ένα έτσι, συντρίμμια ροής

ξέρεις πως διαβάζεις την ζωή σου
καθώς η φωνή προηγείται
και συ απλά την ακολουθείς
ίσως κιόλας να προσπαθείς να την προλάβεις

ξέρεις το ποίημα απέξω κι ανακατωτά
το χεις δει να τσακίζεται, να πέφτει
μέρα τη μέρα, πνοή την πνοή
κι έπειτα πάλι να σηκώνεται
και να σε τραβάει λιγάκι πιο πέρα
από εκεί που πίστεψες πως θα ζήσεις

ξέρεις κι αυτό και όλα τα άλλα
μα δεν ενδιαφέρεσαι πραγματικά
παρατηρείς τις στροφές και τις ευθείες
και νιώθεις το στομάχι σου να ανακατεύεται
σε κάθε μεγάλο στίχο μα δεν είναι αρκετό

ξέρεις πως ένα λάθος είναι πιο τίμιο
από την ακατάσχετη φλυαρία των θαυμάτων
μικρών μεγάλων και γιγάντιων
έτοιμων να κατασπαράξουν ότι έχει απομείνει
από αυτή την αβάσταχτη πίκρα που σε κρατάει όρθιο

ξέρεις μα δεν το μαρτυράς
κι ο καιρός περνάει
κι η φωνή σου σε περικυκλώνει
ζητώντας ολοένα και περισσότερη αλήθεια
και συ δεν έχεις που να πας
φοβάσαι πως θα σε τιμωρήσει
με κείνη την παλιά κίτρινη σιωπή
κι απλά ακολουθείς τα βήματά της
ίσως κιόλας να προσπαθείς να την προλάβεις
μήπως και καταφέρεις να την κοιτάψεις στα μάτια
και την κάνεις επιτέλους να καταλάβει, να αισθανθεί
πως δεν υπάρχει πια κανείς σκοπός, κανένας λόγος
το ποίημα αυτό να συνεχιστεί

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/12/13/συντρίμμια-ροής/

Γιώργος Δρίτσας, Δύο ποιήματα 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Μέσα στου Κόσμου την ξύλινη κούνια
ένα παιδί παίζει φυσαρμόνικα-
άγνωστο πώς και γιατί-
αλλά φαίνεται γλυκαμένο από τον ήχο της.

Το μικρό παιδάκι λέγεται άνθρωπος,
από τα πρώτα του βήματα
μέχρι τα μακρινά στερνά και τελευταία,
εγκλωβίζεται μέσα στην αφελή ξεγνοιασιά του.

Η ουτοπία των μεγάλων ιδανικών
σαγηνεύει τα φυλλοκάρδια του,
καθώς σακατεύει τους λασπανθρώπους
στον βούρκο που με ηδονή κυλιέται.

Τίποτα αθάνατο όμως δεν μένει,
ο κόσμος είναι έτοιμος να σβήσει…
Ο άνθρωπος πελεκάει το ξύλο της ζωής
γράφοντας πάνω «Τιμή και Αξιοπρέπεια».

Άραγε, τί έκανε για να αξίζει τέτοια μοίρα;

*

ΑΒΥΣΣΟΣ

Η σκοτεινή άβυσσος,
η άλογη γωνιά
του ορατού,
πλέκει το εγκώμιο του κόσμου.

Μαύρη σαν πίσσα
και στάσιμη.
Το alter ego μας.

«Αν κοιτάξεις μέσα στην άβυσσο
θα σε κοιτάξει και αυτή»,
έλεγε ένας σοφός.

*Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/12/11/2-ποιήματα-γιώργος-δρίτσας/

Λεωνίδας Καζάσης, Μυρτώ

Τρίτη και δεκατρείς εχθές,
δεν βγήκα από το σπίτι,
στο κολυμβητήριο να πάω, απέφυγα.
Κοιμήθηκα ώρες πολλές, ώρες πολλές κοιμάμαι,
έχοντας ύπνο καλόν.
Ξυπνώντας εχθές το πρωί στις ένδεκα (στις δώδεκα κοιμήθηκα ξανά),
ολοκλήρωσα κάτι, που, από προχθές, Δευτέρα, του μήνα δώδεκα είχα ξεκινήσει, με διάθεση πάρα πολύ καλή,
την μορφή σου στην μνήμη φέρνοντας,
όμως, το τέλος δεν μπορούσα, αφού δεν γνώριζα, εάν ήθελες.
Εχθές το πρωί, Τρίτη και δεκατρείς, αποπειράθηκα επιτυχώς.
Όμορφη αίσθηση ακριβή,
η στίλβη των ματιών σου η υγρή,
η ροή που σφύζει! Μυρτώ μου!
Το “μου” δεν είναι κτητικό,
του αγέρα ετάχθης,
της Ιππολύτης βέλος ευθύβολο.

Παντελής Μπουκάλας, Έκτορες

Από τη γλώσσα μας σέρνει
η ζωή.
Καν ουρλιαχτό να μην ακούγεται.
Καν τη χαρά του βογκητού να μη γευόμαστε.
Έτοιμους μας βρίσκει.
Κάθε που της βγάζουμε τη γλώσσα μας
περιγελαστικά
άλογα βέβαιοι σχεδιαστές του μέλλοντός μας
μας την αρπάζει
και μας σέρνει
πάνω στη ματωμένη σκόνη της αλήθειας
έκτορες συντετριμμένους λιανισμένους.
Να ζωγραφίζει ένα μηδέν το βιαστικό μυαλό μας
στη σκόνη χυμένο.
Κάθε που ξεμυτάει από το έρκος μας το μάταιο θα…
μας μαγκώνει
μας σέρνει από τη γλώσσα ο θάνατος.

Αλλά και δίχως γλώσσα γίνονται τραγούδια.
Και το μυαλό διπλώνει το μηδέν
πάνω στη σκόνη.
Το απειρίζει.
Εντέλει νικητές οι έκτορες.
Ότι ολόσωμα θνητοί.
Μια φτέρνα ένδοξη το κορμί τους ολάκερο
Μια φτέρνα που ο πόλεμος τη σχηματίζει γλώσσα
ανένδοτη.

Μίλτος Σαχτούρης, Τὰ δῶρα

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό
Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

*Artwork: Χ.Π.Σοφίας

Δημήτρης Μακούσης, Υποθέτοντας δυο μάτια δυο χέρια

Υποθέτοντας δυο μάτια δυο χέρια
ένα στόμα διψασμένο και πόδια βαθιά μέσα στην νύχτα
ένα ποτήρι ν’ αχνοφαίνεται στην μπάρα
το πρίσμα του κόσμου που συντηρεί ο πάγος
κι εκείνο τ’ όνομα σ’ ένα χαρτάκι γραμμένο
η υδρόγειος που γυρίζει ακόμα στο σύμπαν
τα ντεσιμπέλ εναλλάσσονται όπως οι εποχές
αν κι ο καιρός ολοένα πια κι ενώνεται
με κείνο το μονότονο ξημέρωμα
π’ αναβλύζει στην σιωπή και δεν γνέφει
ίσως φωνάζει ο αυριανός παγκόσμιος πόλεμος
μα της πόλης ο θόρυβος τα παιδιά της μεθάει
ο ήλιος διστάζει ν’ ανατείλει στην πέτρα
χιονίζει σ΄ ασίγαστο φως

*Collage art: Bill Noir

Κώστας Δεσποινιάδης, Τρία ποιήματα

Η ζωή μου στοιχειωμένη από ημερομηνίες
θάνατοι, επέτειοι, χωρισμοί.

Δεν ξέρω για τον χρόνο,
αλλά το ημερολόγιο
είναι μια ανθρώπινη επινόηση
φριχτή
που πελεκάει τη μνήμη.

*

Άσπλαγχνη μνήμη, άδικη
ό,τι ωραίο έζησα λειώνει
σαν να ‘ταν χιόνι
κι όλα τα άσχημα εδώ
βουνά αμετακίνητα.

*

Τι να ‘λεγε ο Φιοντόρ
για τούτο το όνειρο πάλι
Εκείνη ποδοπατημένη
από έξαλλα πλήθη
απλώνει το χέρι
να την σώσω
κι έπειτα το τραβά πίσω
σπρώχνω ν’ ανοίξω χώρο
η στέπα διαστέλλεται
θηλιές με πνίγουν
και δίνες ρώσικες
μα δεν θέλω να ξυπνήσω
Εκείνη στο όνειρο
-Φιοντόρ-
μην χάσω πάλι

*Από τη συλλογή “Ζέλμπα”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2017.

Ευθύμιος Λέντζας, Από το “Μερίδιο”

Αυτές είναι οι μέρες μου
δίνοντας νόημα στον ήλιο
με το ένα μάτι στο όνειρο
το άλλο στη μέθη του έρωτα.
Το σπασμένο μου αίμα και η
καρδιά που χτυπάει στη θάλασσα
κι απ΄ τη βροχή επιστρέφει στην
πέτρα και στην Βάλια Κάλντα.
Μισό καλοκαίρι το σώμα μου
και το φθινόπωρο αργεί.

Εδώ πεταλούδες πλαστικές, σύριγγες,
μια τουαλέτα χωρίς κωλόχαρτο – θάνατος:
παιδί με λυμένα κορδόνια, γόνατα χτυπημένα,
κραυγές και νυχτοκλάματα’ παγωμένος
καιρός και πάντα μια μάνα.
Ο Κίσσαβος σαν βγαίνει απ’ την κοιλιά μου:
πράσινη χολή – σάλιο, κεφάλι, μια σκάλα.
Τειάντα πέντε χρόνια για το μερίδιο των αγγέλων.

*”Μερίδιο”, εκδ. Θράκα, 2022.

Γιάννης Λειβαδάς, Καθέδρα

Η απόγνωση δεν μου επιτρέπει
να είμαι απογοητευμένος.
Θανατική οριστικότητα
διανθισμένη με μπαρούφες.
Δεν είμαι βέβαιος πόσο καλά
φτάνουν τ’ αναπόφευκτα της λογής μου
από το υστερόχρονο μιας άδικης κατάρας.
Χρησιμοποιώ τον όρο άνθρωπος
με τον τρόπο που ένας φυσιοδίφης αναφέρεται
σ’ ένα σπανιότατο κοίτασμα ανεκμετάλλευτων λίθων,
με τον νόμο του ανύπαρκτου λόγου που ορίζει τις εμφανίσεις
και τις εξαφανίσεις μου
δίχως ν’ ανάγονται σε κάποια προμελέτη
εισφοράς ή αντίδρασης.
Καθέδρα παντερημότητας.
Όλα έχουν γούστο.
Αποτελειώθηκα και κάνω
τα στραβά μάτια στο επέκεινα.
Αυτή την υπόνοια πως είμαι
ευτυχισμένος:
άντε πιάσ’ τη.

6-4-2021

Γιάννης Ζέρβας, Το εκκρεμές

Δεξιά. Αριστερά. Δεξιά
Τα μάτια του
Παρακολουθούν το εκκρεμές
Όπως αγώνα τένις
Με το κεφάλι χωμένο στα χέρια
Τους αγκώνες στηριγμένους στο τραπέζι
Την καρέκλα καρφωμένη στο πάτωμα
Πάνω απ’ τον κάτω όροφο
Χτισμένο στον πιο κάτω
Κι εκείνο σε θεμέλια
Και σ’ ανεξερεύνητα ερείπια
Πόλεων αρχαίων βυθισμένων σ’ άλλες πόλεις
Στρώματα μέσα σε στρώματα απολιθωμάτων
Ως το πυκνό κέντρο της γης
Που φλογισμένο περιστρέφεται
Σε νεφελώματα ανάμεσα σε γαλαξίες
Στο σύμπαν σφηνωμένους.

Κι αυτός εκεί.
Μόνο το βλέμμα ταξιδεύει.
Δεξιά. Αριστερά. Και πάλι.
Σε ελάσσονα τροχιά υπομονετικά
Να νοσταλγεί το κέντρο
Που δε βλέπει.