Βάλε κονιάκ στο ποτήρι μου.
Ό,τι πιο φθηνό.
Το πιο άθλιο ποτό που μπορείς να βρεις στα βρώμικα ντουλάπια σου.
Άσε με να μεθώ.
Να είσαι εκεί.
Εκεί που δεν θα έχω πια την κυριότητα των λόγων μου.
Θα ουρλιάζω τα ονόματα που σου έχω χαρισμένα.
Μην σκοτίζεσαι να καταλάβεις.
Ποιο το νόημα άλλωστε;
Τάισέ με το χειρότερο φαΐ σου.
Ωμό.
Πέτα το σε μια γωνία.
Θα συρθώ σαν το σκυλί για να σε ευγνωμονήσω.
Το χειρότερο εαυτό μου ξεσκονίζοντας μπροστά σου.
Θα σταθώ τρεκλίζοντας κρατώντας τους ώμους σου,
κουρασμένος, καθαγιασμένος, γυμνός.
Θα γίνω αυτός που πραγματικά είμαι.
Χωρίς υπεκφυγές, χωρίς ευγένειες.
Δεν θα είμαι αυτός που κρύβει το νερό,
που ντύνουν τα άψογα τα ρούχα,
που οι καλοί μου τρόποι ιστορούν.
Βαδίζοντας αργά και μεθυσμένα,
τα χείλη σου προσδοκώντας να βρω.
Χαρίζοντάς σου τα πιο φρικώδη σχέδια.
Την τέχνη σου αποθεώνοντας μες στα λευκά χαρτιά.
Κομμάτι θα γίνω κι εγώ του μαύρου μολυβιού σου.
Στις σκοτεινότερές σου σκέψεις,
στις πιο μύχιες φοβίες των παιδικών σου χρόνων,
άσε με να γίνω φως.
Μόνο ένα σου ζητώ.
Μην λυπηθείς αυτό που δείχνω ότι είμαι.
Μα αγάπα αυτό που μέσα από την κόλαση της σκέψης μου γεννιέται.
Δώσε μου φτερά.
Κάνε με τον σκοτεινό σου άγγελο.
Μονάχα μην με συμπονέσεις.
Αυτό ξέρεις μπορεί στο τέλος να σκοτώσει.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Ευσταθία Π., Τρία ποιήματα
ΣΤΥΓΑ
εδώ τα αγόρια έχουνε συν δώδεκα κεφάλια
κόβουν το ένα μα σιγά πάντα φυτρώνει άλλο
δύο φορές γενέθλια κι εφτά ψυχές τ’ αγόρια
λιμάρουνε τα νύχια τους στα τουρνικέ τα βάφουν
τώρα η Τρίτης Σεπτεμβρίου είναι ροζ
τ’ αγόρια σκίζουν με τα δόντια τα φτερά τους
λερναία σώματα με λέξεις ξηλωμένες
καρδιές χτυπούν ανύποπτα
κι όπως το φως κοιτάζουν
μουσεία ανιθαγενή τα μάτια τους στην πόλη
*
ΣΙΝΓΚΕΡ
τα κορίτσια τα καλά
γάζωμα
φύσημα
Πέντε δέκα στον παρά
γάζωμα
φύσημα
τ’ άλλα τα καλύτερα
όταν παν αντίπερα
παίρνουν πάντα τηλέφωνο
λεν πως έφτασαν σπίτι
*
ΝΤΟΜΑΤΟΒΕΡΓΑ
μετά από τόσους νεκρούς
γέμισε χώμα το ποίημα
στα χέρια κνησμός
κι εσύ για να ξεχάσεις
σε πλήρη ένταση πιέζεις το κουμπί
πολτοποιείς και εμφιαλώνεις
περασμένων ζωών τρυφερές απολήξεις
*Από τη συλλογή “ΣΙΝΓΚΕΡ”, Εκδόσεις Θράκα, 2025.
Jorge Amado (1912 -2001), Δύο ποιήματα στα ελληνικά και ισπανικά
LLEGADA
Anoche presentí que no vendrías,
la luna se escondió en el horizonte,
los árboles tejieron melodías
y el frío se escapó de entre los montes.
Las horas lentamente se embriagaban,
el mundo se detuvo en sus relojes,
la rosa en su capullo se cerraba
y un grillo me cantaba:” no te enojes”.
De pronto el bosque se vistió de plata,
se abrieron las ventanas y las flores,
se oyeron unos pasos por las matas:
llegaba el amor de mis amores.
ΑΦΙΞΗ
Χθες βράδυ ένιωσα ότι δεν θα ερχόσουν,
το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από τον ορίζοντα,
τα δέντρα ύφαιναν μελωδίες,
και το κρύο ξέφυγε από τα βουνά.
Οι ώρες σιγά σιγά μεθούσαν,
ο κόσμος σταμάτησε στα ρολόγια του,
το τριαντάφυλλο στο μπουμπούκι του έκλεισε,
και ένα τριζόνι μου τραγούδησε: “Μην θυμώνεις.”
Ξαφνικά, το δάσος ντύθηκε στα ασημένια,
τα παράθυρα και τα λουλούδια άνοιξαν,
βήματα ακούστηκαν στους θάμνους:
η αγάπη των ερώτων μου έφτανε.
AMARTE
Amarte es la materia que no rindo,
que aplazo trás los montes del engaño,
que dejo que el fantasma de lo lindo
me envuelva en lo efímero y el daño.
Amarte en lo invisible de tu esencia,
buscarte en lo indecible de tu Rostro,
gozar sin más tu altísima presencia,
querer vivir sin que existieran otros.
Amarte en la belleza de la rosa,
mirarte en el paisaje vespertino,
sentirte en esa mano cariñosa,
beberte en esa agua que fue Vino.
ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ ΣΕ
Το να σε αγαπώ είναι το θέμα που δεν παρατώ ποτέ,
που το αναβάλλω πίσω από τα βουνά της απάτης,
που αφήνω το φάντασμα της ομορφιάς
να με τυλίξει μέσα στο εφήμερο και το οδυνηρό.
Αγαπώντας σε μέσα στο αόρατο της ουσίας σου,
αναζητώντας σε στο ανείπωτο του Προσώπου σου,13
απλά απολαμβάνοντας την υψηλή σου παρουσία,
θέλω να ζήσω χωρίς να υπάρχουν οι άλλοι.
Αγαπώντας σε μέσα στην ομορφιά του τριαντάφυλλου,
ατενίζοντας σε στο βραδινό τοπίο,
νιώθοντας σε σε αυτό το στοργικό χέρι,
πίνοντας απ’ αυτό το νερό που ήταν Κρασί.
*Δημοσιεύονται στο “ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ARS POETICA” (POLIMNIA, ARS POETICA), Διεθνή Επιθεώρηση Ποίησης, Διηγήματος και Δοκιμίου (Revista Internacional de Poesía, Cuento y Ensayo), Οκτώβρης 2025.
**Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.
Γιώργος Κοζίας: Βαρκαρόλα (σχεδίασμα)
Όπου κι αν ταξιδέψεις
σάπια εποχή και τιποτένια.
Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα
στην Ανάφη και βρίσκεται
εξόριστος στην Τροία
Είμαστε παγιδευμένοι, σου λέω,
μας χτίκιασαν στα ναυπηγεία…
Σκουριασμένες λαμαρίνες, ενθύμια
της άμμου, πέτρες για το κακό μάτι
Ωραία Ελένη, αυτό το σκοτωμένο καλοκαίρι
βάλε μαύρες πέρλες, σφίξε με
κι αγκάλιασέ με
Χόρεψε μαζί μου από Ανία
Το γαμήλιο πάρτι το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ
Ξέμπαρκος κόσμος, ελπίζει, μάταια ελπίζει
στο ίδιο μουράγιο ανάστροφα γυρίζει
Τα πλοία, τα πλοία θα μας αφανίσουν
Είμαστε περαστικοί
σου λέω, ανίατα περαστικοί…
Ας πάμε λοιπόν ψυχή μου
ας πάμε πάλι κάπου
κι ας είναι στο Πριγκιπάτο του Θανάτου
Να λάμψουμε ή να χαθούμε
κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.
*Από τη συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.
Τάσος Λειβαδίτης, Η κατάκτηση του χρόνου
Πηγαίναμε να κατακτήσουμε τον κόσμο- εγώ, ένας στρατιώτης
απ’ τον μεγάλο πόλεμο κι ο κόμης ντε Λωτρεαμόν. Το τρένο έτρεχε
με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ήταν ένα σχέδιο παράτολμο- κάποτε
θα σας εξηγήσω. Νύχτα. Οι φωταγωγημένες πόλεις περνούσαν
έξω απ’ τα παράθυρα σαν αναμμένα κουρέλια κυνηγημένα απ’
τον άνεμο. Ο κόμης φορούσε έναν μανδύα φαρδύ για να σκεπάζει
τον αιώνα του κι έναν λαιμοδέτη ανάστατο σα μια εξέγερση.Ο
στρατιώτης τραυματισμένος παραμιλούσε κ’ ίσως τ’ ασυνάρτητα
λόγια του να εξηγούσαν τ’ όνειρο μιας εποχής. Ύστερα άρχισε
να χιονίζει, κρυώναμε όπως στην προϊστορία «Ραχήλ!» ψιθύρισε
ο στρατιώτης. Τι ήθελε να πει; Ο κόμης έσκυψε πάνω του. «Η
συμπόνια είναι το μόνο ελαφρυντικό στο έγκλημα να υπάρχουμε»
είπε.
Γι’ αυτό σας λέω: όταν ακούτε ένα τρένο να σφυρίζει τη νύχτα,
σηκωθείτε κι αγρυπνήσετε.
Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε.
*Από τη συλλογή “Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου”, Εκδόσεις Κέδρος, 1990.
Κατερίνα Φλωρά, Εκπνοή
αν προφτάσαμε τον καιρό
πριν το κύμα καλύψει
ό,τι απέμεινε στης βουβής ακτής την ερημιά
πριν καλύψει το σύννεφο
το φως της μέρας που λιγοστεύει ολοένα
πριν αέρας σκορπίσει
τα λησμονημένα όνειρά μας στων αστεριών τη σκόνη
θα’ ταν σαν να αντικρύζαμε ξανά το απέραντο ζεστό πέπλο μιας αγκαλιάς
εκπληρώνοντας αέρινα τα θραύσματα των χαμένων μας επιθυμιών
Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Προσμένω
Εδώ ο χρόνος πολυκαίριασε
και δε φοριέται άλλο.
Στα συρτάρια των καιρών,
οι αναμνήσεις βάρυναν επικίνδυνα
κι ας λένε πως ξαλαφρώνεις με το φευγιό του χρόνου.
Ένας κόσμος τα μάτια σου.
Απάνεμος Ζέφυρος το γέλιο σου.
Ασημόχρυσο χάδι
η ζεστή σου ανάσα.
Κερί κόκκινο για την αγάπη σου ανάβω.
Προσμένω
στο παράθυρο
να σε δω να έρχεσαι,
να γεμίσει ο τόπος Ανατολή!
Κυπαρισσία, 1 Νοέμβρη ´25
Γρηγόρης Σακαλής, Πλάσμα
Ένα κίτρινο φόρεμα
περιέχει το σώμα της
κι ένα μαύρο φουλάρι
το στολίζει
Θεέ μου, τί ομορφιά
πόσο γαλαντόμος ήσουν
όταν την έπλαθες
μάτια αμυγδαλωτά
και μαλλιά σγουρά
πόσοι την έχουν αγαπήσει
μα αυτή είναι φειδωλή
δε δίνει εύκολα
την αγάπη της
εγώ τί τύχη να ’χω
που δεν είμαι αντάξιός της
μα δεν πειράζει
θα την αγαπώ από μακριά
μου φτάνει που τη βλέπω
ν’ ανασαίνει, να χαμογελά
κι ας μη μ’ αγαπάει.
*Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”.
Μανόλης Αναγνωστάκης, Θά ῾ρθει μιὰ μέρα
Θά ῾ρθει μιὰ μέρα
ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι
καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη,
μὰ δὲ βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία
ἢ γιὰ νὰ ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ
νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲ βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας
εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο
ἴσως καὶ στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ
δὲ μπορεῖς νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ -ξεχνῶ πάνω σὲ τί-
κι εἶναι κρῖμα
γιατὶ ἦταν τόσο μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου,
ἀλλὰ κι ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου,
νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.
Παναγιώτης Μηλιώτης, Ήταν σε πολύ καλή τιμή
Ήρθε η σκόνη
και σκέπασε τον ήλιο
τ’ αμάξια
τα φύλλα
τα μπαλκόνια
τους ανθρώπους
νύχτωσε
πιο γρήγορα
φεγγάρι δε φάνηκε καθόλου
από τα υπόγεια εργαστήρια
έντονα κοψίματα αντηχούσαν
και επίμονοι χτύποι
-πόνοι και ουρλιαχτά θηλυκής καταγωγής-
Ξημέρωσε
και η σκόνη του φονικού σκέπασε
ακόμη και την αφρικανική.
Στις βιτρίνες των κοσμηματοπωλείων
οι σιωπηλές και πάμφθηνες πωλήτριες
τοποθέτησαν τις νέες φεγγαρόπετρες.
Ήταν σε πολύ καλή τιμή.









