Ποιήματα του Παναγιώτη Πανά

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Του γκιώνη όποιος λέει πως φωνή,
‘Σ της φύσις τη μεγάλη αρμονία
Δεν είναι αναγκαία – με συγχωρεί –
Μα λέει μια μεγάλη ανοησία…
Μονότονο θα ήτανε το αηδόνι,
Εάν δεν ήταν κ’ η φωνή του γκιώνη.
Είναι, οπού τη νύχτα αντηχάει.
Δεν είναι από εκείνα τα ποιήματα,
Οπού η Μούσα μας κανοναρχάει…
Και αν κανένας τέτοια τα προσμένη,
Η γνώμη του θα έβγη γελασμένη.
Συμπέρασμα λοιπόν… λεπτό δεν δίνω
Τι τύχη θε να λάβουν… Δεν με μέλει.
Αν κανένας Ροίδης… Τον αφήνω
Ελεύθερον να ψάλη ό,τι θέλει…
Γιατί πρώτος κ’ εγώ – μα την αλήθεια! –
Ανάλατα τα βρίσκω κολοκύθια.
(1883)
«Πρόλογος», 1-6. Έργα αργίας, 1883. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Ε΄. Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες. «Δωδώνη», χ.χ. 154.

ΣΑΡΑΚΟΣΤΙΑΝΟ
Αγύρτες! Έως πότε η αγυρτεία
Τον κόσμο θε να σέρνει από τη μύτη,
Και σαράκι θα τρώη την κοινωνία;
Ως πότε θε να κάνη τον προφήτη
Ο ένας και ο άλλος, κ’ οι αλαλιές του
θα βρίσκουν ανοιχτό καθενός σπίτι;
(1875)

ΚΥΚΕΩΝ
Παράδοξον! Γηράσκομεν, πλην μένομεν παιδία,
Ουδ’ ένα κόκκον εις τον νουν προσθέτει η ηλικία!
Αλλάζομεν τα παίγνια μ.όνον.
Αντί ξυλίνων Όπλων έχομεν Σνάιδερ.
Αντί των μολυβδίνων Στρατών,
έχομεν τάγματα με κόκκαλα και κρέας.
Αντί των πάλαι αετών, έχομεν τας σημαίας.
Αντί σφαιρών ελαστικών, έχομεν βόμβας τώρα…
Έπειτα του πολιτισμού εξαίρομεν τα δώρα!
(1876)

ΚΑΛΑΝΔΑ
Πάει, επέταξε και άλλος χρόνος
Μέσα στου Απείρου το χωνευτήρι…
Μ’ αυτόν τα βάσανα, τα πάθια, ο πόνος,
Να πάνε εύχομαι εις το μη γύρι.
Στους δικηγόρους, εις τους μεσίτες,
Να παύσουν πλέον να λένε ψεύματα.
Εις τους μπακάληδες τους αγιογδύτες,
Να μη νερόνουνε τα οινοπνεύματα,
Να μη ζυγιάζουνε με ζύγια σκάρσα.
Στους βουλευτάδες, να παύση η φάρσα.
Στους μαθητάδες του Ιπποκράτη,
Λιγότερα εύχομαι διαβατήρια…
Εις τους ανάργυρους, χρυσές ελπίδες
Εις ταανδρόγυνα, να μη μαλώνουνε
Και σ’ όσους γράφουν εφημερίδες,
Συνδρομητάδες που να πληρώνουνε…
Σε λίγα λόγια έτη πολλά
Εύχομαι σ’ όλους, γρόσια, μυαλά!
(1877)

*«Νεοελληνική ποίησις: Ρωμαντική σχολή», 1-8. Έργα αργίας, 1883. Κ.Θ. Δημαράς (επιμ.), Ποιηταί του ΙΘ΄ αιώνα. Βασική Βιβλιοθήκη, 12. «Αετός» Α.Ε., 1954. λζ΄.

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Στον τόπο αυτό ύπνος και ξημερώματα

Απ’ το λιμάνι στο σπίτι
πόσες φορές έκανα το δρόμο!
Στρίβεις μετά την εκκλησιά
και πάντα κάτι κόβει την ανάσα
το φεγγάρι, ο άνεμος
ή κάποιος νέος θάμνος ανήσυχος.
Απ’ το λιμάνι στο σπίτι
δέκα, δεκαοκτώ χρονώ
πέθανε η κυρά-Ξανθή
χάθηκε η κόρη
γκρεμίστηκε το κονάκι της τρελής.
Νύχτα προς το κτήμα
μαγικός χορός το γνωστό
απλώνεται μέσα μου
παραδοχή, επανάσταση
ξεκινούν απ’ το δικό μου χώμα.

Γιώργος Σαραντάρης, Δεν είμαστε ποιητές

Δεν είμαστε ποιητές
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον ἀγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά τοῦ ἀνέμου
Και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Και ἡ ζωή μας έγινε ξένη
Ο θάνατος βραχνάς.

*Το ποίημα και η φωτογραφία είναι από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/25/den-eimaste-poihtes/

Μανόλης Αναγνωστάκης, Ήρθες όταν εγώ… 

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση — Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής — πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δυο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτε από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας
Γιατί έχει μείνει κάτι —αν έχει μείνει—
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://poiimata.com/2022/08/03/irthes-otan-ego-anagnostakis/

Ελίνα Αφεντάκη, Υποθαλάσσιο

Έχω πετάξει από καιρό το σκάφανδρο και σε ανασαίνω με βράγχια.
Κι όσο βαθιά κατεβαίνω
τόσο το φως πυκνώνει.
Το δικό σου φως.
Κάποτε σε ανεβαίνω,
υποθαλάσσιο όρος όπου αναβλύζεις καυτό μάγμα
κι άλλοτε έρπω σε τάφρους παραμερίζοντας χρυσό και αργυρό.
Ματιά δεν έχω παρά μόνο για το ψήγμα σου.

Κάποτε οι ωκεανογράφοι θα με αναφέρουν μονολεκτικά ως ίζημα…

Λογικό!

Το παράπονο ποτέ δεν αποτιμήθηκε ως εύρημα.

Νικόλας Μιτζάλης, Δύο ποιήματα

Werner Bischof, Genoa, Italy, 1946

ΤΟ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΑΓΑΘΟ

φαντάσου
ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του
στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του
χωρίς καταναγκασμούς
χωρίς αφέντες
χωρίς κέρδη
μόνο με προσταγές προσωπικές
φαντάσου
ανάσαινε
αχάρακτες διαδρομές
απέραντες θάλασσες
και κείνο το αεράκι που σου μισοκλείνει τα μάτια
λογίσου το ζύγι του αίματος
το τί είσαι διατεθειμένος να χάσεις
και μόνο τότε θα βρεις το πιο σημαντικό αγαθό
φαντάσου

*

ΑΣΗΜΑΝΤΟΤΗΤΕΣ

Στις αντιστροφές των φωτεινών λεωφόρων
Εκτοπισμένοι από την κανονικότητα του νέον
Μισότριβοι αλλόφρονες περπατάνε τα χειρότερα όνειρά τους
στο ήμισυ του πεζοδρομίου
άπρεπα
σκυφτά
χολωμένα
παρέα μ’ ένα τρύπιο καροτσάκι σουπερμάρκετ
γεμάτο ασημαντότητες:
άλογες συνεπαγωγές
αυτονομία
αξιοπρέπεια
αληθοτιμή
Σε μια διαρκή φουσκοθαλασσιά που όλο μεγαλώνει.

*Από τη συλλογή “Νυχτωδία”, εκδ. Οδός Πανός, 2021.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τυχαίοι θάνατοι  

Τελευταία όλοι τυχαία πεθαίνουν
Τυχαίος ο θάνατος του αναρχικού,
του μαθητή, του εργάτη.
Τυχαία ατυχήματα
Όπλα που βάλουν μόνα τους
Κακές στιγμές
Άδικες μοίρες
Μα κάποτε θα αλλάξουν οι καιροί
Κι οι θάνατοι των αυτουργών
δεν θα ‘ναι πια τυχαίοι.

Frank O’Hara, Τρία ποιήματα

[ΕΚΕΙΝΗ, ΕΧΕΙ ΛΟΥΣΤΕΙ ΣΤΟΝ ΗΧΟ]

Εκείνη, έχει λουστεί στον ήχο
όπως ένα τσέλο ανοίγεται στη βροχή.
Και το μάννα πέφτει στον αμαρτωλό,
και το χιόνι πέφτει στον πεινασμένο.

Με τη γεύση του πόνου, εκείνη
μεταμορφώθηκε σε κρήνη. Ανάβλυσε
όπως μια παρθένα θα αγαπήσει
και ο έρωτας θα προχωρήσει.

Μάζεψε, από τούτη την κρήνη, έρωτα
μέσα στις κάμαρές σου. Δίχως χαρά,
μα όπως το κρασί στις ψυχές αρμόζει
κι ένα παράθυρο ανοίγει τοίχους στην ζωή.

*

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Γνωρίζω πράγματα
τόσα πολλά, παραδέχομαι
τόσα πολλά, μου ‘ρχεται
να ξεράσω. Κι έχω
συντηρηθεί με την
αθλιότητα του να
γνωρίζω τόσα πολλά
για τους άλλους κι αυτά
που κάνουν, και να δέχομαι
τόσα πολλά που μισώ
λες και δεν γνώριζα
αυτό τι σημαίνει, για μένα.
Και γι’ αυτούς τι σημαίνει
γνωρίζω, και μισώ.

*

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Υπέφερα σιωπηλά για σένα
καθώς διάβαινα μες στη βροχή
ένας παράξενος φθινοπωρινός καπνός
βγήκε απ’ το τσιγάρο μου και είχε γεύση
καμπαναριού και λάσπης
εκεί που είχα φτάσει μια πινακίδα έγραφε κύριε
ευλόγησε το μικρό μας χωράφι
μα δεν σήμαινε τίποτα απώτερο για μένα
πέρα από εκείνο που έφτιαξε τούτο το βαρύ ξωκλήσι
να στέκει αφημένο δίπλα στο σιδηρόδρομο
για λόγους αναμνηστικούς
ανάμνηση χαράς προσδοκιών αρρώστιας και αμφιβολίας.

*Από το βιβλίο “Φρανκ Ο’Χάρα Ποιήματα”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2014. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Dimitris Lyakos, from “Poena Damni The First Death”

IV

Keep moving among the remnants of the feasts
like the sheepskin which flutters on the improvised gallows
keep walking amid the fragments of the night
with the Nightmare’s bitter betrayal in your mouth
eyes burning like the sick man’s bed
aware that all men have drowned within you
and just as the umbilical cord stretches
-and you feel the heavenly hand which now
draws you with all its might-
keep wondering without drawing breath
when you will reach the end
a beret body, a crippled embrace
when will the hangman put you down
a limping soul
an old woman despoiled by the quest
uprooted by weeping
when will you give up the ghost in
the vomit of your misery

(and you ascend into the flowers
of the tree where you were hanged)

*“The First Death”, Shoestring Press, 2000. It is a translation from the original in Greek with the title “Poena Damni Ο πρώτος θάνατος” (εκδ. Οδός Πανός, 1996). Translation in English: Shorsha Sullivan.

Κατερίνα Φλωρά, Πνοής ζωή

Μισή φυσά η πνοή σου μέσα μου
Σαν χάδι αέρα, σαν αθώα εισβολή στο χώρο,
στου χρόνου τη λαθραία στιγμή

Πνοή θερμής αφής, μυρωδιάς γνώριμης,
εμφύσημα ζωής, πνοής παιχνίδισμα
κι υπόσχεση μαζί.

Ο απόηχός της δεν αρκεί,
της στέρησης αφήνει τη δροσιά,
σαν σβήνει το αχνό πέρασμα του αέρα ανάμεσά μας