Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

ΕΡΩΤΙΚΟ

οι πόλεις συντρίβονται λίγο πριν εκτοξευθούμε
στο φως
μη με κοιτάζεις έτσι μόνο δώσε μου
ένα μενεξέ του απρίλη
-μα είναι χειμώνας
-μια σταγόνα της αυγής
-μα εδώ είναι έρημος
-κοίταξε από το παράθυρό σου
βλέπεις ό,τι βλέπεις
δεν έχω τίποτα να σου πω
μόνο δώσε μου
μια ηλιαχτίδα του δεκέμβρη
-μα εδώ έχει χρόνια σκοτάδι
-μια αμυγδαλιά
-μα έχει μόνο πέτρες-
κι όμως δώσε μου
δώσε μου
έλα ένα βράδυ μ ένα άσπρο φόρεμα και άνθη στα μαλλιά
έλα αυτό το βράδυ με τη σιωπή
έλα
πριν να είναι αργά

*

ΠΕΣ ΟΧΙ

στους εκδότες
στις λογοτεχνικές συγκεντρώσεις
στη σύγχρονη μόδα
στα μεγάλα πρόσωπα
πες όχι
στα ολονύκτια πάρτι
στην άνεση
στους ποιητές
στις κολακευτικές επιστολές
στη τηλεόραση
τα καταναλωτικά προγράμματα
άνοιξε την αυλή σου
φύτεψε ένα χρυσάνθεμο
μόνος τα μεσάνυχτα
η μουσική ηχεί στ’αυτιά μου
και μια πολιτεία ξυπνά στα χείλη μου
απέναντι ο Ντοστογιέφσκι
μου χαμογελά

*Από τη συλλογή «Αυτά που γράφτηκαν κάτω από βρώμικο φως»

**Πηγή: https://www.openbook.gr/ayta-poy-graftikan-kato-apo-vromiko-fos/

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
θάλασσα
στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
στον αφρό
κι ο καπετάνιος ζωντανός
κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε

είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα

και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
ο πατέρας μου και η μητέρα μου
κουνάνε τα μαντήλια τους και χαιρετάνε

τα ποιήματά μου όμως δεν μπόρεσαν να
τα διαβάσουν
έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον

και συ μου είπες ψέματα
στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
κρανίου με ξεγέλασες
γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
και με πιστέψατε

κατάρα με τις εφτά σκιές

πάντα θα γράφω ποιήματα

Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETI ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

‘Άκου!
Σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

Όχι, μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να τ’ ονομάζουν

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΙΤΡΙΝΑ

Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό
άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα
κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια
και ουρλιάζαν
όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες
πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που
κρέμονταν
μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν
και τα μισούσαν

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι
οι αστροναύτες

δεν το περίμεναν

Κωστής Τριανταφύλλου, Η επόμενη μέρα

Στην πρωτομάντη Γαία.
Εκχωμάτωση από το μαντείο της Δωδώνης όπου και βρέθηκε ο κεραυνός αυτός. Hλεκτρονικός κεραυνός, αέρας, αγωγιμοποιημένο χώμα, πάνω σε ξύλινη κατασκευή.  Το έργο αυτό του Costis Triandaphyllou μπορείτε να δείτε στην Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου.

μετά την
πριν από την
έχοντας χάσει το
διατηρώντας τις σχέσεις με
μετά λοιπόν άρχισα να σκάβω την σκιά μου
ανοίγω αργά το τοπίο λόγω ανωτέρας βίας
τραβάω απ’ το κλειστό συρτάρι μικρές κραυγές κι αναστεναγμούς
για να ζήσω την ανοιξιάτικη ανάσα με μέλλον
τόσο μακρυά ακόμη
μετά την ρωγμή
μετά το σκίσιμο στα δυό τσακισμένος
τραγούδι του τρελού αδερφού
μετά τον προηγούμενο στίχο
μου είπες τί να κάνουμε πες μου σε παρακαλώ!
πως να σε αποχωριστώ
άφησέ μου την σκιά σου να σε βρω

η μέρα μετά όπως και πριν
η νύχτα μετά την μέρα μετά
με εθνικούς νικητές για το αύριο
με εθνικούς νεκρούς της παράνοιας
βιασμένους, ποδοπατημένους, χτυπημένους στην ανάσα απάνω
όλοι ντυμένοι με άγνωστα χρώματα
πάνω σε ερείπια πολιτισμών σκιές
πια σκάλα να ανέβω στο σκοτάδι που δε βγάζει στο θεό;
για να μου δείξει τον δρόμο
να μου ανοίξει δρόμο στο κενό γύρω μου γεμάτο λέξεις
από την μια μέρα στην άλλη τελείωσε η μέρα πριν
χωρίς τελετουργία αποχαιρετισμού
ξεριζωμένη γενιά σε άγριο φευγιό για τη Δύση χωρίς σκιές

και πάλι ξεκινάω για να καταλάβω τί διάολο δουλειά έχω εγώ εδώ
τί να κάνω πριν όπως και μετά αύριο γιατί χτες
όταν τα αγάλματα δεν τα πίστευε πια κανείς
δολιοφθορά μέχρις εσχάτων
κι ήρθε ο ένας και σπουδαίος λυτρωτής μέσα απ’ το δάσος
κι έκανε την απρόοπτη εμφάνισή του μέσα από την μαύρη θάλασσα γυμνός
τόσο μικρός και κωμικός από την φύση του
που δεν αντέξαμε
και τον αγαπήσαμε μέσα από τα σκορπισμένα και νεκρά
μια τέτοια μελωδία!
ας το σκεφτούμε αν θα υπάρχει αύριο
όταν έτσι ξαφνικά αυτό που ακούσαμε
που ανήκε σε όλους
έγινε τέρας που κυνηγάει στην γκρεμισμένη πόλη εφιάλτης
αν θα υπάρχει αύριο για μας την επόμενη στιγμή σήμερα
μουδιασμένος σε ένα άγνωστο τοπίο χωρίς συνέχεια ισόπεδο άναρθρο
μπερδεμένος σε ισορροπία τρόμου απορημένος
σε μια καινούρια μέρα με ξεχασμένες συνήθειες
άγνωστες φωνές κυριαρχούν στον ορίζοντα
ακούω μια μελωδία γνωστή κι αγαπημένη πίσω απ’ τα οδοφράγματα
πότε θα την κάνει το θεριό;
άντε για να δω!
τέτοιο καημό;

έχω γύρω μου δικούς μου
μάλλον με αναγνωρίζουν και μου μιλούν
τί λένε; τί μου λένε;
πώς γίνεται να βλέπω μόνον τις σκιές τους;
οι ήχοι δεν τραγουδάνε
είμαι εδώ αλλά και εκεί
σκοτεινιασμένη η γλώσσα μου
σε μια άγνωστη στιγμή που δεν είμαι εγώ
μέσα σε σκοτεινά οπλισμένα αδιέξοδα χαρακώματα
σε περιμένω άφωνος
νιώθω να μη με ακούνε
να μη καταλαβαίνουν μια τέτοια μελωδία
κάτι μου λείπει
είμαι στο πριν και το μετά μαζί
μετά την αστραπή καβάλα στην βροντή
όλα ανάποδα στρωμένα σιωπή
για να μου δώσεις λίγη αγάπη να φροντίσεις αυτή τη στιγμή
να μοιραστώ την επόμενη μέρα
να είμαι σίγουρος εδώ

  1. 3 . 2022

Robert Creeley (1926-2005), Κυνηγώντας το πουλί

Ο ήλιος δύει ακανόνιστα και οι άνθρωποι
πηγαίνουνε για ύπνο

Η νύχτα φέρει χίλια μάτια.
Τα σύννεφα χαμηλά, πάνω απ’ το κεφάλι μας.

Κάθε νύχτα λίγο
δυσκολότερο, λίγο

σκληρότερο. Ο νους μου
με συνθλίβει.

*Από το βιβλίο «Ποιήματα για την τζαζ» (δίγλωσση -ελληνικά και αγγλικά- έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Μετάφραση: Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Nanja Noterdaeme, Spring 2022, Not yet there in the rubble 

There is a new wall piling up yet not there
Not closed yet, there is still hope
Cows lay there nonchalantly between buttercups under the sky
The concrete blocks are laying in the fields,
And old shops made of any possible rubble stand dangling
Just behind.
Inside the cloture, people, and their shoes everywhere on trays on steps on ways, wherever
their feet bring them multicoloured and diverse, men and women and kids’ flip flops, plastic more then
anything else, sponges hanging in a net, lullaby of the wind
The camps are slowly awakening amidst piled up bikes, wires, stones, clothes.
A kid peeps behind a curtain, eyes are mirrors in a mirador country
The world is uncertain
If not for the smiles you receive warming up the giver and the taker
If not for two long and longer handshakes from small and airy
skinny boys playing with sticks
The world is uncertain if not for love.

Han-shan, a poem / ένα ποίημα

If I hide out at Cold Mountain*
Living off mountain plants and berries –
All my lifetime, why worry?
One follows his karma through.
Days and months slip by like water,
Time is like sparks knocked off flint.
Go ahead and let the world change –
I’m happy to sit among these cliffs.

Αν κρυφτώ στο Cold Mountain
Ζώντας από φυτά και μούρα του βουνού –
Όλη μου τη ζωή, γιατί να ανησυχώ;
Καθείς κολουθεί το κάρμα του.
Οι μέρες και οι μήνες κυλούν σαν νερό,
Ο χρόνος είναι σαν τους σπινθήρες που βγαίνουν από τον πυριτόλιθο.
Προχώρα και άφησε τον κόσμο να αλλάξει –
Είμαι χαρούμενος που κάθομαι ανάμεσα σε αυτούς τους βράχους.

*Από το βιβλίο “Cold Mountain Poems – Twenty – Four Poems by Han -shan”, σε αγγλική μετάφραση Gary Snyder, Counterpoint Press. Ελληνική μετάφραση-απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Ο Han-shan, ήταν ο κύριος των Cold Mountain, και μαζί με τον φίλο του Shi-te, έζησαν στα τέλη του 8ου με αρχές του 9ου αιώνα στα ιερά Όρη Tíien-tíai στην επαρχία Chekiang, νότια του κόλπου Hangchow στην Κίνα.

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Οι μουλόσποροι τοῦ Πετρόμπεη

Βγαίνουν τη νύχτα ἀπό τά παλιοκόνακα,
οἱ μουλόσποροι τοῦ Πετρόμπεη.

Διψοῦν γιά αἷμα!

Πουλᾶνε πατρίδα.
Κομματάκια τίμιο Αἰγαῖο, ψίχουλα Μακρυγιάννη
Παπαδιαμάντη, θαυματουργά ’γκωνάρια
σμύρνα καί λίβανον!

Καλοῦν τόν κόσμο να γεννήσει ἥρωες,
πολλούς ἥρωες γιά τα νεκροταφεῖα.
Ἀνοίγουν Κερκόπορτες καί κορδώνονται
γιά κατορθώματα ἄλλων
μάχονται τήν Ἐταιρεία ὡς εἰδικοί τά μολέματα
οἱ βρωμιαρέοι ζητιάνοι κατηχτητές,
χαλκιάδες, δοῦλοι ἀπαίσιοι!

Ἡ πείνα τους γεννάει κράτος κι ὕστερα
ἐφορμοῦν καί τό καταλαμβάνουν
γι’ αὐτούς καί τά παιδιά τους·
οἱ μισεροί τρωγλοδύτες καί κατόπι
ζητοῦν ἀπό τούς ἄλλους προσκυνοχάρτι.

Μέ τή χλωρίνη στό χέρι
ξεκινοῦν ἀπ’ τήν Βέρβιτσα,
φτάνουν στήν πρωτεύουσα πλύστρες·
προκόβουν μέ τά χρόνια
οἱ μισθοσυντήρητοι τῆς πατρίδος
κι ἔρχεται ἡ ὥρα ὅπου, οἱ ρυπαροί χωροφύλακες
σαρώνουν τά κρατικά βραβεῖα καί κάτι ἄλλα
–βραβεῖο νά ’ναι κι ἂς εἶναι τῆς Βιβλιοδεσίας!–
καί μέ τό κλέος τοῦ πατριώτη καί τό νεῖκος τοῦ ἀδικημένου
ἀγωνίζονται γιά τό δίκαιο τῆς φυλῆς.

Νύχτα βγαίνουν οἱ μουλόσποροι τοῦ Πετρόμπεη
Καί σπέρνουν θάνατο κι ἐπετείους καί Κόκκινες Μηλιὲς
Κομματάκια τίμιο Αἰγαῖο καί ψίχουλα Μακρυγιάννη…

*Από την ποιητική συλλογή “Το φράγμα της μνήμης”, Εκδόσεις “Οροπέδιο), Αθήνα 2017.

Gregory Corso (1930-2001), Για τον Μάιλς

Ο Gregory Corso στο “The Seven Arts Coffee Gallery”, New York City, 1959

Ο ήχος σου αψεγάδιαστος
αγνός και ολοκληρωμένος
ιερός
σχεδόν βαθυστόχαστος

Ο ήχος είναι ο ήχος σου
αληθινός και από μέσα σου
μια ομολογία
αισθαντική και όμορφη

Ποιητή που ο ήχος σου παίχτηκε
χάθηκε ή ηχογραφήθηκε
μα ακούστηκε
θυμάμαι εκείνη τη νύχτα το ’54 στο Open Door
όταν εσύ και το πουλί
εκτελούσατε στις πέντε το πρωί κάποια εκπληκτική
ωστόσο αδιανόητη παρτιτούρα.

*Από το βιβλίο «Ποιήματα για την τζαζ» (δίγλωσση -ελληνικά και αγγλική- έκδοση), Εκδόσεις Bibliotheque, 2018. Μετάφραση: Χρήστος Αγγελακόπουλος.