια του νεογέννητου θωρώντας
τη ροδαλή πληγή, τη σχάση
κι έδενε κόμπο τ’ άντερο, τον λώρο.
Θηλιά να πεις, θηλιά
Ύστερα, χωρίς να περιμένει νύχτες τρεις,
τις άλλες δυο
τις μοίρες λέω
μονάχη αυτή και μοίρανε και μοίρασε.
Να ’μαι λοιπόν.
Μια ακόμα θηλυκιά.
Ίδια, όπως οι προβατίνες, οι αγελάδες και οι σκύλες.
Κι ολόιδια, όπως αυτές,
δεν επιτρέπεται να τρώω τσάμπα το ψωμί μου.
Ξανθιά.
Πάει να πει: τα θέλει ο κώλος μου.
Κακότροπη κι αυθάδης
*
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Αυτόπτης μάρτυρας των κεραυνών
Μου λείπουν
οι μακρόσυρτες βροντές, το ξυπόλητο ποδοβολητό
της βροχής, η μυρωδιά απ’ τα φρύγανα της πλαγιάς.
Οι φωνές του γερακιού, της πέρδικας, του κοτσυφού,
της σκλόπας, του συκοφά, του κοκκινομπέτη,
του τρυποφράχτη, του ζιγαρδελιού.
Η μυρωδιά απ’ τα έχνη, το καθησυχαστικό αναχάραγμά τους,
η αψιά μυρωδιά του κατωγιού, η γαλανή, η κανέλλα,
το φρογό, η κουτσοκέρα.
Τα μανουσάκια στο γυραλάκι του λιόφυτου, οι πετροφιλ λιές
στο Σοχορέλι, οι πρίμουλες του ποταμού, οι παπαρούνες
στη Δρακόβρυση, τα βάτσινα στο Σφανταχτόρυακο,
τα πεντάνευρα στην Κρυγιά Βρύση, ο σταφυλίνικας στον Αϊ-Γιώργη,
οι χατζίκοι, οι κουτσουνάδες και το μαγιοβότανο.
*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, Εκδόσεις Θράκα 2024.
Ολυμπία Θεοδοσίου, Αιαία
Οχλοβοή
στον ναό της αστικής μάχης.
Θαμώνες και περαστικοί
με ένα κερί χλωμό στο χέρι
-φορώντας προβιά λύκου-
στέκουν στον μαρμάρινο σολέα,
και περιμένουν την γέννηση της Κίρκης.
Φωνασκούν και διαπληκτίζονται,
δίχως αίτιο και Ιούδα.
Στις τσέπες φυλούν γάλανθο
και κέρματα από ασήμι.
Στον ομφαλό του τρούλου,
άγιοι με βλέμμα στωικό
ακολουθούν την ραψωδία,
από τα μάτια τους
αναβλύζει αίμα μνηστήρων,
που καταλήγει στον Ιορδάνη ποταμό.
Κανένας ήρωας
δεν περνά το κατώφλι του ναού,
κανένα θαύμα δεν λαβώνει
την γέννηση της Κίρκης.
Ο χρόνος παντοκράτορας,
και η θλίψη δεν παύει
να δίνει χρησμούς στους απόντες θνητούς.
Hans Magnus Enzensberger, Δύο ποιήματα
ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΣΕ ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
Δημιουργοί της Ιστορίας! Λύκοι φοβισμένοι
μακιγιαρισμένοι αγριόχοιροι, ευνούχοι
με τους βηματοδότες σας, πιθηκόζουμο
σε ζαρωμένη σπλήνα, ένα απολειφάδι στέργε ή
ανάμεσα στα σκέλια:
άυπνοι πάνω απ’ το ρεύμα του κόλπου
εκτιναγμένοι από υπέροχους υφάλους
μέσα σε λαγούμια νεφών, κι όμως
κανένα αερικό, καμιά θυγατέρα τ’ ανέμου
δεν σας κρατά μέσα στην άγρια καρδιά της
ούτε κι εσείς κουρνιάζετε
μες στο σοφό της κορμί.
πάντοτε μη ίδια μπαμπόγρια, η Ιστορία,
ετούτη η φρικτή οικοδέσποινα,
θα σκαρφαλώνει στα ξινά σας κρεβάτια
αρμέγοντας
τις θολές σας ηδονές.
κατεβείτε! χωρίς αλεξίπτωτο!
παλέψτε το!
ούτε ένα θηλυκό
δεν θα ρίξει για εσάς ένα δάκρυ:
ακόμα και η μπαμπόγρια θα σας ξεχάσει.
*
ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΤΡΟΜΟYΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ
Η νύχτα είναι ένα κρεβάτι από τσουκνίδες
τρίζει το χέρι σου σαν ρόδι
κάποτε χαμογέλασε στον λαιμό μου η θηλιά
έκαψε την τυφλή μου καρδιά
τ’ άλμπουρα του καραβιού τώρα φλέγονται
στους υφάλους της ακτής Bagouse
στη δαγκωματιά της θαλασσινής άλμης
ω δείξε μου το τσακισμένο ποδάρι
μυρίζει καμφορά το σκοτεινό μάτι σου
και βυθισμένο στο αίμα σέρνεται ένα μπλουζ
ω μίσος εσύ κούφιο σύνθημα
απελευθέρωσε την ύστατη ώρα μου
ένα τρένο σφυρίζοντας τη διαπερνά
θεόρατες αίθουσες αναμονής
οι σερβιτόροι καλούν σε προσευχή, μαζευτείτε!
*Από τη συλλογή “Η υπεράσπιση των λύκων έναντι των αμνών” (1957). Περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό “Η υπεράσπιση των λύκων και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2025. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.
Philippe Jaccottet, στίχοι
Το παιδί, από τα παιχνίδια του, διάλεξε μια βάρκα πήλινη
για να την αποθέσουν πλάι στον νεκρό.
Θα κυλήσει ο Νείλος μέχρι εκείνη την καρδιά;
Άλλοτε κοίταζα επί ώρες αυτά τα πορθμεία των μνημάτων
όμοια με το κέρας της σελήνης.
Σήμερα δεν πιστεύω πως η ψυχή τα χρησιμοποιεί, ούτε αυτά,
ούτε κανένα βάλσαμο, ούτε κανένα χάρτη του Άδη.
Αν όμως η τρυφερή εφεύρεση ενός παιδιού
έβγαινε απ’ τον κόσμο μας,
Θα συναντούσε αυτόν που τίποτα δεν τον συναντάει;
Ή είναι για παρηγοριά δική μας σ’ αυτή την όχθη;
*Το ποίημα ανήκει στο ποιητικό βιβλίο Leçons (πρώτη δημοσίευση το 1969). Περιλαμβάνεται σε μια πρώτη συγκεντρωτική έκδοση. Έιναι η έκδοση που κυκλοφόρησε από τον Gutenberg, σε μετάφραση Θανάση Χατζόπουλου.
Κώστας Ρεούσης, Το καρναβάλι των στίχων
στον Ηρακλή Παντελιδάκη
(I)
Ο ήχος απ’ το καπάκι
Μιας παγοθήκης
Προσγειώνει τα γαϊδουράγκαθα
Ενός βάζου Βοημίας
Στο στόχο της φαρέτρας
Μιας μπρούντζινης
Αρτέμιδος.
(II)
Η βάρβαρη δεκαετία
Μιας ηλικίας μεταιχμιακής
Εκεί στη νέκρα
Μιας πόλης συνοριακής ν’
Αγγίζει τον καύσωνα που
Ένας του νότου ποιητής
Αντέχει.
(III)
Βρισκόμαστε σ’ έναν
Αιώνα άκυρο
Νευμάτων ποντοπόρων
Όλα μες στην ταχύτητα
Μίας οθόνης αλγοριθμικής
Μ’ ανούσιες επαναλήψεις
Φλεγματικών καταρρίψεων.
(IV)
Κι όλα αυτά τα χέλια
Γλοιώδεις παρακρούσεις
Θαλασσινών σαλιγκαριών
Μέσα στο δίκοχο
Και στην αρβύλα
Ενός πολέμου που
Συνεχίζεται αναίμακτα κι επικερδώς.
(V)
Καθώς κι ενώ τα γράμματα
Συγκεντρώνονται στην
Ετήσια θερινή παράκρουση
Των αστρικών παρατηρήσεων
Ενός καρφωμένου ουρανού
Στο βλεφάριασμα του ακροτελεύτιου
Πελασγού στιχοπλόκου.
(VI)
Ακόμη και το «αίφνης»
Ξεφώνισε το «ξαφνικά»
Βρίσκοντας την καλοκαιρινή
Ποπλίνα βάλσαμο των
Εκροών μίας
Ανταριασμένης
Πνευμονικής συνουσίας.
(VII)
Σπερματικός εκτοξεύομαι και
Μαλάκας ολκής
Επίπλαστης σιωπής παρανυχίδα
Του δάκτυλου που είμαι αγωγός
Παράφωνων παιάνων και
Πενταγράμμου μυστικού
Κυκλαδικός πανηγυρτζής.
Λευκωσία, καλοκαίρι 2024
*Δημοασιεύτηκε στο exitirion.wordpress.com Επιμέλεια δημοσίευσης: Κωστής Παπαζάκ
Jacques Prévert, Τρία ποιήματα
Τα κλειδιά της πόλης
Τα κλειδιά της πόλης
είναι βαμμένα στο αίμα
ο Ναύαρχος κι οι αρουραίοι εγκαταλείψανε το πλοίο
καιρό τώρα μια μέρα
αδελφή Άννα αδελφή μου Άννα
δε βλέπεις τίποτα που να έρχεται
βλέπω μες στη μιζέρια το πόδι ενός παιδιού γυμνό
και την καρδιά του καλοκαιριού
ήδη σφιγμένη στο μεταξύ των πάγων του χειμώνα
βλέπω μέσα στη σκόνη απ’ τα ερείπια του πολέμου
ιππότες της βαριάς βιομηχανίας
με δρασκελιές πάνω από αξιωματικούς του ελαφρού ιππικού
να παρελαύνουν κάτω από την ασπίδα
μέσα σε κάποια μουσική του τσίρκου
και δασκάλους απ’ τα σιδηρουργεία
δασκάλους του μπαλέτου
να διευθύνουν μια καντρίλια ακούνητη και παγωμένη
όπου οι φτωχές οικογένειες
όρθιες μπροστά απ’ τον μπουφέ
κοιτάζουνε αμίλητες τ’ αδέρφια τους τα ελευθερωμένα
τα αδέρφια τους τα ελευθερωμένα
απ’ την αρχή και πάλι ν’ απειλούνται
από έναν κόσμο γέρικο, ξεκούτη, κακέκτυπο και καλιμπραρισμένο
και βλέπω εσένα Μαριάννα
φτωχή μικρή μου αδελφή
κρεμάμενη ακόμη μια φορά
στον σκοτεινό θάλαμο της ιστορίας
λαιμοδεμένη από τη Λεγεώνα της Τιμής
και βλέπω
γενειάδα μπλε άσπρη κόκκινη
ατάραχη και χαμογελαστή
να παραδίδει
να παραδίδει τα κλειδιά βαμμένα στο αίμα
στους μεγάλους εξυπηρετητές της Τάξης
της Τάξης των μεγάλων δυνάμεων του χρήματος.
*
Ο λόγος για την ειρήνη
Προς το τέλος ενός λόγου εξαιρετικά σημαντικού
ο μεγάλος άνδρας του Κράτους τρεκλίζοντας
πάνω σε μια ωραία φράση κούφια
πέφτει μέσα
και αβοήθητος με το μεγάλο στόμα του ανοιχτό
ασθμαίνοντας
δείχνει τα δόντια
και η οδοντική αποσύνθεση των ειρηνικών συλλογισμών του
αποκαλύπτει το νεύρο του πολέμου
το ευαίσθητο ζήτημα των χρημάτων.
*
Ο χαμένος χρόνος
Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου
ο εργάτης σταματάει ξαφνικά
o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ’ το σακάκι
κι όπως γυρίζει
και τον ήλιο ατενίζει
όλον κόκκινο όλον στρογγυλό
να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο
κλείνει το μάτι
με οικειότητα
Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε
δε βρίσκεις
πως είναι μάλλον μαλακία
να δίνεις μία τέτοια ημέρα
σε ένα αφεντικό;
*Μετάφραση: Μαρία Θεοφυλάκου. Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο vakhikon.gr
Jorie Graham, Τενεσί, Ιούνιος
Αυτή είναι η ζέστη που ψάχνει το ψεγάδι σε καθετί
κι αγαπά το ψεγάδι.
Δεν είναι τίποτα
πιο ασήκωτο απ’ το πνεύμα της,
τίποτα πιο έγκλειστο
απ’ το σώμα εντός της.
Εν μία νυκτί
φυτρώνουν τα κρίνα της·
οι αυλές μας —
γυμνές, ύστερα ψεύτικα χαρούμενες, μετά ξανά γυμνές.
Φαντάσου
να παραδέρνει ο νους γδυτός τη λογική του,
δες στο κορμί σου όχθες ποταμού που σιγοτρώγονται…
Μέσα της, δεν επιζεί κανένας κόσμος
σωρεύοντας περισσότερα απ’ τους γύρω του·
εκεί, η πίεση να γίνεσαι όλο και λιγότερος
είναι η πίεση να παίρνεις
όλο και περισσότερο
για να φτάσεις ως εκεί.
Ω —
άφησέ τη να σε αγγίξει…
Η βεράντα — μικρή κάσα του σώματος — φωτίζεται απότομα
κι η αιώρα ταλαντεύεται αβίαστα πέρα απ’ το χείλος της.
Παρακάτω οι φτέρες — τα καυτά τους στρωσίδια —
και λαμπυρίδων επίδεσμοι
πάνω απ’ τα παχιά καπνοχώραφα·
γρύλλοι κεντώντας τη ζέστη
για να γεμίσουν οι ίδιοι τα κενά.
Λικνίσου στο σκότος εκείνο
κι ύστερα πίσω εκεί
όπου οι τυφλές πεταλούδες της νύχτας
γυροφέρνουν, γυροφέρνουν,
πίσω και μπρος απ’ το ολόλευκο σπίτι
ως τους κισσούς που ξεπλέκονται.
Τίποτα δεν θα σε πιάσει.
Τίποτα δεν θα σ’ αφήσει να φύγεις.
Το λέμε άνθισμα —
το πνεύμα από σένα σκιρτά
κι εσύ παραμένεις.
*Μετάφραση: Ν. Κωσταγιόλας









