Γιάννης Ζέρβας, Το εκκρεμές

Δεξιά. Αριστερά. Δεξιά
Τα μάτια του
Παρακολουθούν το εκκρεμές
Όπως αγώνα τένις
Με το κεφάλι χωμένο στα χέρια
Τους αγκώνες στηριγμένους στο τραπέζι
Την καρέκλα καρφωμένη στο πάτωμα
Πάνω απ’ τον κάτω όροφο
Χτισμένο στον πιο κάτω
Κι εκείνο σε θεμέλια
Και σ’ ανεξερεύνητα ερείπια
Πόλεων αρχαίων βυθισμένων σ’ άλλες πόλεις
Στρώματα μέσα σε στρώματα απολιθωμάτων
Ως το πυκνό κέντρο της γης
Που φλογισμένο περιστρέφεται
Σε νεφελώματα ανάμεσα σε γαλαξίες
Στο σύμπαν σφηνωμένους.

Κι αυτός εκεί.
Μόνο το βλέμμα ταξιδεύει.
Δεξιά. Αριστερά. Και πάλι.
Σε ελάσσονα τροχιά υπομονετικά
Να νοσταλγεί το κέντρο
Που δε βλέπει.

Νίκος Γαλάνης, Σε όλα τα πρωτοσέλιδα

Αύριο ο μαύρος φίλος μου
θα βρίσκεται στο πρωτοσέλιδο
γιατί είναι αυτός που κρέμασε τη σημαία ανάποδα
κάτω από τις κόκκινες και τις λευκές λεωφόρους
είναι αυτός που έβαλε τη μπλε νύχτα
με τ’ αστέρια σε κλουβί
φυλακίζοντας
έστω για μια στιγμή την ησυχία
Αύριο να κοιτάξεις προσεκτικά
κάτω από τη γέφυρα
δίπλα από το λευκό αυτοκίνητο
σε όλα τα πρωτοσέλιδα της πόλης
θα φλέγεται η καρδιά μου
και σε παρακαλώ μη βιαστείς
να της περάσεις αλυσίδες

*Από τη συλλογή “Τζορτζ Φλόιντ”, Ηράκλειο 2020. Ο ποιητής διατηρεί το ιστολόγιο στο https://nvgalanis.blogspot.com

Ειρηναίος Μαράκης, Αντιπολεμικό

Η αγάπη είναι πόλεμος, είπες
σε κάποια περασμένα Χριστούγεννα.
Κι εγώ, καθώς ξημερώνει
στα χαρακώματα
ένα σκοπό τραγουδάω
από χρόνια περασμένα
από χρόνια ειρηνικά
από εκείνα που μας οδήγησαν
στη συντριβή.

Όταν επέστρεψα στην πατρίδα
η γαλανόλευκη σημαία
στόλιζε το φέρετρό μου.
Έγραψαν πως έπεσα σαν ήρωας
στο μέτωπο της Σμύρνης.
Δεν είπαν πως σκοτώθηκα
μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο
και με τη φωτογραφία σου
στο χέρι.

Σοφία Χανιωτάκη, Τρία ποιήματα

ΣΑΝ ΦΥΛΑΚΗ

Σαν φυλακή μας έγινε η πόλη.
Αν είμαι έξω ή μέσα της, δεν ξέρω.
Επτά το πρωί.
Στέγες που έχουν άψυχους
και σπίτια χωρίς σώμα
σε δρόμους από έρημο
κι ορφάνια στρωμένους.
Κι άστεγοι πάνω τους,
να κοιμηθούν, να μη βραχούν, να μην κρυώσουν.
Κι αν βρέξει, έβρεξε.
Έχεις κοιτάξει άστεγο στα μάτια;

*

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΟΣΜΟΣ*

Αν διδασκόμασταν λίγο απ’ την ιστορία μας,
αν μας γοήτευε ο ήλιος που θα βγει
αν δεν φοβόμασταν τον διπλανό μας
αν εννοούσαμε αυτά που λέμε
αν δεν περιφρονούσαμε τους συν-ανθρώπους μας,
αν ήμαστε άνθρωποι-παιδιά, ερωτευμένοι με την ίδια τη ζωή
αν ξεδιψούσαμε εκείνον που διψά
δίχως να περιμένουμε φαΐ για ανταλλαγή,
αν δεν πουλούσαμε ανθρώπους και ζώα
αν δεν πουλούσαμε την ίδια την ψυχή μας…
Αν ξέραμε αγάπη τι θα πει,
ο κόσμος μας θα ήταν κόσμος.

*Κόσμος (εδώ): στολίδι.

*

ΜΕ ΛΕΝΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Υπάρχω για να χωρίζω τους ανθρώπους,
να μην τους αφήνω ν’ αγκαλιάζονται, να φιλιούνται, ν’ αγγίζονται.
Υπάρχω και πλέω σαν τη θάλασσα,
που ξεχωρίζει τα βλέμματα
που πνίγει τις ανάσες
που δεν αφήνει τις ψυχές
να πουν ούτε γεια ούτε αντίο.
Υπάρχω;
Είμαι εδώ, είμαι εκεί, είμαι παντού.
Και είμαι μέσα σου δυνατή σαν κυκλώνας.
Είμαι σκληρή και στέκομαι αγέρωχη μπροστά στον χρόνο.
Δεν με νοιάζει αν σου λείπω
δεν με νοιάζει αν μου λείπεις
γιατί είμαι μεγάλη, αλλά… υπάρχω;
Με λένε Απόσταση
και υπάρχω
σαν να μην υπάρχω.

*Από την συλλογή “Δέκα σελίδες”, εκδόσεις Βακχικόν.

Ηλίας Ν. Μέλιος, Ποιήματα

ΠΑΛΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΟΜΥΘΙΑ

του Μιχάλη Τ. και του Κώστα Δ.
εις μνήμην

η γλύκα του θανάτου -γλυκιά ζωή-
γονατίζει ρετάλι το κορμί
αγκαλιάζοντας
μάρμαρα χαμόγελα λευκά
και σιωπή βελούδινη σκληρή

θρύψαλα χρώμα κίτρινο τον νου σαν διαπερνάει
βαθειά ριζώνει στο χαρτί ψάχνει βαρέλι τρύπιο
να βρέχει χέρια και κορμί κρασί να ομοιάζει
να πνίγει εικόνες διάφανες τη μνήμη φυλακίζει
τζάμι σπασμένο φόρεμα αγάπες ν΄’ αυγατίζει
τ’ άσπρου θανάτου τη μεριά φόβος να κυβερνάει
να φέρνει χρόνους δίσεκτους μάτια ν’ αστροβολάνε
κι εγώ γυρεύω γράμματα το στόμα μου να κλείσω
ν΄ ακούω σιωπές τρικούβερτες το γλέντι να μη βρίσκω
ν΄ αναθυμούμαι τις χαρές που μέλλονται να κλέψουν
οι τρισκατάρατοι καιροί που πίσω σας εμείναν
να μη μπορώ να χαριστώ στους μήνες και τους χρόνους
που φίλοι σεις χωμάτινοι δεν πρόκειται να δείτε
κι ούτε πιοτό αιμάτινο τα γένεια σας θα βάψει
μόνο κεριά φυτρώνουνε στις άκρες των δαχτύλων
του ήλιου βάζουνε φωτιά να μείνει η σελήνη
στον λάκκο μέσα του μυαλού σαν μύλος να γυρίζει
να συντροφεύει ζωντανούς εμάς τους υπολοίπους

και ιστορεί απέθαντους βωμούς εσάς για πάντα!

*

ΣΟΜΑΛΙΑ

σας διαβεβαιώνω ότι, εάν αυτοί σιωπήσουν,
οι πέτρες θα φωνάξουν

Λουκάς, Τα Καλά Νέα, 19:40

μάτια τ’ αυτιά μου κι άκουσα πλατάνια ρημαγμένα
με την ανάσα των χεριών βαδίζοντας σκορπώντας
ο άνεμος καλεί φραγμούς αέρα δεν εισπνέω
πέτρες φυτεύοντας παντού στην πόλη δεν σκεφτόμουν
τύπος είναι που μ’ οδηγεί με φέρνει στην ουσία
όμικρον που τετράγωνο ορίζει τα πλευρά του
σκάβοντας πετροχώραφα νερά καλλιεργώντας
δίχως τον τύπο αδυνατεί ουσία να υπάρχει
κρύβω την κίνηση να ‘δω ισχύς η ακινησία
έξις οι λέξεις εξ αρχής γι’ αυτό τις αποφεύγω
δεν είναι Σαρτρ είναι ο Σαντ η πυρκαγιά του Άδη
που κατεβαίνει σέρνοντας υψώνοντας στ΄ αστέρια
μωβ τη σημαία της χαράς πατρίδα σώμα-λεία
με τραίνα σκόρπια να περνούν Αθήνα-Καλαμάτα
μέλι στο στόμα χαίρεται μέσ’ απ’ τη θλίψη στάζει

*

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ

ένα παιδάκι ποτίζει τον κήπο δίχως τον χρόνο οι δείχτες
όλος ο κόσμος ένας κήπος τα δάχτυλα οι αριθμοί
ένα φάρμακο είναι λίγο ένα ποτάμι ίδιο το φαρμάκι
ο καιρός είναι ο κήπος ένα νέρινο ρολόι
ένα μπουκάλι άδειο από τα δάχτυλα

*

ΜΙΑ ΤΟΥΡΚΑΛΙΣ ΡΩΜΑΙΗΣΣΑ ΜΙΑ ΡΩΜΗΟΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΑ*

κι ενώ δεν έχω ρεύμα πια κι ούτε σταγόνα πλέον
μια λάμπα καίει πετρέλαιο τα σωθικά καμμένα
έξεις φυτρώνει τις παλιές μεσ’ στου κορμιού λαμπάδα
κι αυτό ανοίγει στις πληγές φτερά τσαλακωμένα
στο βάθος θύελλα του νου και συμπαγές πετώντας
θε’ ν’ ακουμπήσει ομορφιά το κάλλος κινημένο
η ομορφιά κινούμενη μια εμπειρία κάμπια
μια τουρκαλίς ρωμαίησσα μια ρωμηοτουρκοπούλα
μια Γκιουλμπαχάρ ανάστατη ένα λουλούδι μόνο
θωρεί μια πράξη λεκτική στα λόγια του Μεσσία
που ενυλώθηκε εμπρός ευθύς στα δυο της μάτια
σημάδια ανάστασης λαμπρής στον λόγο του Προφήτη

*Η λέξη “τουρκαλίς” είναι λεξιπλασία του εικαστικού Άκανθου.

**Τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται στην Ανθολογία “Ψηφιδωτό Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης”, εκδ. κύμα, 2022, σελ. 87-89.

Νίκος Σφαμένος, Ποιήματα

«το μόνο που θέλω»
σου είπα
εκείνο το βράδυ
του Ιούνη
«είναι ένα καράβι κι
εσύ στο λιμάνι
μ’ ένα φιλί
καθώς φεύγουμε»
«τι όμορφο!»
μου απάντησες
«και ας μη ξαναγράψω ποίημα ποτέ»
έκλεισα τα μάτια μου ενώ
είχε ήδη αρχίσει να
βρέχει
στο τζάμι οι σταγόνες
έτρεχαν
φίλε μου
κανείς δεν ξεφεύγει
πάντα θα γράφεις ποιήματα

*

πάγος
στο διπλανό τραπέζι η παρέα
ήταν εύθυμη
«μεγάλη υπόθεση ο έρωτας»
άκουσα κάποια στιγμή
και όλοι συμφώνησαν
Γενάρης
αποχαιρέτησα τους φίλους μου
επέστρεψα νωρίς σπίτι
το τηλέφωνο νεκρό ενώ
η βροχή είχε σταματήσει
άραγε πόσοι βυθίζοταν στον πάγο
εκείνη τη νύχτα
όπως εσύ;
αρκετοί , υπέθεσα
χαμογελώντας
«κρατηθείτε γερά»
άνοιξα την οθόνη λίγο πριν
αποκοιμηθώ
το γκρίζο τρένο του χειμώνα αναχωρεί:
Βασίλης Ζηλάκος
Ν.Γ. Λυκομήτρος
Ν.Σφαμένος
Α.Τσιάκος
και πολλοί άλλοι

*

σε μια ξένη πόλη
ένας άνδρας
ανάβει τσιγάρο
ένας άνδρας
πίνει
πίνει
πίνει
ενώ απέναντι
τα φώτα των διαμερισμάτων
ένα ένα
Σβήνουν

*

ακούγοντας βαλς στο σκοτάδι
«κοίτα», μου είπε
«έγραψα ένα ποίημα!»
«τόσο δα μικρό αλλά κοίτα το»
το πρόσωπο του
έλαμπε
του χάιδεψα το κεφάλι κι
έπειτα άπλωσε τα χέρια του
στ αστέρια και χάθηκε
πέρασε άραγε από εδώ
ή όχι;
ήταν τρελός ή
άγιος;
όταν προσπάθησα να τον βρω
η ομίχλη είχε ήδη
απλωθεί
κράτησα το χαρτί
σφιχτά στα χέρια
μου
ήταν η εποχή
που κανένας δεν
θα δινε σημασία
σε ένα τόσο δα ποίημα
-κανείς-
κι εκείνον
δεν τον ξαναβρήκα ποτέ
από τότε
φίλησε την ομίχλη
χαμογέλασε
και χάθηκε
για πάντα

*«Στα νερά του τρόμου επιπλέει η αγάπη», 2013.

**Artwork: Melissa Zexter

Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα

ΠΑΛΗ

Ρώτησε μάνα
τα ξερά φύλλα της μήτρας σου
(ακούς τις πατημασιές μου;)
ρώτησε το σπίτι, τα κλειδιά
τους γείτονες
αν γνωρίζουν
αν μ’ είδανε
καθώς θροΐζανε σιγαλά το σώμα τους
ποτίζοντας τις γλάστρες
καθαρίζοντας το αυτοκίνητο
κι αθόρυβα μαραίνονταν
κι ο ύπνος τους λιγόστευε
τ’ αγκάθια του
από ανεξήγητη έλξη
για το θάνατο

ρώτησε το δρόμο
(που κάλπαζε προς κάπου)
γιατί ξεπέζεψε
και σκότωσε τ΄ άλογό του

κι ετοίμασε την απάντηση
πριν οι πατημασιές
θεριέψουν

πριν ξεκινήσει η πάλη
κι η ερώτηση κι η απάντηση
δεθούν σφιχτά
με το γρανιτένιο λώρο της βαρύτητας

*

ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΕΠΟΧΕΣ

Εκείνες τις εποχές
ήταν τ’ ανεμολόγια χαλασμένα
κι αρρύθμιστα τα λόγια
κι από πέρα φτάναν
στην πόρτα μου
διάφορα αντικείμενα
κυλώντας
σαν ασπόνδυλες σκέψεις
κι άνθρωποι και θηρία

σε όλους άνοιγα και σ’ όλα

ύστερα απ’ τον έρωτα
διάβαζα στα σκοτεινά
τον ύπνο τους
χάλασα τα μάτια μου

όπου και να κοιτάξω
βλέπω εμένα που κοιτώ

*

ΤΑ ΠΕΤΕΙΝΑ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Πλησίασε
κοντά
πολύ κοντά στην είσοδο του αφτιού μου
κι άκουσε
άκουσε ο μον αμούρ

την ακοή που βρυχάται
στο κύμα μέσα της:

τίποτε δεν θα μείνει από σένα
τίποτε δεν θα μείνει από μένα

κάποιος απ’ έξω
ρωτάει στον άνεμο

-έχετε ένα ευρώ;

ρωτάει τα πετεινά τ’ ουρανού
που κατεβαίνουν στη γη
και τσιμπολογούν τα ψίχουλα

-να φάω κι εγώ μαζί σας;

*Από τη συλλογή “Σαλός μαγνήτης”, εκδ. Φαρφουλάς, 2022.

Cesar Vallejo, Σκέφτομαι το φύλο σου

Σκέφτομαι το φύλο σου.
Με καρδιά απλοϊκή το φύλο σου σκέφτομαι,
πριν από τον ώριμο γλουτό της μέρας.
Αγγίζω τον κανθό της ευτυχίας:
να σκάσει το μπουμπούκι στην ώρα του.
Και πεθαίνει ένα συναίσθημα παλιό
και εκφυλισμένο μες στον νου
στην κοινή λογική του μέσα.

Σκέφτομαι το φύλο σου, μια αυλακιά γονιμότερη
και πιο αρμονική από της σκιάς τη μήτρα,
μολονότι συλλαμβάνει και γεννάει ο θάνατος
κατά του ίδιου του Θεού το θέλημα.
Ω Συνείδηση,
σκέπτομαι, ναι, το ελεύθερο κτήνος
που ηδονές απολαμβάνει όπου θέλει, όπου
μπορεί.

Ω σκάνδαλο του μελιού με το σούρουπο.
Ω βουβέ βρυχηθμέ.

Οδουμόκμαυρθστε!

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δύο πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Άρης Ταστάνης, Δύο ποιήματα (αποσπάσματα)

*Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παραλύτων στις 3 Δεκεμβρίου. Ο Άρης Ταστάνης (1953- 2013) ήταν ποιητής που έπασχε από μυική δυστροφία και ήταν παράλυτος από 20 ετών.

Η ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΩΝ ΠΑΡΑΛΥΤΩΝ

…Λαχταρούμε,
τα χνάρια μας στην παραλία
με ηλιοβασίλεμα
άνεμος θαλασσινός να τα σβήσει.
Λαχταρούμε
από το γείσο των πέτρινων γεφυριών
να εμπιστευτούμε στους γερανούς
την ονειροπόλησή μας.
Λαχταρούμε,
όταν τ’ όνομά μας περιπαιχτικά λαλούν,
στου πελάγου τις απαγορευμένες αρτηρίες να φτερουγίσουμε. Λαχταρούμε,
η ανάσα μας σαν αμυγδαλιάς ανθός
στις κουπαστές των δουλεμπορικών χάδι στοργικό να είναι…
Αχ λαχτάρα!
Πάντα μακρινή κι ανεξήγητη…
Σαν τους σπασμούς στα μαραγκιασμένα κορμιά μας και σαν του άγνωστου ωκεανού τη νοσταλγία…

ΣΤΙΓΜΑ

Κάποτε, μπορεί κι αύριο.
Μικρόψυχα θα σε πικράνουν πάλι
και θα δείξουν αίτιο για όλα
το παράλυτο σώμα σου…
Πολλοί, είναι βέβαιο,
θ’ αλλάξουν το βηματισμό τους,
να μη περάσουν κάτω
απ’ το παράθυρό σου
κι άλλοι αφού θα έχουν αποστειρώσει
τα χέρια τους,
φτύσει στον κόρφο τους,
θα σου μιλήσουν
για υπομονή
κι εγκαρτέρηση…

*Πηγή: Γιάννα Βλάχου (Gianna Vlachou)

**Η εικόνα της φωτογραφίας είναι έργο του Bill Bruckner.

Roberto Garcia de Mesa, Πεζά ποιήματα

Η νιότη είναι εμπόδιο στο δρόμο για το γήρας

Την ελευθερία δεν πρέπει να την κερδίζεις, πρέπει να την κλέβεις.

Πιο τυφλός είναι αυτός που βλέπει απ’ αυτόν που επιθυμεί να δει.

Ένας άνθρωπος αρχίζει να ζει όταν δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει κανείς ανάμεσα στις μάσκες του.

Όλοι μας έχουμε πεθάνει κάποια στιγμή στη ζωή μας ή όλοι έχουμε πεθάνει περισσότερες φορές απ΄ όσες νομίζουμε.

Δεν υπάρχει λύση. Κάποια μέρα δεν θα βρεθούν άλλοι μάρτυρες να αποδείξουν ότι ήσουν καλός.

Η τέλεια καταιγίδα βρίσκεται μέσα μας.

*Από το βιβλίο “Τα απόμακρα σώματα”, εκδ. Bibliotheque, 2019. Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη.