Μιχάλης Γραμματάς, Δύο ποιήματα

Artwork: Marc Chagall

Η φωτογραφία

Η μέρα ήταν φυσικά υπέροχη
κι εσύ έλαμπες όπως πάντα
σαν το πιο εκτυφλωτικό όνειρο
μέσα σε γιορτή

Εγώ ανέκαθεν υπήρξα τυφλός
τώρα όμως πράγματi
δεν είχα ανάγκη από μάτια
αφού το δικό σου φως
ασφαλώς θαυμάσια με οδηγούσε

Πώς συνέβη όμως και ενώ
όλα ήταν τόσο υπέροχα
βρίσκω τον εαυτό μου τώρα εδώ
ανασηκωμένο στο κρεβάτι
να κοιτάζει εκστατικός
τη φωτογραφία μιας όμορφης γυναίκας
κι απαρηγόρητος να κλαίει;

*
Μαζί
Όποτε βλέπω
τον ουρανό
σκέφτομαι 
ότι τον βλέπεις κι εσύ

Κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό
στην ίδια Γη
τόσο χωριστά
κι όμως τόσο μαζί

Lola Ridge, Mother / Μητέρα

Artwork: Edvard Munch

Lola Ridge, Mother / Μητέρα

Your love was like moonlight
turning harsh things to beauty, 
so that little wry souls reflecting 
each other obliquely as in cracked mirrors… 
beheld in your luminous spirit
their own reflection,
transfigured as in a shining stream, 
and loved you for what they are not.  

You are less an image in my mind 
than a luster 
I see you in gleams
pale as star-light on a gray wall… 
evanescent as the reflection of a white swan 
shimmering in broken water.

Η αγάπη σου ήταν σαν το φεγγαρόφωτο
μετατρέποντας τα σκληρά πράγματα σε ομορφιά,
έτσι ώστε οι μικρές πονηρές ψυχές να αντανακλούν
η μια την άλλη λοξά όπως σε ραγισμένους καθρέφτες…
έβλεπαν στο φωτεινό σου πνεύμα
τη δική τους αντανάκλαση,
μεταμορφωμένη σαν σε ένα λαμπερό ρεύμα,
και σε αγάπησαν γι’ αυτό που δεν είναι.

Είσαι λιγότερο μια εικόνα στο μυαλό μου
παρά μια λάμψη
Σε βλέπω σε λάμψεις
Χλωμή σαν το φως των αστεριών σε έναν γκρίζο τοίχο…
φευγαλέα σαν την αντανάκλαση ενός λευκού κύκνου…
που αστράφτει στο διαταραγμένο νερό.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Νανά Ησαΐα, Δύο ποιήματα

ΙΔΑΝΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Κι αν κοιμηθώ;
Στο ιδανικό αυτό δωμάτιο της λήθης;
Με το άγαλμα του σώματός σου στο κέντρο;
Τα αντικείμενα ακαθόριστα
Κι ένα θραύσμα μόνο της μνήμης;
Ακρωτηριασμένο το φως.
Χωρίς καιρό.
Στην εποχή μιας σελήνης
Υποθετικής.
Σε διάσταση με τον ήλιο.
Κι αν κοιμηθώ;
Κενή κι εγώ
Από την υπόστασή μου;
Ποιος θα υπολογίσει τότε τον ύπνο.
Των πραγμάτων.
Των εμπειριών.
Όλων των απουσιών μου στο τέλος;

*

ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ

Έχω μεταχειριστεί το όνειρο
Αυτού του δωματίου πολλές φορές.
Πότε στις σκιές
Υπολογίζοντας
Ιδέες χρωμάτων
Άλλων ιδεών.
Πότε στις γωνίες
Τις υποψίες μου
Ότι κι εσύ έχεις υπάρξει εδώ.
Στο κρύσταλλο των παράθυρων
Ραγίζοντας κάθε καθαρότητα.
Χωρίς την καθημερινότητά μου.
Έχεις κι εσύ μεταχειριστεί αυτό το όνειρο;
Είναι απόρρητος ο δικός σου καιρός.
Σαν κάποιο περιεχόμενο απόγευμα
Στο τελευταίο απόγευμα του κόσμου.

Φερνάντο Πεσσόα, Hora morta (Ώρα νεκρή)

Αργή, αργή η ώρα
μέσα μου αντηχεί…
Αργή, αργή, αργή
αργή και νυσταλέα
η ώρα διαλύεται…
Όλα τόσο άχρηστα!
σαν θνησιγενή από θεού
μάταια – τόσο μάταια…
Ένα όνειρο που νοιώθει
ότι υπάρχει ερήμην του…
Ναυάγιο το δειλινό
ώρα της pietà…
όλα αχλύ και συμβεβηκός….
Ώρα κενή και χαμένη
βιωμένη και αποτεφρωμένη
(ποιο βράδυ με κατέχει;).
Γιατί αργός απέναντι της,
τόσο αργή στο κάλεσμα της,
να αισθάνομαι την αγνόηση;
Γιατί με παγώνει
η ίδια η σκέψη
ότι ονειρεύομαι έναν έρωτα;


*Μετάφραση: Στάθης Λειβαδάς.

Τώνια Τσαρούχα, Παλαιστίνη 

Εδώ κανείς δεν κοιμάται τις νύχτες
Η θάλασσα είναι τώρα μια Βίβλος
που κανείς δεν ανοίγει
Και η παλίρροια φέρνει στο πιάτο μας
ανθούς αλατιού από αίμα
Όμως όποιος βλέπει ακόμα όνειρα
ξέρει πως τα κοχύλια έχουν κρατήσει
το όνομα της χώρας που είναι αόρατη στον χάρτη.

Τα παιδιά χόρτασαν με μαρμελάδα σε
ψωμί από σταρένιο σύννεφο
Ύστερα έπαιξαν ανάμεσα στις πορτοκαλιές
κι έγιναν σκιά
Όταν πέφτει σκοτάδι μετράνε drones αντί για ουρές αστεριών
Σαν ξημερώσει ρωτάνε τους γονείς τους:
Πού είναι η γειτονιά μας
Τι απέγινε το σπίτι μας.

Λίγο πιο πέρα κάποιος γράφει με το αίμα του σε απομεινάρι τοίχου:
Πάνω απ’ τους ανοιχτούς τάφους μας
ο αέρας κρατά τη σιωπή του θεού σαν ανάσα.

Πάνος Κυπαρίσσης, Η σιωπή των κήπων

Ο αδερφός μου στο χιόνι
Ο πατέρας μισός πίσω απ’ τους βράχους
μισό φεγγάρι κι άνεμος μαύρος καλπάζοντας
Έρχετ’ η μάνα διάφανη
με τα κλαδιά πάνω στους ώμους
Μη φοβάσαι, μου κάνει
Το χώμα είναι να το πατούμε να ξαποσταίνουμε
να ζωντανεύουμε την ορμή μας ώς την ανάληψη
Μου ανακάτωσε τα μαλλιά, χάθηκε
Ανεβαίνει η λίμνη
τυλίγοντάς τα όλα στο βάθος, βουβά
Τους κλείνει τα βλέφαρα


*Από τη συλλογή “Φόδρες της νύχτας”, Καστανιώτης, 1996.

Philip Levine, Inheritance / Κληρονομιά

A rectangular Bulova (1), my Zadie (2)
called a dress watch, I wore it for years,
and though it gave the wrong time
I treasured the sense of community
it offered, the beauty of certain numerals — 
the seven especially, the way it leaned
into its subtle work and never changed,
and signified exactly what it was
and no more. In dreams I learned
that only the watch and the circle
of ash trees surrounding me, and the grass
prodding my bare feet, and of course
my nakedness were necessary, though
common. Just surrendering my youth,
I still believed everything in dreams
meant something I could parse to discover
who we were.
As I write these words
in sepia (3) across a lined page I have
no idea why they’ve taken the shape
I’ve given them, some cursive, some not,
some elegantly articulated, others plain,
many of no use at all. They go on working
as best they can, like the Parker 51 (4)
that spent its coming of age stumbling
backwards into Yiddish or the Bulova
that finally threw up its twin baroque arms
in surrender to the infinite and quit
without a word. The Parker still works
and is never to blame. On good days
it works better than I, and when it leaks
it leaks only ink, never a word best
left unsaid.
As a boy I would steal
into Zadie’s bedroom, find the watch
in a velvet box, wind it, hold it
to each ear — back then both worked — 
to hear its music, the jeweled wheels
and axles that kept time alive.
There is still such joy in these tokens
from back of beyond: the watch,
the Parker pen, the tiny pocket knife
he used to separate truth from lies,
the ivory cigarette holder — 
a gift, he claimed, from FDR (5)
who mistook him for a famous
Russian violinist. I could call them
“Infinite riches in a little room”
or go cosmic and regard them
as fragments of a great mystery
instead of what they are,
amulets against nothing.


Ένα ορθογώνιο Bulova, που η Zadie μου,
το αποκαλούσε ρολόι για επίσημες περιστάσεις,
το φορούσα για χρόνια,
και παρ΄ ότι έδειχνε λάθος ώρα,
εκτιμούσα την αίσθηση της κοινότητας
που μου πρόσφερε, την ομορφιά ορισμένων αριθμών — 
ειδικά του επτά, τον τρόπο που έκλινε
στη λεπτή του λειτουργία και δεν άλλαζε ποτέ,
και σήμαινε ακριβώς αυτό που ήταν
και τίποτα περισσότερο. Στα όνειρα έμαθα
ότι μόνο το ρολόι και ο κύκλος
από φλαμουριές που με περιβάλλει, και το γρασίδι
που τσιμπάει τα γυμνά μου πόδια, και φυσικά
η γυμνότητά μου, ήταν απαραίτητα, αν και
κοινά. Αφού παραδόθηκα στη νεότητά μου,
εξακολουθούσα να πιστεύω ότι όλα στα όνειρα
σήμαιναν κάτι που μπορούσα να αναλύσω
για να ανακαλύψω ποιοι ήμασταν.
Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις
με σέπια σε μια γραμμωτή σελίδα, δεν έχω
ιδέα γιατί έχουν πάρει τη μορφή
που τους έχω δώσει, μερικές με καλλιγραφικά γράμματα, άλλες όχι,
μερικές κομψά διατυπωμένες, άλλες απλές,
πολλές χωρίς καμία χρησιμότητα. Συνεχίζουν να λειτουργούν
όσο καλύτερα μπορούν, όπως το Parker 51 (3)
που πέρασε την ενηλικίωσή του σκοντάφτοντας
πίσω στα Γίντις ή το Bulova
που τελικά σήκωσε τα δίδυμα μπαρόκ χέρια του
παραδίνοντάς τα στο άπειρο και παραιτήθηκε
χωρίς λέξη. Το Parker εξακολουθεί να λειτουργεί
και δεν φταίει ποτέ. Στις καλές μέρες
λειτουργεί καλύτερα από μένα, και όταν στάζει
στάζει μόνο μελάνι, ποτέ μια λέξη που καλύτερα
να μείνει ανείπωτη.
Όταν ήμουν μικρός, έμπαινα κρυφά
στο υπνοδωμάτιο της Zadie, έβρισκα το ρολόι
σε ένα βελούδινο κουτί, το κούρδιζα, το κρατούσα
σε κάθε αυτί —τότε δούλευαν και τα δύο— 
για να ακούσω τη μουσική του, τους κοσμημένους τροχούς
και τους άξονες που κρατούσαν ζωντανό το χρόνο.
Αυτά τα ενθύμια από το μακρινό παρελθόν
εξακολουθούν να μου προκαλούν μεγάλη χαρά:
το ρολόι,
το στυλό Parker, ο μικροσκοπικός σουγιάς
που χρησιμοποιούσε για να ξεχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα,
το ελεφαντένιο πούρο —
ένα δώρο, όπως ισχυριζόταν, από τον Ρούσβελτ,
ο οποίος τον μπέρδεψε με έναν διάσημο
Ρώσο βιολιστή. Θα μπορούσα να τα αποκαλέσω
«Απέραντα πλούτη σε ένα μικρό δωμάτιο»
ή να γίνω κοσμικός και να τα θεωρήσω
θραύσματα ενός μεγάλου μυστηρίου
αντί γι’ αυτό που είναι,
φυλαχτά ενάντια στο τίποτα.


*Πηγή: Poetry (January 2015). Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

1.Bulova: Αμερικανικό εργοστάσιιο κατασκευής πολυτελών ρολογιών που ιδρύθηκε το 1875.


2.Zadie: Γιαγιά στη γλώσσα Γίντις (Yiddish).


3.Sepia (σέπια): Τρόπος εμφάνισης φωτογραφικού φιλμ σε φιλμ ή φωτογραφικό χαρτί, που δίνει σε μία φωτογραφία τις αποχρώσεις ενός χρώματος.


4.Parker 51: Σετ πολυτελών στύλο.

5.FDR: Franklin Delano Roosevelt.

ένα έτσι, Είναι πιο εύκολο

Είναι πιο εύκολο να απέχω από το να αρνηθώ.
Είναι πιο εύκολο να μην είμαι από το να εξηγήσω ποιος είμαι.
Είναι πιο εύκολο να μην απαντήσω από το να τους δείξω το φεγγάρι.
Είναι πιο εύκολο να σφίξω τα δόντια από το να αφεθώ.
Είναι πιο εύκολο να κλείσω τα μάτια από το να διασκεδάσω.
Είναι πιο εύκολο να γλιστρήσω από το να δεχτώ την φιλοφρόνηση.
Είναι πιο εύκολο να φύγω από το να επιστρέψω ο ίδιος.
Είναι πιο εύκολο να πνίγω από το να καταπιώ την γλώσσα σου.
Είναι πιο εύκολο να καώ από το να περιμένω την άνοιξη.
Είναι πιο εύκολο να χαθώ από το να γυρίσω πίσω.
Είναι πιο εύκολο να κλέψω από το να σου πω την αλήθεια.
Είναι πιο εύκολο να λείψω από το να δηλώνω παρόν.
Είναι πιο εύκολο να σβήσω από από το να γράψω το όνομά μου.
Είναι πιο εύκολο να τραγουδήσω από το να σε πείσω.
Είναι πιο εύκολο να ξεχαστώ από το να πάρω ότι μου ανήκει.

Γρηγόρης Σακαλής, Ομορφιά

Σε είδα
και μαρμάρωσα
η ομορφιά σου
με σαΐτεψε
το άρωμά σου
με ζάλισε
και η φωνή σου
με αποτελείωσε
όμως δεν ξέρω πώς
τα τριάντα πέντε χρόνια σου
να διαχειριστώ.

Ειρηναίος Μαράκης, Πέντε ποιήματα

ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ

Ξυρίστηκα
έλουσα τα μαλλιά μου
φόρεσα καινούρια ρούχα,
έβαλα το καπέλο
με το λογότυπο του σωματείου
πήρα τις προκηρύξεις στα χέρια
άναψα τσιγάρο
και σαν έτοιμος από καιρό,
κατέβηκα στην απεργία.
Εκεί, σε είδα, αγάπη μου:
πρώτη στο μπλοκ
κρατούσες τη ντουντούκα
και φώναζες συνθήματα.
Τα μαλλιά σου έλαμπαν
στο φως του ήλιου
του αγώνα
και του έρωτα.

1/10/2025

*

ΥΠΕΡΩΡΙΕΣ

Ακόμα και την Κυριακή
δουλεύουμε υπερωρίες
χάθηκαν οι λίγες ώρες ύπνου,
ξέχασα τη γνώριμη μορφή σου
και ό,τι έχουμε παιδί.
Τώρα πια
μόνο στα μνημόσυνα
των συγγενών
συναντιόμαστε
και λίγες λέξεις ανταλλάζουμε
πάνω απ’ τους άρτους
και τα κόλλυβα.

9/9/2025

*

ΟΙ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΙ
Μόνο για μένανε καράβι
δεν έχει πια να ταξιδέψω
και τα λιμάνια και οι κάβοι
και οι καρδιές μ’ αφήσαν έξω.
— Μπέμπα Μπλανς, «Το καράβι» (1966)
Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας
Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης

Οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
αλήθεια, με μια σύμβαση λίγων μηνών,
πως να εξασφαλίσει κανείς
ότι θα μάθει
τα δρομολόγια
των πικρών επιστολών
των χαμένων ερώτων
της σβησμένης πανσελήνου.
Mέσα σε βιαστικές στιγμές,
θα ανακαλύψουμε
ότι η μουσική είναι φίλη μας
και η ποίηση, μια συντροφική μάνα
που επίμονα θα απαγγέλει
στίχους από την Τέταρτη Διάσταση
για κόκκινες πολιτείες
που ορκίζονται στο ψωμί
και τη γροθιά τους.

Η εξήγηση, είπε ο ποιητής,
θα έρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση
αλλά, δυστυχώς,
θα είναι αργά
για τον εξαγνισμό.
Θα συμφωνήσεις κι εσύ
που κάποτε
με αγάπησες.

3/11/2025

*

ΟΙ ΤΑΞΙΤΖΗΔΕΣ
Χάλασαν και οι ταξιτζήδε
πλέον, στο τιμόν
δεν βγάζουν το χέρι απ’ το παράθυρ
δεν παίζουν κομπολόι
έκοψαν τις χριστοπαναγίες
έκοψαν και το κάπνισμα·
τώρα, ατμίζουν
τις ώρες της αναμονής.
Καθώς οδηγούν,
στην οθόνη του GPS
παίζουν πρωινάδικα,
κι απ’ το ραδιόφωνο ακούγονται
Ζουγανέλη, Καραπατάκη και Μποφίλιου.

Χάλασαν οι ταξιτζήδες
φοράνε σκουλαρίκια
κάποιοι έβαψαν τα μαλλιά
δεν συζητούν
για την πολιτική
την μπάλα
και τις γκόμενες.
Μόνο, καμιά φορά,
φράσεις αναπαράγουν
από το ΤΣΙΛΙ ΚΑΦΕΝΕΙΟ
και έτσι πιστεύουν,
πως έκαναν το καθήκον τους
ως άνδρες και οδηγοί.

Χάλασαν οι ταξιτζήδες
χάλασα κι εγώ,
σταμάτησα να παίρνω το ταξί
από την άκρη του δρόμου
μέσα στον ήλιο
μέσα στη βροχή
κι ήσυχος πια,
παραγγελία κάνω τη διαδρομή
από το σπίτι μου
κι απ’ την εφαρμογή.

Χάλασαν οι ταξιτζήδες
χαλάσαμε κι εμείς,
κάποτε, πονεμένοι από έρωτα
γυρίζαμε ολόκληρη την Αθήνα
με το ταξί
σήμερα, σε σελίδες
επί πληρωμή
ψάχνουμε τη σωτηρία.

30/9/2025

*

Ο ΜΟΥΣΑΚΑΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Ετοίμασα δύο ταψιά μουσακά
το ένα, χωρίς μελιτζάνες,
ξέρω, δεν σου άρεσαν ποτέ,
όπως εκείνα τα φιλιά
που βιαστικά σου έδινα
στο μέτωπο.
«Η γεύση τους», έλεγες,
«θυμίζει κυριακάτικα μεσημέρια
με την οικογένεια
συγκεντρωμένη στο τραπέζι,
να ακούει, για πολλοστή φορά,
τις ιστορίες του πατέρα
από το στρατό».
Ποτέ δεν κατάλαβα
πώς προέκυψε αυτός ο συνειρμός,
έμαθα όμως να φτιάχνω
μουσακά με κολοκύθια
και κρυφά, πίσω από τ’ αυτί,
να δίνω το φιλί.

Κυριακή 7/9/2025

Σημειώσεις:
-Ένα δείγμα από τα θέματα που με απασχολούν το τελευταίο διάστημα.
-Οι ταχυδρόμοι: Βασισμένο στο ποίημα «Περιμένοντας το βράδυ» του Τάσου Λειβαδίτη, από την ποιητική συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή» (1985), από το οποίο χρησιμοποιούνται αυτούσιοι στίχοι, καθώς και σε στίχους από το έργο του Γιάννη Ρίτσου «Σονάτα του Σεληνόφωτος», στην ποιητική συλλογή «Τέταρτη Διάσταση» (1956–1972).