Αγγελής Μαριανός, αστικά

Τα πρωινά στο αστικό ανοίγει η μέρα.
Επιβιβάζονται οι εργάτες
μια χούφτα απόστολοι της ζήσης.
Το πρόσωπό τους φωτεινό
δίχως χαμόγελο.
Στην επόμενη στάση ίσως ανέβει μαθητής
μια μάνα ή ένας γέροντας ανέλιγος.
Στα αστικά που δεν τα χώνευα
ανόητος μικροαστός
μεταμορφώνονται οι γενιές
αλλάζουν
σκάρτα και περιττά αποβιβάζουν.
Αστικό με τις μεγάλες ρόδες
και τις πολλές πόρτες.
Θα κάνει στάσεις άφθονες
να σκεφτείς έχεις τον χρόνο.

*Από τη συλλογή “Αντικριστά”, εκδ. Θράκα, 2021.

Κώστας Ταχτσής, Η Συμφωνία του Μπραζίλιαν

Αν πεθάνω
δεν θα ξανάρθει ο ταχυδρόμος
δεν θα μου στείλεις πια βιβλία
ή την καρδιά σου σʼ ένα φάκελο
δεν θα σε δω να φεύγεις
ή να ΄ρχεσαι
δεν θα καθίσω πια ποτέ στο μπαρ
και συ στο πλάι μου
ή απέναντι κατάμονος
να με κοιτάς

αν πω πως πέθανα;
θα κολλήσω στο στήθος σου
ένα νεκρώσιμο με τʼ όνομά μου
στους δρόμους θα γυρνάς μʼ ένα νεκρό

Τασία – έναν καφέ παρακαλώ

αν ξάφνου μʼ αντικρίσουν ζωντανό
θα ε κ π λ α γ ο ύ ν

η ώρα είναι μία παρά τέταρτο
ο τραυματισμός των ωρών

Τασία – παρακαλώ έναν καφέ

Θʼ ανάψω τη ζωή μου
και θα κάψω τα βιβλία
τι όμορφα που καίγεται η φράση σʼ α γ α π ώ
αναδιπλώνεται στον εαυτό της
σαν να βάζει στο πρόσωπο το χέρι της
από ντροπή

λίγο νερό παρακαλώ
και πλένε το ποτήρι μου καλύτερα
κυρά μου

εγώ έριξα προχθές νερό
κι έσβησα τα όνειρά μου

ο καφές σας κύριε

η στάθμη της αγάπης σου
κατέρχεται
διψάω
λίγο νεράκι κύριοι
λίγο νερό καλοί μου κύριοι

και είναι λ έ ε ι ποιητής

μα πού είναι οι φωνές των παιδιών;
αιτούμεθα ποίηση στα σκοτεινά

η ποίηση φίλε πέθανε

η καλοσύνη σου –
η καλοσύνη σου είναι Κύριε
μια καμινάδα
στους δρόμους βλέπω να περνούν
ζητιάνοι μʼ εξαπτέρυγα ονείρων
μια προσευχή
μια προσευχή
για να βρεθεί ένα ποίημα

η ποίηση φίλε π έ θ α ν ε

μα δεν γνωρίζεστε;
ο κύριος είναι ποιητής
ναι είναι παχύς
πολύ παχύς
και παίζει στον Ιππόδρομο

η ώρα είναι μία
ο θάνατος των ωρών

βρέχει
πότε θα πάψει πια να βρέχει;
αφʼ ότου έφυγες
δεν έπαψε να βρέχει
ήσουν περίεργος να μάθεις
τι υπάρχει πίσω από το θάνατο
θ ά ν α τ ο ς
τι άλλο θέλεις να υπάρχει;

ΠΡΟΣΟΧΗ! ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΖΩΗ!

σου ΄λεγα μείνε
θα βρω καρφιά να σε σταυρώσω
λόγχες να σε τρυπήσω
σʼ ένα καλάμι θα ΄δενα
σφουγγάρι την καρδιά μου

για να σε φτάσω τώρα πρέπει
να πάω κοντά στη θάλασσα
γράφω λοιπόν κι εγώ χαρτιά
ομοιώματα διαβατηρίων
κι απέ τα ρίχνω στο νερό
δεν θέλω να τα δούνε άνθρωποι
που δεν γνωρίζουνε να σκαρφαλώνουν
στον καπνό των καραβιών

οι άνθρωποι οι άνθρωποι
παίρνουν τα γράμματά μας και μʼ αυτά
ανάβουνε φωτιά το χειμώνα

πότε θα πάψει πια να βρέχει;
φθινόπωρο
τα φύλλα των δέντρων
πάθανε πάλι ελονοσία
την άνοιξη θα πάρω DDT

φύγε
ο τρόπος που μιλάς –
δεν ξέρει
πως ο δικός μου τρόπος είναι
Σιωπητήριο

ο τρόπος που χτενίζεσαι
ο τρόπος που γελάς –
δεν ξέρει
τίποτα δεν ξέρει

φοβού τους ποιητάς
και ποίησιν φέροντας

μου επιτρέπετε να σας συστήσω;
τι ποιήματα συνθέτετε;
ποιήματα
λυρικά; σατυρικά;
π ο ι ή μ α τ α

ο κύριος είναι κίναιδος

αιδοίον χωρίς κίονα
κύων χωρίς αιδώ

Άνθρωπος

ποτέ δεν θα ξεχάσω τον Αλέξαντρο
στο στήθος του καθότανε
ένας αητός
ήτανε δύσκολη εποχή
στους δρόμους
γύριζαν ωχροί εσταυρωμένοι
κι οι μανάδες μας
δεν χρειαζόντουσαν άλλα ορφανά
μια καληνύχτα
γινόταν εύκολα αντίο

στο στήθος του
στο στήθος του καθότανε ο αητός

ο κύριος είναι κίναιδος

ά ν θ ρ ω π ο ς

χαίρετε χαίρετε
να με ξεχνάτε
υπήρξα άφρων δεν τʼ αρνιέμαι

μα σεις φίλε ξεχάσατε να βάλετε
λάδι στο λύχνο σας
ιδού ο Νυμφίος έρχεται
προσπέρασε
για πάντα

η ποίηση φίλε π έ θ α ν ε

και πότε η κηδεία;
η κηδεία των ωρών

μα η ζωή αντέχει ακόμα
σε κάμποσες ανησυχίες
σε αρκετές μετάνοιες
και στο θάνατο
δεν θα μιλήσω πια ποτέ
δεν θα μιλήσω
ο θάνατος
ο θάνατος
θα τον εκμηδενίσω

αντίο σας

φεύγε δίχως να κοιτάζεις πίσω
βαρέθηκα
η ποίηση της ποίησης την ποίηση
τη ζωή σας
α υ τ ή τι την κάνατε;
δεν θέλω πια άλλο καφέ
όταν μιλάω στο θάνατο
του δίνω τʼ όνομά σας
ο θεός να μας φυλάει απʼ την αισθητικοποίηση
της ατομικής βόμβας
εγώ πηγαίνω τώρα στη ζωή
στον Ιλισσό
να πιω τις σκέψεις μου πιο καθαρές

δεν έχεις πια καμιά ελπίδα

δεν έχω πια ελπίδα
δεν έχω πια καμιά ελπίδα
άλλη απʼ την αδελφή μου την Ελπίδα
δεν έχω άλλο σώμα
απʼ το σώμα που θα κάνω
με το καλώδιο
δεν έχω άλλο θάνατο απʼ τη ζωή
είμʼ ολοστρόγγυλος
σαν τέλειος κύκλος
θʼ αρχίσω να τσουλάω
είμαι μια ρόδα για παιδιά
διότι κύριε
η ζωή κυλάει πάνω σε ρόδες

κάτω απʼ τις ρόδες είνʼ ο θάνατος
πάψε
δεν θέλω να σʼ ακούω
θα σʼ αγαπήσω
δεν θέλω να σε βλέπω πια
θα βάλω τις παλάμες μου στʼ αυτιά
να μη σε βλέπω
και θα ζήσω

έρχομαι έρχομαι ζωή
ζωή τον θάνατο πατήσας

μάθετε να περιφρονείτε
ό,τι αγαπάτε
ο ήλιος ο ήλιος η ζωή
έρχομαι φίλε έρχομαι
είμαι δικός σου εσαεί

τι ωραία που γίνηκαν οι ναύτες ξάφνου
τι ωραίο το πρωινό της Κυριακής
κι η σκιά των δέντρων
που κι η αβεβαιότης των καιρών μας
χάνει κάτι
απʼ το απαίσιο κύρος της
κι όλα μας φαίνονται
ντυμένα ήλιο

μα ενώ κοιτάζω αφηρημένος κι ευτυχής
νομίζοντας πως τίποτα
δεν θʼ αγαπήσω πια
αυτός
διαπερνάει το λεπτό τοίχο του κορμιού
και πάει και σφηνώνεται σαν σφαίρα
στην καρδιά!

Κατερίνα Φλωρά, Αποκαλόκαιρο

Μιας μέρας η αίσθηση πέταξε και πάει
οι μέρες σαν όνειρο οι περασμένες
νεφέλες που σκόρπισαν με ένα φύσημα

Απομεινάρι ξεγνοιασιάς
μουδιάζει το νου
που πασχίζει να συγκρατήσει
όλης της ομορφιάς το χρώμα

Εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη
και ενώνονται σε ένα κουβάρι
ήχων, γεύσεων, μυρωδιών

Γιώργος Δυνέζης, La haine

Έτσι όπως ανεβαίνει οργή την οργή
παλίρροια η στάθμη του οδυρμού
μου ξεκουρδίζει το όνομα

χάνω τα αποτυπώματά μου
μου εκριζώνουνε τα χέρια

κάθε πρωί
κλειστές σηκώνοντας γροθιές
-διαλέγαμε την πέτρα
απάντηση στην ακαταγώνιστη εξουσία
του χαρτιού

και στο αποκάρωμα του ήλιου
μολύβι κρασί και λυγμοί

παιχνίδι για τραυματίες
και άλλους φορείς
για όσους βλέπουν τη ζωή
κάτω από το δέρμα της

όμως τελειώσαμε τώρα μ’ αυτά
τα δακρυγόνα σύνορα
τους πάνθηρες ατομισμούς μας

πονέσαμε έως το κόκκαλο το μίσος
και μάθαμε από πού κρατά
η ράτσα του κακού’

μάταιοι οι χειρο-χαλκάδες
κύριοι-
άχρηστα τα χαρτιά σας

μαλάκωσε το κέλυφος του πολιτισμού

στα φαγωμένα χέρια μας
φυτρώσανε ψαλίδια

*Από τη συλλογή “Πεζός ως την επούλωση”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.

Πουπερμίνα, Επιμένω

Photo Manipulation by Vladimir Fedotko, St. Petersburg, Russia

Επιμένω
κοιτάζοντας κατάματα
το ηλιοβασίλεμα
αποτραβώ το βλέμμα
ήλιοι λικνίζονται παντού
μελανοί στην ώχρα
του σκαμμένου αγρού
ρόδινοι στο φόντο
χλωρού καλαμιώνα
χρυσοί με το που
σμίγω τα βλέφαρα
αναπηδούν
αναγεννώνται
αντιστέκονται
στην έλξη μιας
φλεγματικής
κορυφογραμμής
απέναντι στην Πάρο
καθένας τους και
μια μόνο στιγμή
μια ανάμνηση
μια αποτζιατούρα
πριν από την επόμενη
κίνηση της νύχτας
που φτάνει
-“Μιμείται κανείς
όταν αποτυγχάνει”

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Άτιτλο 

όμαιμος του αετού
και των αρχαίων ναών
καταλυτής

έρημος
μέσα στη σιωπή του

κοιτάζει τα ίχνη
του χρόνου
επάνω στο σκοτεινό
υφαντό

και πλέκει
πλέκει
γράμματα με ήχους

σπάζει τη μοναξιά του
σε χιλιάδες πετράδια
κι ονειρεύεται έξω
από τη φαντασία

βρέχει τα πόδια του
σε θολές πηγές
ματώνει τα ακροδάχτυλά του
πάνω από το άπειρο γέρνει

και λούζεται την άβυσσο

όμαιμος του αετού
και των αρχαίων ναών
καταλυτής

αιρετικός για τους σοφούς
και για τους ταπεινούς
προφήτης

φλεγόμενος από αιώνων
εἰς τήν κάμινον των ηδονών
και παρθένος στα χέρια
των εφήβων

μια μυστική
σχεδόν ανερμήνευτη
γραφή τον θέλησε
ποιητή

όμως η άμμος
σάρωσε
τα αποτυπώματά του
έσβησε την κραυγή του

και τίποτε πια δεν τον θυμίζει

ένα νεφέλωμα το πρόσωπό του

γύρω από το μάτι του θανάτου

*Το πήραμε από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/08/23/άτιτλο-κωνσταντίνος-καραγιαννόπουλ/

Δημήτρης Φιλελές, Φωτογραφίες

Οι φωτογραφίες
α! οι φωτογραφίες
πάνω στο ερμάρι με τα κεντητά πετσετάκια
κατάντικρυ στο χαμηλό παράθυρο
γλυκοξυπνούν κάθε πρωί
με την πρώτη ηλιαχτίδα
ονειρεύονται κάθε απόβραδο
λουσμένες στο φεγγαρόφωτο
ταξιδεύουν πέρα από τη θάλασσα
περπατούν πάνω στ’ αποκαΐδια
κι όλο το παράπονο γίνεται λυγμός βουβός
με θλίψη ρωτούν γιατί
με απορία ρωτούν πώς
μα δεν υπάρχουν πια απαντήσεις
τα στόματα δεν θέλουν άλλο
το κακό να ξεστομίζουν
μόνο με λόγια συμπονετικά μιλούν
νανουρίσματα τραγουδούν
περασμένα σε χρυσοκλωστή…
© Δημήτρης Φιλελές

*Από τη συλλογή «Ομηρία (1922 μ.Χ.)», εκδ. Αγγελάκη.
**Το πήραμε από εδώ: https://mail.google.com/mail/u/0/#inbox/FMfcgzGqPzJScLcPRHHHJqmzGXjtzxWV

Θανάσης Πάνου, Δύο ποιήματα

HALLELUJAH (Ματωμένη Πανσέληνος)

Είμαι νυχτερίδα απόψε.
Ομορφιά είναι η ματωμένη πανσέληνος,
είμαι σκαθάρι που τρέφεται με τη σήψη των φύλ-
λων και των άνθεων,
είμαι πόρνη μιας βασιλικής αυλής που οργιάζει
πάνω σε σκελετούς,
πόρνη στο μπουρδέλο που αναμένει καυλωμένη
την ανάσα του Charles Bukowski,
είμαι σπυρί στο πρόσωπο του Μόρρισον είμαι η
ομορφιά της ασχήμιας
είμαι όλα, είμαι εσύ, όμορφε ιππότη με την τρύπια
κάλτσα.

*

ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΦΡΟΝ

Υπάρχουν τόσα που επιπλέουν και συμπίπτουν.
Ένα κύμα γεμάτο σκουπίδια η δημοκρατία και η
επανάσταση,
η Ελένη και η Μαρία Αντουανέτα, ο Ροβεσπιέρος
και οι Άθεοι,
οι Γιρονδίνοι και οι εκάστοτε μετριοπαθείς,
οι προφητείες του Νοστράδαμου και του Ησαΐα
και μέσα στο μπλε της θάλασσας,
στο άσπρο των αφρών της ασφόδελο,
οι Ιακωβίνοι πιο κόκκινοι από τους κόκκινους,
και η λαιμητόμος να ανεβοκατεβαίνει
με το μονότονο με χρηματοδότηση γδούπο,
που τόσο το αίμα τον όχλο συνεπαίρνει.

Και τώρα, στων γηρατειών την κλίνη
μιας Καλυψώς τα πύρινα φιλιά
μιας Κίρκης την πυρωμένη αγκάλη
και τα νάζια της μικρούλας Βαγγελιώς
σκέπτεται μονάχα,
κι ολούθε δάκρυα νοσταλγούν.

*Από τη συλλογή “Ο φάλτσος κότσυφας”, εκδ. Εξιτήριον.

Βασίλης Βασιλειάδης, από το “Χωρίς επιδότηση – Αποπεράτωση συνειρμών”

Έργο του Νίκου Δεληγιάννη

Οι καιροί
όχι μόνο οι σημερινοί
όλοι οι καιροί,
από πάντα,
παρά τα δεηθήναι
και τις επικλήσεις για παρέμβαση
στις κατά συρροή συνευρέσεις της αδυναμίας σου,
καθότι ξανά και ξανά αφελής,
δηλαδή επιρρεπής στη νόσο των ευχολογίων
και των ευσεβών παρακλήσεων,
με το ανύπαρκτο μεταφυσικό,
με αυτό το μύθευμα της λοιμικής δυναστείας
των γυρολόγων καί απατεώνων της αγίας τράπεζας
και του αγίου φωτός,
που πουλάνε με τσιριξιές και βελάσματα
στην κλίμακα του ντο,
στολισμένοι ολοαίματες ηλιθιότητες πλουμιστές,
υστερίες,
φανατισμούς
και άλλες καθαγιασμένες θεοβλαβείες
στην αφέλεια και στην ανυποψία σου,
όλοι οι καιροί λοιπόν,
με τρόπο κραυγαλέο,
δεν συμπαραστέκονται
στον άνθρωπο
ούτε στη ζωή την ανθρώπινη.

Kit Kelen, Two poems / Δύο ποιήματα

WHEN WE WERE YOUNG

it’s all as if…

little boat
be sea inside
the bay is walled
as high as heaven

dust played in the beams
when we were young
spun up like stars
no reason
for their any direction
trees looked in through windows
and as if
little boat be blessed

ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΜΙΚΡΑ ΜΑΣ ΧΡΟΝΙΑ

είναι όλα σαν…

βάρκα μικρή
γίνε εδώ μέσα η θάλασσα
η ακτή
μέχρι τους ουρανούς ψηλά χτισμένη

έπαιζε η σκόνη με ηλιαχτίδες
τα μικρά χρόνια
και σαν τ’ αστέρια στροβιλίζονταν
χωρίς κανένα λόγο
σε κάθε πιρουέτα
σκύβαν τα δέντρα για να δουν απ’ τα παράθυρα

και σαν
βάρκα μικρή να είσαι ευλογημένη

*

SUCH AN HONEST MORNING

sun has washed white

it’s an all-day rooster
proclaims from tin shade

tiny lizards
to whom I’ve had no formal introduction
are faster than anything here
too quick even to call their colour

a breathless hill’s
good for the heart

the way is slow up stairs

ΕΝΑ ΤΟΣΟ ΑΔΟΛΟ ΠΡΩΙΝΟ

με ήλιο ξασπρισμένο

είν’ ένας πετεινός
που ντελαλίζει ολημερίς στη στέγη

σαύρες μικρές, τόσο μικρές
δεν τους συστήθηκα επίσημα ακόμα
πιο γρήγορες απ’ οτιδήποτε εδώ
τόσο που ούτε το χρώμα τους
να πεις δεν προλαβαίνεις

είν’ ένας λόφος ξέπνοος
καλός για την καρδιά

σκαλί σκαλί αργοπορεί ο δρόμος

*Από τη συλλογή “A postcard from the fires – A picture of the rains” (“Καρτ-ποστάλ απ’ τις φωτιές Εικόνες της Βροχής”), ελληνική δίγλωσση έκδοση Καλειδοσκόπιο, 2022. Μετάφραση: Θεοδώρα Αραμπατζή.


** Ο Christopher (Kit) Kelen είναι Αυστραλός ποιητής, ζωγράφος και ακαδημαϊκός. Ζει στο Myal Lakes της New South Wales, στην Αυστραλία. Είναι επιμελητής της σειράς Pocket Poets των εκδόσεων Flying Islands στο Σίδνεϊ. Περισσότερα για τον ίδιο μπορείτε να βρείτε στο https://thedailykitkelen.blogspot.com


*** Η Θεοδώρα Αραμπατζή είναι ποιήτρια και εργάζεται στο Works at Internationale Jugendbibliothek, International Youth Library.