Ένα κίτρινο φόρεμα περιέχει το σώμα της κι ένα μαύρο φουλάρι το στολίζει Θεέ μου, τί ομορφιά πόσο γαλαντόμος ήσουν όταν την έπλαθες μάτια αμυγδαλωτά και μαλλιά σγουρά πόσοι την έχουν αγαπήσει μα αυτή είναι φειδωλή δε δίνει εύκολα την αγάπη της εγώ τί τύχη να ’χω που δεν είμαι αντάξιός της μα δεν πειράζει θα την αγαπώ από μακριά μου φτάνει που τη βλέπω ν’ ανασαίνει, να χαμογελά κι ας μη μ’ αγαπάει.
Ήρθε η σκόνη και σκέπασε τον ήλιο τ’ αμάξια τα φύλλα τα μπαλκόνια τους ανθρώπους νύχτωσε πιο γρήγορα φεγγάρι δε φάνηκε καθόλου από τα υπόγεια εργαστήρια έντονα κοψίματα αντηχούσαν και επίμονοι χτύποι -πόνοι και ουρλιαχτά θηλυκής καταγωγής- Ξημέρωσε και η σκόνη του φονικού σκέπασε ακόμη και την αφρικανική. Στις βιτρίνες των κοσμηματοπωλείων οι σιωπηλές και πάμφθηνες πωλήτριες τοποθέτησαν τις νέες φεγγαρόπετρες. Ήταν σε πολύ καλή τιμή.
Κοιτούσες τα γδαρμένα μου γόνατα εγώ το τσέρκι στα χέρια σου και ανάμεσά μας να σέρνουν όλοι οι αμαρτωλοί τον Έρωτα. Να καταφθάνουν οπλοφορούντες τιμωροί και πίσω τους πλήθος επαιτών ψηφίδες αγριεμένες. Μη σκιάζεσαι πλαστήκαμε από συντριβή δε βάλλεται ο άνθρωπος απ’ τις θάλασσες και ας παραμονεύουν. Και μόνο τα ανείπωτα αρκούν για να σωθεί η αθωότητά μας.
Με τη γλώσσα του δρόμους πύρινους στο σώμα της χάραζε το δωμάτιο γινόταν σφαγείο ασταμάτητα έπεφτε του πάθους κόκκινη βροχή το δωμάτιο γινόταν πλοίο κάποια μέρα εκείνος έφυγε το δωμάτιο κενοτάφιο έγινε κάθε που γοερά εκείνη έκλαιγε το δωμάτιο γινόταν εκκλησία
Ah! dreams are such unstable things, Like shadows cast by brinded wings, Or echoes, soft, from yonder hills, That half the words forget! Unstable, yet how real were they- The dreams of men who lived, we say, Before their time; whose hearts, whose wills, In dreams the Future met. Is Nature a deformity? Is Man her one abnormity? The visionary answered, Nay! Today his tones we hear Reverberate in cadence sweet; Add Freedom! Freedom! and repeat. We eagerly take up the lay. The multitude, in fear, With ear attuned to harsher sound, A moment listens-spell-bound, Then scoff at music, vision, all- Ha! ha! What—Rags be free? Not subject to authority? Nor longer grant priority To Man sublime? Nor creep, nor crawl, Nor bow to his decree? If he the Face Divine hath seen, Held converse with the Lord, I ween, To him devoutly we’ll submit Our treasures, labor, lives. Aye, “if,” ye myriads of men; The Dreamer questioned “ifs”, and then The searching torch he brightly lit- ‘Twas damped by breath of Dives. Unchangable, unstable Dream! Fire cannot thee consume, it seems, Nor prison walls thy form confine, Nor leaden bullets quell Thy riotous propensities! Haste—measure the Immensities, For, outcast Fairy, thou art mine! I’ll hearken to thee tell Of Progress, not o’er paths laid waste By force perverted, lives debased, Attracted by the glitt’ring froth Of human dignities, As moth to candle’s searching light; But o’er the pathless plain and height Of earth, born of unplighted troth Of countless Entities. Then, man shall be himself—not less; Refuse, with laughter, to confess His sins to one by fees upraised To elevated seat; Decline, disdainfully, to plead, “Not guilty” to alleged misdeed; Probe mysteries, and, unamazed, His fellow mortals meet, The Personality shall be A birthright of manhood made free. Self-abnegation, sacrifice, Of virtue shall be shorn. The Great shall work his bread to earn; The Small shall trim his lamp to burn. By force of arms, nor artifice, Shall egos be upbourne. The Weak, the Strong, their strength shall give In unison that all may live. Vile Competition’s savage strife For wealth and nower shall cease Man’s pride in domineering man, En masse or singly, which began In dark primeval times, true lives Abhor. We shall have Peace. “The dream is thine”-thrice welcome dream! By thy unstable, steady beam, Elusive, beautiful as bright, The Future challenge we; Its borders, dank with dire distress; Revenge—for folly claims redress; Beyond, we see the mountain heights Of Peace, Eternity!
Αχ! Τα όνειρα είναι τόσο ασταθή πράγματα, Σαν σκιές που ρίχνουν φτερωτά φτερά, Ή ηχώ, απαλή, από τους λόφους εκεί πέρα, Που ξεχνάει τα μισά λόγια! Ασταθή, αλλά πόσο αληθινά ήταν – Τα όνειρα των ανθρώπων που έζησαν, λέμε, Πριν από την εποχή τους. Των οποίων οι καρδιές, οι θελήσεις, Στα όνειρα συνάντησαν το Μέλλον. Είναι η Φύση μια παραμόρφωση; Είναι ο Άνθρωπος η μοναδική της ανωμαλία; Ο οραματιστής απάντησε: Όχι! Σήμερα ακούμε τους τόνους του να αντηχούν σε γλυκιά ρυθμική μελωδία. Προσθέστε Ελευθερία! Ελευθερία! και επαναλάβετε. Με ενθουσιασμό υιοθετούμε το τραγούδι. Το πλήθος, φοβισμένο, Με το αυτί συντονισμένο σε πιο σκληρούς ήχους, Ακούει για μια στιγμή, μαγεμένο, Και μετά χλευάζει τη μουσική, το όραμα, τα πάντα – Χα! Χα! Τι – Τα κουρέλια να είναι ελεύθερα; Δεν υπόκεινται στην εξουσία; Δεν δίνουν πλέον προτεραιότητα Στον υπεράνθρωπο; Δεν σέρνονται, δεν γονατίζουν, Δεν υποκλίνονται στο διάταγμά του; Αν έχει δει το Θείο Πρόσωπο, Έχει συνομιλήσει με τον Κύριο, υποθέτω, Σε αυτόν θα υποταχθούμε ευλαβικά Τους θησαυρούς μας, τον κόπο μας, τις ζωές μας. Ναι, «αν», εσείς οι μυριάδες των ανθρώπων. Ο Ονειροπόλος αμφισβήτησε τα «αν», και τότε Η αναζητητική δάδα που άναψε λαμπρά Σβήστηκε από την ανάσα του Ντίβες. Αμετάβλητο, ασταθές Όνειρο! Η φωτιά δεν μπορεί να σε καταστρέψει, όπως φαίνεται, Ούτε τα τείχη της φυλακής να περιορίσουν τη μορφή σου, Ούτε οι μολυβένιες σφαίρες να καταστείλουν Τις ταραχώδεις τάσεις σου! Βιάσου – μέτρησε τις Απέραντες Εκτάσεις, Γιατί, απόβλητη Νεράιδα, είσαι δική μου! Θα σε ακούσω να μιλάς Για την Πρόοδο, όχι για μονοπάτια που έχουν καταστραφεί Από τη διαστρεβλωμένη δύναμη, τις υποβαθμισμένες ζωές, Προσελκυόμενες από τον αστραφτερό αφρό Της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, Όπως η πεταλούδα στο φως του κεριού. Αλλά πάνω από την απάτητη πεδιάδα και το ύψος Της γης, γεννημένη από την αδιάσπαστη πίστη Αμέτρητων Οντοτήτων. Τότε, ο άνθρωπος θα είναι ο εαυτός του – όχι λιγότερο. Θα αρνηθεί, με γέλιο, να ομολογήσει Τις αμαρτίες του σε κάποιον που έχει ανυψωθεί Σε υψηλή θέση. Θα αρνηθεί, με περιφρόνηση, να παρακαλέσει, «Αθώος» για υποτιθέμενη ατασθαλία. Θα διερευνήσει μυστήρια και, χωρίς να εκπλαγεί, Θα συναντήσει τους θνητούς συντρόφους του. Η προσωπικότητα θα είναι Ένα αναφαίρετο δικαίωμα της ελεύθερης ανθρωπότητας. Η αυτοαπάρνηση, η θυσία, της αρετής θα εξαλειφθούν. Ο Μεγάλος θα εργάζεται για να κερδίσει το ψωμί του. Ο Μικρός θα φροντίζει το λυχνάρι του για να καίει. Με τη δύναμη των όπλων, όχι με τέχνασμα, θα ανυψωθούν τα εγώ. Οι Αδύναμοι, οι Δυνατοί, θα δώσουν τη δύναμή τους σε αρμονία, ώστε όλοι να ζήσουν. Ο άγριος αγώνας του άθλιου ανταγωνισμού Για πλούτο και δύναμη θα σταματήσει Η υπερηφάνεια του ανθρώπου που κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο, Μαζικά ή μεμονωμένα, που ξεκίνησε Στους σκοτεινούς αρχέγονους χρόνους, οι αληθινές ζωές Απεχθάνονται. Θα έχουμε Ειρήνη. «Το όνειρο είναι δικό σου» – τριπλά ευπρόσδεκτο όνειρο! Με την ασταθή, σταθερή ακτίνα σου, Απώθητη, όμορφη και λαμπερή, Προκαλούμε το Μέλλον. Τα σύνορά του, υγρά από τρομερή δυστυχία. Εκδίκηση – γιατί η τρέλα απαιτεί αποκατάσταση. Πέρα από αυτά, βλέπουμε τα βουνά Της Ειρήνης, της Αιωνιότητας!
Μα επί τέλους τι είμαι Εγώ που έψαυσα ένα χάρτινο πρόσωπο Στημένο στην αμφιβολία των δρόμων Στα σταυροδρόμια της σιωπής Πάνω σε τόσες αφίσες το κοίταξα Ν’ αλλάζει χρώματα ν΄ αλλάζει στάσεις Να τού σχεδιάζουν ματογυάλια Να τού προσθέτουν υπογένεια Ερυθρά και γλυκά μάτια Σκισμένες παρειές και μέτωπα
Αύριο ένα καινούριο πρόσωπο Στο πρόσωπό μου θα επικολληθεί Στιλπνό κι ακέραιο μες στη νύχτα Για να ξυπνήσει και ν΄ αντιληφθεί Πως πάλι έβρεξε πως πάλι πέρασε Το νύχι το μαχαίρι
Σκισμένες παρειές Σκισμένα μέτωπα
*Από την ενότητα “Οι μικρές μέρες” που περιλαμβάνεται στην ομότιτλη συλλογή (1973). Το ποίημα το πήραμε από την έκδοση ¨Φύλακας ερειπίων Τα ποιήματα”, Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1991.
Ακόμα ένα απ’ τα ποιήματα της μπάρας κι εγώ αράζω μπροστά μου μια μπύρα όταν έρχεται αυτός ο τύπος και μου πιάνει κουβέντα για το τι σημαίνουν τα παλαιά γερμανικά στην μπλούζα μπω κι εγώ λέω Ρε φιλαράκι είναι μόνο λέξεις τίποτα παραπάνω Και αφοσιώνομαι πάλι στο μισόλιτρο μπουκάλι αλλά αυτός δεν λέει να μ’ αφήσει ήσυχο με πιάνει απ΄ τον ώμο και μου λέει κάτι για τον Χάινριχ Μπελ για τον Μπελ ρε γαμώτο! και δεν φεύγει δεν φεύγει δεν φεύγει με τίποτα μέχρι που του λέω Εντάξει ρε πιθήκι πάμε λίγο έξω να τα πούμε αλλά ο μπάρμαν μας έχει πάρει πρέφα μπαίνει ανάμεσά μας κερνάει δύο ποτά και επιβάλλει εκεχειρία· πάντα το έλεγα ότι οι αναγνώστες του Μπελ έχουν λιγότερη τιμή ακόμα κι απ’ την Καταρίνα Μπλουμ
Δρόμοι — στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου, που πάνω σας δίχως μορφή και δίχως βάρος πορεύεται το μέλλον. Κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια, κάποιο ποδήλατο και κανένα σπουργίτι που κυλά τις αόρατες ρόδες του πάνω στην άσφαλτο. Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ. Δρόμοι πλάι σε αστραφτερές βιτρίνες, πλάι σ’ αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι εργοστάσια. Δρόμε έξω απ’ το πανεπιστήμιο. Έξω απ’ το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ. Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές και χαλίκια. Κάτω απ’ το βάρος οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων. Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσου.* Δρόμοι – παιάνες. Δρόμοι γιορτής. Δρόμοι – αγωνία. Δρόμοι – φονιάδες. Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει; Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο.
Calles
Calles — pulpos oscuros y brillantes de mi país, que sobre vosotros sin forma y sin peso El futuro avanza. Carreras, autobuses, petroleros, alguna bicicleta y ningún gorrión que hace rodar sus ruedas invisibles sobre el asfalto. Abajo, calles subterráneas. Desde arriba túneles de viento tocando jazz. Calles junto a escaparates brillantes, junto en estatuas o entre tiendas y fábricas. Calles fuera de la universidad. Fuera del edificio del Parlamento. Camino nacional. Calles del barrio. Caminos azotados de alquitrán y sangre. Hechos de voces y grava. Bajo el peso aplanadoras y miles de manifestaciones. Calle, sudario de Gregorio, de Sotiris, de Tasos. Caminos – himnos. Caminos de fiesta. Carreteras – ansiedad. Carreteras asesinas. ¿Qué maldición les ha caído encima? Esperamos cada uno en nuestra parada. Esperamos todos juntos en el cobertizo de chapa.