Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

ΑΓΑΠΗ

Η Αγάπη των άλλων
λείπει

του εαυτού πρωτίστως

τα λεπτεπίλεπτα λείπουν
κρινοειδή της άνθη
τα κατοικούντα εν αυτή
τα λαλούντα λόγια
τρυφερά και παρήγορα

η Αγάπη λείπει

ζωή να γίνει η ζωή

ο άνθρωπος;
Άνθρωπος να γίνει

*

ΜΑΤΩΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Στο περίστροφο
μονάχα μια σφαίρα

Με προσήλωση στόχευσε
κάτω από τον αυχένα
με χέρι σταθερό
πάτησε τη σκανδάλη

πυροβόλησε
το ποίημα

γέμισε ο ουρανός
λέξεις ματωμένες

*

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Ο ΚΑΜΑΤΟΣ

Ενθέρμως παραδόθηκε
στον πυρετό του οίστρου
έπλασε
σμίλευσε
έχτισε
γκρέμισε
έσκαψε
φύτεψε

και πάλι απ’ την αρχή

κάματο μεγάλο μ’ ίδρο πολύ
η ποίηση έχει

*Από τη συλλογή “Μικρές ταριχεύσεις”, εκδ. ΑΩ, 2021.

Κώστας Σαΐτας, Ποιήματα της παλιάς αρρώστειας

ΝΕΑ ΖΩΗ

Δύσκολο ν’ αλλάξει μια ζωή
να γίνει ακίνδυνη ξανά:
δρόμος τη νύχτα, άδεια εικόνα
καμπύλη στης γυναίκας τον ώμο
σ’ ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα
πρώτη φορά
παράθυρο που το χτυπάει ο άνεμος,
απ’ το παράθυρο, μια φωνή
βουβά λουλούδια,
αδιάβαστα βιβλία και φίλοι
φίλοι μακρυά που δε θα ξαναδούμε

*

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

Οι άσχημες γυναίκες των ζωγράφων
Οι αλλοπαρμένες γυναίκες των ποιητών
Αποκλεισμένες σε σπίτια ευκατάστατα
Γλείφοντας το στόμα
Όπως οι μυίγες τ΄ ανοιχτό βάζο του γλυκού.

*

ΠΑΛΑΙΟ ΦΑΛΗΡΟ

Κάθε πράξη χωριστή, σ’ ένα σύνολο
ανεξάρτητη. Σαν την αληθεια πίσω
απ’ το γυαλί του πίνακα, σ’ αυστηρό περιορισμό.
Ο χρόνος από τη μια χορδή ίσαμε την άλλη
ένα συγκεκριμένο σχήμα, ένα κουδούνι γυάλινο π.χ.
ή μια ρωγμή σ’ ένα από τα τοιχώματά του. Στήλη φωτός
ή σημασία των χαρακτηριστικών ενός προσώπου
καθόσο κράτησαν μερικές εκφράσεις.

*

Η ΑΡΡΩΣΤΕΙΑ

απλώθηκε
και μας αγκάλιασε όλους.
Στην αρχή την υποδεχτήκαμε
σαν μνήμη παλιάς ερωμένης.
Θα ‘λεγες πως την αφήσαμε
να μας γοητεύσει και άθελά μας
πήρε στα σάπια δάχτυλά της
τα ινία του δέρματός μας.

*

64 MAY STREET FITZROY NORTH

Η καφετιέρα κάπου στο περβάζι
απ’ το παράθυρο της κουζίνας
ο κήπος και διάχυτο το φως του ήλιου
σ’ άσπρα σύννεφα.
Τι σημασία έχει πώς αισθάνομαι;

*

SWANSTON STREET

Έμπεδος σε μια πόλη
Σαν τα οχήματα που μέσα της κυκλοφορούν
Δεν πρόκειται να ξημερώσεις περιμένοντας στη στάση
Αδιάφορο πόσα χρόνια έζησες μαζί της.

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Κ. Ξυλινάκης (Βρυξέλλες, 25 Αυγούστου 1984).

**Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Σπείρα” με τον τίτλο “Ποιήματα της παλιάς αρρώστειας”.

***Ο Κώστας Σαΐτας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Μανσούρα της Αιγύπτου από Έλληνα πατέρα και Ελληνορωσίδα μητέρα. Εκτός από την Μανσούρα, έζησε στο Φάληρο, το Λονδίνο, το Καίμπριτζ, το Παρίσι, την Αυστραλία -που τόσο την αγάπησε που κίνησε ζήτημα για την αντικατάσταση της εθνικής σημαίας της- (εξ ου και τα ποιήματα που παρατίθενται εδώ με τους τίτλους “64 May Street Fitzroy North” και “Swanston Street” που είναι οδοί της Μελβούρνης), στην Αθήνα και, τέλος, στις Βρυξέλλες, όπου παντρεύτηκε μια γαλλόφωνη Φλαμανδή και απέκτησε οικογένεια. (Πληροφορίες Κ. Ξυλινάκη).

****Στη φωτογραφία μια μικρή πλατεία στο εσωτερικό προάστειο της Μελβούρνης Fitzroy North, που παρατίθεται και ως τίτλος ποιήματος.

Κούλη Τσολοδήμου, Τρία ποιήματα

ΜΙΑ ΕΥΚΡΙΝΕΙΑ

Μια ευκρίνεια
με προσδιορίζει. Ένα διόραμα
από φωνές πουλιών.

Οποιαδήποτε διαφορετική συνθήκη
μου προξενεί σύγχυση.

Νοιώθω κάθε τι κοινό όπως
άλγος, στοργή, αντιπάθεια,
έρωτα, μεμψιμοιρία·
τα ψαύω
με προσεκτική τυφλότητα.

Έχει σίγουρα
κι άλλο ψαχνό η καρδιά.

*

Η ΠΟΙΗΣΗ

Η ποίηση
έχει φύση ανακριτική.

Για να σου πάρει λόγια
γίνεται οικιακή βοηθός
ντίβα ή
προξενήτρα.

Πριόνι στο λαιμό
σχεδόν σύνθλιψη κρανίου –
εξευτελισμός
από την κατ’ ιδίαν πράξη.

Η κατάθεσή σου τα
μπαλώνει·
σε περιφέρει σα
φόβητρο ακατανόητο ή
σαχλά διερμηνευμένο.

*

ΘΑ Σ’ ΑΓΑΠΑΩ Μ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ

Θα σ’ αγαπάω μ’ αυτόν
τον τρόπο
της ενδεχόμενης οδύνης.

Όχι
πιατικά και κρυψίνοιες –
θέλω να
σ’ απασχολεί η στάχτη μου.

Να βήχεις κάπου κάπου.

Όταν σε παίρνει ο ύπνος
να σου πιάνω κουβέντα
και να μυρίζουνε τσιγάρο
τα μαλλιά μου.

*Από τη συλλογή «Γινόμενο Πρώτων Παραγόντων», Ναύπακτος, 2022.

ένα έτσι, Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι

Η τρέλα είναι πάντα ένα σπίτι
με αναμμένες όλες τις συσκευές
το ρεύμα να τρέχει στη διαπασών
τις βρύσες ανοιχτές
τα ρολόγια κολλημένα στην πιο κοινή ώρα
γατιά, σκυλιά να λυσσάνε
το μπαλκόνι να κρέμεται στην άβυσσο
άφθαρτοι τοίχοι, γυαλισμένα τζάμια
ευγραμμισμένα έπιπλα, στρωμμένα κρεβάτια
τακτοποιημένοι λογαριασμοί
το κλειδί στην πόρτα
ένας ολόκληρος κόσμος
να περιμένει να μπει μέσα,
να ζήσει κι αυτός, να φάει, να γαμήσει
να χέσει, να δει τις ειδήσεις
να πει τα νέα του
να κάνει σχέδια για το μέλλον,
να αναβιώσει το παρελθόν
να σε πιάσει απ’ το λαιμό
να σε πετάξει στο δρόμο
να πας στο διάολο, να φύγεις
να μείνεις μόνος, μακριά από όλους
φοβισμένος, ήσυχος
πεινασμένος, κουρέλι, μόνος
ελεύθερος, βρωμιάρης, άρρωστος
κι ευτυχισμένος

*Στη φωτογραφία: John Gutman, The Cry (1933).

Ζένια Στρατηκοπούλου, Στη μέση του δάσους

Πρωτοκάθισα απέναντι
σε μια κρεμάστρα.
Και σκέφτηκα
τι να κρεμάσω άραγε εκεί;
Μια γέφυρα για να περάσω απέναντι;
Ένα πρωτόγονο σχόλιο;
Το παιδικό μου σακίδιο
με τους φόβους μου μέσα;
Μια παράσταση που δίνουν
πέντε παπούτσια μόνα τους;
Τα μαζεμένα σκουπίδια;
Τις προσευχές και τις παλαβομάρες;
Τους σκυφτούς μάγειρες;
Τις ησυχίες του δωματίου;
Ένας δασοφύλακας
Δύο φαντάσματα;
Τρεις ανανάδες;
Τίποτα δεν θα κρεμάσω
Ένα ξύλο είναι
που κοιμάται στον τοίχο, είπα.

*Από το βιβλίο ‘Το κλείστρο και άλλες ιστορίες”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2022.

**Το σχέδιο της φωτογραφίας είναι έργο της Ζένιας Στρατηκοπούλου.

Βασίλης Νικολόπουλος, Το μπαρ των ονείρων σου

Δεχόμαστε κάρτες, ρολόγια
δόντια χρυσά, σφραγίσματα και δαχτυλίδια.
Επιταγές, αυτόγραφα,
σκουραλίκια και αριθμούς τηλεφώνων
γραμμένους σε σόλες παπουτσιών.
Μυστικά, ποιήματα και μυστικά ποιήματα,
προβλέψεις για το τέλος του κόσμου
και άλλα στοιχήματα.
Δεχόμαστε αγκράφες και υποσχέσεις.
Μετρητά και αμέτρητα βρισίδια και σάλια.
Δεν μας πιάνει τίποτα’
νόμοι, ποτά, παρουσίες και τσιγάρα.
Ίσα που την ακούμε στη λέξη “θάνατος”.
Με τόσα τιμαλφή
ικανοί είμαστε να ζήσουμε για πάντα.
Δεχόμαστε στάσεις πληρωμών
και ανταποκρίσεις δρομολογίων.
Παραγγελίες χωρίς κεράσματα
και σπασμένα γυαλιά στα μπράτσα και τα μάτια μας’
ξοφλημένους διαλόγους.
Παριστάνουμε τον μπαμπά και τη μαμά.
Τα χαμένα αδέρφια, τους πληρωμένους έρωτες,
αυτούς που γίνανε στάχτη στο φως.
Ακούμε φωνές απ’ τα υπόγεια,
σπέρνουμε πτώματα
και θερίζουμε νότες που προκαλούν διαταραχή.
Ανασκάβουμε το παρελθόν ψάχνοντας τη γείωση.
Στο τέλος της νύχτας,
Στο φως του καντράν και στο μουγκρητό της μηχανής,
κρύβεται όση αγάπη μάς απέμεινε.

*Από τη συλλογή “Βράδυ με ήρωες”, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

**Στη φωτογραφία έργο του Norman Cornish.

Γιώργος Μπλάνας, Δύο ποιήματα

ΕΡΩΤΑΣ

Ο έρωτας: αυτό το δέντρο που πληγώνει
την ξυπόλητη νύχτα. Ο έρωτας:
αυτό το αγκάθι που χαϊδεύει τα στήθη
της αγρύπνιας. Ο έρωτας:
ο θάνατος τρελός από έρωτα
για τον έρωτα: ο έρωτας
έτσι κι αλλιώς χαμένος από έρωτα.

*

ΑΝΗΛΙΚΗ ΑΠΟΡΙΑ ΜΕ ΦΕΓΓΑΡΙ

Επειδή το φεγγάρι κυνηγούσε
Τη νύχτα απο κλαδί σε κλαδί, όπως σε όλα
τα παιδικά βιβλία της, έκρυψε τα δάχτυλα
στην πυκνή φυλλωσιά των μαλλιών της και είπε:
“Εγώ θα κοιμηθώ. Μα πώς
θα περάσει μόνη τη νύχτα η νύχτα;¨

*Από τη συλλογή “Ο κότσυφας του σύμπαντος”, εκδ. Bibliotheque, 2021.

Pierre Jean Jouve, Δύο σεξουαλικά ποιήματα σε δυο διαφορετικές μεταφράσεις

ΑΡΙΑΔΝΕΣ

Τα κωλομέρια γυναικάρες μου! τ’ ασημωμένα
μαλλάκια κομψογύριστα ξεδιπλωμένα στα μέρη
τα πτυχωμένα σφιχτά φαρδιά καρδαμωμένα
το μπακιρένιο δέρμα φωτολουσμένο στα μάκρη!
το τέρας αποκαρωμένο ξεσκλίδια οι στολισιές
κι εσείς μισόγυμνα κορμιά ματωμέν φορεσιές
τα τουρλωτά σας αύρα που δε βιάζουν τα φτερά
τ’ αρώματά σας ούρα στη μασχάλη θαλασσινά.

*

ΚΑΒΑΛΛΑ

Φρίμασμα τ’ αλόγου του θανάτου!
υποκύπτει στον πειρασμό του μαύρου στόματος
κατώτερου οικείου και γύψινου βλέμματος
παιγνιδιστά κουρτίνες φύλα γάμπες χέρια.

*Μετάφραση: Νίκος Λεβέντης

Pierre Jean Jouve, Δύο ποιήματα

ΑΡΙΑΔΝΕΣ

Οι γλουτοί σας, γιγάντιες αγαπημένες μου! Οι ασημένιες
κόμες σας μαλλιά κομψά πλεγμένα, και ξέπλεα
στις πυκνές, βαριές και μακριές πτυχές σας
Το χάλκινό σας δέρμα πάιρνει το φως τω οριζόντων!
Και το τέρας να λουφάζει, όλα τα στολίδια σας κουρέλι
Τα ενδύματά σας αίματα, και μέρη γυμνά,
μπάτης οι καμπύλες σας, καμιά φτερούγα δεν τον βιάζει
θαλασσινό το άρωμά σας και ούρα στη μασχάλη

*

ΕΦΙΠΠΟΣ

Φρουμάζει τ’ άλογο του θανάτου!
Ενδίδει στου πειρασμού το κάτω στόμα
μαύρο και οικείο και στο γύψινο βλέμμα
και στο παιγνίδι παραπετασμάτων, αιδοίων, κνημών και βραχιόνων.

*Μετάφραση: Σ.Ν.Κουμανούδης.
**Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Σπείρα”.

***Στη φωτογραφία Henri Le Fauconnier, Pierre-Jean Jouve (1887-1976).

Ρογήρος Δέξτερ, Gesta in Eutopia

•ξερή• με τα παππούδια
Στους καφενέδες• ζάρια στο τάβλι•
Κοκκαλιά και κηφηνόσβωλο• μέσα
Σε φωνές• και χάχανα•και πυκνό καπνό•
Που νιώθω βέβαια να με πνίγουν•
Όπως η Μόρα κάτι νύχτες
Ταραχής και αγρύπνιας• ή
Ο κακός βραχνάς
Ότι αυτό που υπήρξα κάποτε
Σε φως λιγοστό
Θα γίνει τώρα μια χαψιά
Στο μαύρο σκοτάδι• και όμως•
Τύχη αγαθή και πάλι•
Φεύγω τουλάχιστον όρθιος
Κάτω από μονόμουντζες
Και μούτρα κατεβασμένα
Και βλαστήμιες βαριές
[“Τα κοράκια που θα σε σηκώσουν,
Κωλόπαιδο!]•
Αλλά με τις τσέπες γεμάτες•
Φορτωμένος
Από τόσα ξένα κόλλυβα•

*

•τώρα έκανα αυτό•[ασήμαντο]•και
Πιο μετά θα κάνω εκείνο• και το άλλο•[αδιά-
Φορο]•τριγυρισμένος από διάφορες σκέ-
Ψεις• όπως το να κόψω
Στη μέση δυο λέξεις•
Όπως άλλοι
Κόβουν το βήχα•
Το τσιγάρο• τα χάπια•
Τα πολλά πολλά με το υπερπέραν•
Ή τους συγγενείς που γίνονται
Πιο φορτικοί κι από φαντάσματα• τώρα
Είπα ν’ ανεβώ μια κακοτράχαλη
Κατηφόρα• όλο χοχλάδια και θάμνα• και
Πάρε δώσε
Στην κόψη του γκρεμού• με
Αναμμένο ένα κερί
Για το φόβο των νιουδαίων ή
Μάλλον [να λέμε αλήθειες]
Γιατί στο φρύδι του βουνού
Βγαίνει ακόμη σα ζωντανός
Ο πεθαμένος•
Που πέρσι έδωσε τέλος στη ζωή
Ή στον αργό του θάνατο•
Πηδώντας με απόγνωση στο σκοτεινό
Φαράγγι• είπα ήδη αρκετά
Ότι θα κάνω•
Ίσως και ανώγεια ψηλά• με τα λόγια•
Αλλά την ελπίδα την ξέχασα•
Ότι ακόμη κι αν χαθούμε κάποτε
Κάπου αλλού
Θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε•

*

•τί αηδόνι• και τούτο• στη ρεματιά
Που πήρε να χορδίζει•
Ταξίμια και λοξό τζαμάρισμα•
Το λαρύγγι του χαράματα• για
Να φέρει στο μυαλό
Η μνήμη (δε θά ‘μουν)
Εκείνον το ρεμπέτη (ούτε πέντε)
Στη Φαρμακολύτρια (κοντά
Παντελονάκια, τσιρότα
Στα γόνατα και στους αγκώνες)
Που ‘παιζε το καημόκουτο
Με το σανδάλι του
Μπροστά στα γουρλωμένα μάτια
Του κοσμάκη• κι ακόμη ν’
Αντηχεί στ’ αφτιά μου
Το ντρίγκι ντρίγκι με το κομπολόι
Και οι στίχοι (μάλλον δανεικοί•
Όχι δικοί του• τι πειράζει; )
Από κάποιο μουρμούρικο παλιό•
” Παίξε τραγούδια
Το μυαλό μου να ζαλίσω
Να την ξεχάσω
Και να μην την ξαναθυμηθώ ” •

*Στη φωτογραφία: Ben Langlands, Nikki Bell Utopia.

Κατερίνα Φλωρά, Άτεμνος

Διασχίζοντας τις παραλλήλους
συλλογίζομαι την παράλληλη πορεία μας,
δρόμοι που για λίγο συναντώνται για να χωριστούνε πάλι

Περιπατητές στου χρόνου την άκρη
της στιγμής εραστές που απομακρύνεται
που ξεγλιστρά της συνείδησης την κυριαρχία

Το κορίτσι χάμω με λυγμούς
κάπως έτσι θα ‘ναι ο πόνος
όταν ο χρόνος διαστέλλεται 
όταν ανήμπορα και απατηλά διαφεύγει