Δημήτρης Χιλλ, από τον “Κιθαιρώνα”

1.

ΝΑ ΚΑΤΙ πολύ απλό
που δεν μπορεί να συμβεί σε μια πόλη

Να βρεις καρφωμένο στο μανίκι σου
Ένα στάχυ

2.
ΕΙΔΑ ΘΑΛΑΣΣΕΣ να μπαινοβγαίνουν μέσα μου
είδα σαράκια να μου τρυπάνε το κορμί απαλά σαν ηφαίστεια
είδα πάνω στις στάχτες χαραγμένη τη λέξη φωτιά

τα καράβια πολλά
πολλά τα ταξίδια
ποιος θα κοιτάξει πίσω να δει την αλμύρα
ποιος θα κοιτάξει πίσω να δει τη φωτιά

Ας νυχτωθούμε
πίσω απ’ την πλάτη μας τα Σόδομα
κάνε ακόμα ένα βήμα πριν γίνεις αλάτι
κάνε ακόμα ένα βήμα πριν τυφλωθώ

3.
ΕΙΜΑΣΤΕ μέσα στη δίνη
τι ωραίος καιρός

5. ΚΙΘΑΙΡΩΝΑΣ

ΞΕΚΙΝΗΣΕΣ να πας
πήγες γύρισες
έφυγες ξανά

κάποιοι έφταιξαν για σένα
κάποιοι σε αδίκησαν
και είναι αλήθεια
πως ήσουν κάποτε χαρούμενος
πως ήσουν κάποτε παιδί
και δεν υπάρχει αμφιβολία
πως σε μπερδεύουν με άλλον
και ίσως καλύτερα να ήσουν τυφλός
μα εσύ αντικρίζεις στο σκοτάδι
και μολονότι δεν είσαι πλούσιος ούτε φτωχός
και όμορφη κυλάει η ζωή σου
κάτι θα σου χρωστάει
και εσένα ο Κιθαιρώνας

*“Κιθαιρώνας”, Εκδόσεις Άγρα, 2017.

Μarwan Makhoul, Προκειμένου να γράψω ποίηση 

Προκειμένου να γράψω ποίηση
Που δεν θα έχει πολιτικό περιεχόμενο
Πρέπει να ακούσω τα πουλιά
Kαι για να ακούσω τα πουλιά
Πρέπει τα πολεμικά αεροπλάνα
Nα κάνουν ησυχία

Τάσος Γκόγκος, Εργοτάξια

Κάθοδος
Δεκατρείς ορόφους
κατέβηκαν ο Δάσκαλος και η Βεατρίκη
εγώ αόρατος και αμίλητος
ανάμεσα στους βασανισμένους.

Ελληνική ταινία
Καμιά φορά φοβάμαι
μη βγει καμιά πιασάρικη ελληνική ταινία
και καταλήξουν οι φίλοι μου
ντυμένοι τσολιάδες ή ζόμπι
να πουλάνε σάντουιτς·
Μην τύχει και περάσουν άλλες δυο χιλιάδες χρόνια
να χτυπάμε παλαμάκια πάνω από το τραπέζι.

Χριστουγεννιάτικα δέντρα
Μετράω
τους δακτύλιους
στα χριστουγεννιάτικα δέντρα
από πλαστικό
άραγε θεωρούνται αγάλματα
ή εκπίπτουν σε κάποιο κλάδο της δενδροκομίας
φυτά μιας μόνο εποχής εορτάζουσας
ρίχνουν τα φύλλα τους
στα κουτιά των μετακομίσεων

Αθήνα
θέλει πολλές κολώνες
για να στηρίξεις τόσο μύθους
Βγαίνει ο ήλιος στην επιφάνεια
σακατεμένος από τα πατζούρια
και τις πράσινες τέντες

Γκαργκόιλ
Ξαπλώνω ανάμεσα
στα ρωμαικά αντίγραφα του Ύπνου
και βρίσκομαι Κυριακή μεσημέρι στην πλατεία
να με ξυπνάνε τα γκαργκόιλ που κατέβηκαν από τις σκεπές
περνάνε ένα τάλιρο στην τσέπη
Μου μιλούν για τα τατουάζ των αόρατων ανθρώπων.

Κομοδίνο
Έρχεσαι και παίρνεις το ένα κομοδίνο
και ποιος φυλάει τώρα σκοπιά
όταν κοιμάμαι

424
Περνάω την ώρα μου
πάνω κάτω στο 424

ενώ φαντάζομαι πως είναι να μένεις σε κάποιο μουσείο

να χω το κρεβάτι μου
δίπλα στους ιμπρεσιονιστές

ποιο είναι το κατάλληλο στυλ
για να ζωγραφίσεις το φως πάνω στα πρόσωπα αυτών των τρελών
και των φαντάρων

ή ακόμη περισσότερο ποιο είναι το στυλ της εποχής;

Με διακόπτει άτσαλα κάποιος με ρόμπα
πρόκειται για κάποιο είδος τέχνης με τσιλιαδόρους.

Ειδήσεις
Κάθε μέρα στις οχτώ
έρχονται και κόβουν ένα κομμάτι από το παράθυρο
και περιμένουν
την επόμενη να βλέπεις τα ίδια

Μανδραγόρες
Τι να κάνω μ’ όλους αυτούς τους μανδραγόρες;
Όταν σκάνε οι κρότου-λάμψης
τρομάζουν και βγαίνουν απ’ τις γλάστρες τους
πλέκουν με τα κλαδιά τους αλυσίδες.

Αραιώνουμε τη ζωή με νερό
κι όμως φταίει πάντα η υγρασία.

Εργοτάξια
Βλέπω από το παράθυρο κρυφά
τα αθόρυβα εργοτάξια
την καθημερινή επισκευή των τεράτων

*”Εργοτάξια”, ανεξάρτητη έκδοση, Κατερίνη, 2023.

**Τα σχέδια της ανάρτησης είναι του Ιωάννη Γκόγκου.

Charles Bukowski, Φύλλα φοινικιάς

Στις 12.00 ακριβώς μεσάνυχτα
1973-1974
Λος Άντζελες
άρχισε να βρέχει στης
φοινικιάς τα φύλλα έξω από το παράθυρό μου
οι καραμούζες και οι στρακαστρούκες
φύγανε
και μπουμπούνισε.
Είχα πλαγιάσει στις 9.00 μ.μ.
έσβησα τα φώτα
σκεπάστηκα –
το κέφι τους ,η ευτυχία τους
οι τσιριξιές τους, τα χάρτινα καπέλα τους,
τ’ αμάξια τους ,οι γυναίκες τους,
τα ερασιτεχνικά τους μεθύσια …
η Παραμονή της Πρωτοχρονιάς πάντοτε
με φοβίζει
η ζωή δεν ξέρει τίποτα από χρόνια .
τώρα σταμάτησαν οι καραμούζες
οι στρακαστρούκες κι ο κεραυνός …
τελείωσαν όλα σε πέντε λεπτά …
ακούω μόνο τη βροχή
στα φύλλα της φοινικιάς,
και σκέφτομαι
πως ποτέ μου δεν θα καταλάβω τους ανθρώπους
αλλά τα καταφέρνω κι έτσι να ζω.

*Μετάφραση :Αλίκη Γιατράκου -Fossi.

Λεωνίδας Καζάσης, ΚoHb

Σαν το παιδί που, κοπιάζοντας, αποκαρώθηκε
και ο στοργικός, σκεπάζοντας, στην κλίνη βάζει,
κάποτε τους δείκτες ( που πάντα θα χρειάζονται ), οι αντίχειρες
θα μυήσουν στην απέραντη ομορφιά της φύσης – της ζωής που δεν γνωρίζει όρια, καταλύοντας σύνορα, πατρίδες, έθνη!
Λυδία, η γοητεία σου χειράφετη εξέρχεται!
Ραχήλ, Χαρίκλεια, Αμαρυλλίς σε δασών αγκάλες καλπάζοντας,
στα φύλλα κυλιέστε του ήδεος!
Στα γάργαρα λούζεστε κάτω από ήλιους, εκνεφίες, συννέφεια!
Να, το ηλιοβασίλεμα!
Να, η αυγή!
Ακατάσχετη ζωής ροή, επανάσταση!

*Ένα κείμενο εμπνευσμένο από ένα άκουσμα, “ΚoHb” >”, ζεστό, έγερση γεμάτο, με ιδιόρρυθμη του ήχου αισθητική και λόγια – στίχους που αποθεώνουν την ζωτικότητα τής φύσεως, πλήν του στίχου, “είμαι ερωτευμένος μαζί σου, Ρωσία” .
Δυστυχώς, το τραγούδι αυτό λειτουργεί ως σύμβολο θαυμασμού, αγάπης των πατρίδων, και, συγκεκριμένα, της Ρωσίας, ενώ, θα μπορούσε, κάλλιστα, με την οικουμενικότητα που διακρίνει την μουσική του, να αποτελεί το άκουσμα αυτό, ενθύμημα ειρήνης, συμφιλίωσης – ένωσης των λαών.

Μκχ, ένα ποίημα για τα κορίτσια που κλαίνε με μάτια μελανιασμένα με φυσικό μπλε

δημιουργούμε όρους
mansplaining
gaslighting
χειραγώγηση
μάτσο συμπεριφορά
τραύμα
κατασκευάζουμε όρους
συμπερίληψη
ασφαλείς χώροι
κατανόηση
και κάθε φορά
που κάποιος μάς λέει
το ακούω πρώτη φορά
δεν το ήξερα
καμία άλλη δεν το ‘χει πει
η απάντηση ακούγεται
σαν το
οι προηγούμενες
τελείωναν
μήπως εσύ έχεις κάποιο πρόβλημα;
της πρoηγούμενης δεκαετίας
τα σώματά μας
μέσα από το αντρικό βλέμμα
τα συναισθήματά μας
μέσα από το αντρικό πρίσμα
οι σκέψεις μας
μονάχα αντρικές
και μια φίλη που κλαίει
επειδή
ήταν καλό παιδί αλλά
την εκβίαζε συναισθηματικά
ήταν καλό παιδί
αλλά βίαιος
ήταν καλό παιδί αλλά
την επιτηρούσε
και μια άλλη φίλη
τής λέει
μπορεί και να είσαι
λίγο υπερβολική
λες κάτι
που το κάνουν όλοι
-χωρίς να συμπληρώνει
δυστυχώς
στην πρότασή της

*Από τη συλλογή “βουκαμβίλια ποπ”, έκδοση Τεφλόν, Μάιος 2022.

Σπύρος Κατηφόρης, Ποιήματα


José Clemente Orozco, “Science, Labor and Art”, 1930-31

πες τι είμαστε
μια νευρικότητα που εκτείνεται
σ’ όλες τις γεωγραφίες
αυτή η σταγόνα τρέχει
σαν τη στιγμή
που ζωγραφίστηκε
φύγε από τις λέξεις
η εξίσωση στο χαρτί φωνάζει
το φως αναπνέει
το χώμα θριαμβεύει

*

όταν
η κρεατηχανή των ονείρων μου
παίρνει ζωή
και όλο ζητάει
φτερά
βγαίνω και απλώνω δίχτυα
στη φωτισμένη χλόη
τα κομμένα χέρια μου δεν έφτασαν
μη σπρώχνετε

*

σκοτεινό θα μένει
ανακατεμένο με φως
το κοιτάζω από την άκατο
ποίηση του παρατατικού
το για μια φορά και πάει

τα μελλούμενα δρέπονται

*Από τη συλλογή “πέτρα στο βυθό”, εκδ. Σμίλη, Ιούνιος 2021.

Ρογήρος Δέξτερ, Memoria fulgurea

Εδώ όπου το στάρι χρυσαφίζει στα λιβάδια
Για να θυμίζει τα μαλλιά της
Με τζιτζικιές ή τριζονίσματα
Τίποτα πια δεν έρχεται κουτί και κούπα·
Και η ζωή που ονειρεύτηκες δεν υπάρχει
Καρφιτσωμένη σε κανένα χάρτη
Και μόνο εκείνα τα τραγούδια
Ακούγονται να φτάνουν
Από μακριά στα δηθενάδικα
Στις ψευτουριές της διασκεδούπολης·
Εδώ λοιπόν κάτω απ’ το δέντρο
Με την τραγιάσκα και την αγκυλίτσα του
Καθόταν ο παππούς και ρέμβαζε
Τις χαμένες αγάπες
Όταν τον είδες για τελευταία φορά
Και η αύρα τρύπωνε στις φυλλωσιές
Περνώντας σα γέλιο κοριτσιού ή νεράιδας
Μέσα απ’ τα χρυσαφένια στάχυα·

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. στίξις, Μάιος 2022.

Audre Lorde, Κάρβουνο

Εγώ είμαι το απόλυτο μαύρο
που αρθρώνεται
απ’ τα σπλάγχνα της γης.

Υπάρχουν πολλά είδη ανοιχτότητας
πώς ένα διαμάντι συναντά
έναν κόμπο φλόγας
πώς ο ήχος συναντά τη λέξη
χρωματισμένος
απ’ όποιον πληρώνει τι για να μιλά.

Κάποιες λέξεις είναι ανοιχτές
διαμάντια πάνω σε παράθυρο από γυαλί
τραγουδούν φωναχτά καθώς συγκρούονται
με τον ήλιο που περνά
άλλες λεξεις είναι σίγουρα στοιχήματα
σε τετράδια σπιράλ
αγόρασε και υπόγραψε και σκίσε
όλες οι πιθανότητες είναι ανοιχτές
το απόκομμα παραμένει
ένα κακοβγαλμένο δόντι
με τραχιά κόψη.

Κάποιες λέξεις ζουν στο λαρύγγι μου
αναπαράγονται σαν οχιές
άλλες
ξέρουν τον ήλιο
ψάχνουν σαν τσιγγάνες
πάνω στη γλώσσα μου
να εκραγούν μέσ’ από τα χείλη μου
σαν νεοσσοί χελιδονιών
που ξεμυτούν από τ’ αυγό.

Κάποιες λέξεις
με βασανίζουν.

Η αγάπη είναι μια λέξη διαφορετικά ανοιχτή.
καθώς το διαμάντι συναντά
έναν κόμπο φλόγας
είμαι Μαύρη
επειδή προέρχομαι απ’ τα σπλάγχνα της γης
πάρε τη λέξη μου πολύτιμο λίθο
στο ολάνοιχτό σου φως.

*Από το βιβλίο Pat Parker, Audre Lorde, Cheryl Clarke, Άγρυπνη να επιθυμώ, εκδόσεις Αρχείο 71/ Τεφλόν, Νοέμβριος 2023.
**Μετάφραση: Ελένη, Mmaleficia, Πίτερ.

Αργύρης Χιόνης, Χαϊκού από τα “Ιδεογράμματα”

α’
Ελάτε λέξεις
και κουρνιάστε σαν πουλιά
σ’ αυτούς τους στίχους.

β’
Αυτοί οι στίχοι
τείχη ενάντια στις
ορδές βάρβαρων ήχων.

γ’
Ύπτιος ποιητής
ιπτάμενο τραγούδι
ονειρεύεται.

δ’
Άπτερες λέξεις
σα μαδημένα πουλιά
σέρνονται χάμω.

ε’
Άγουρο ακόμα
κόπηκε το ποίημα·
τώρα, σαπίζει.

στ’
Αυτός ο έρωτας
στο ποίημα δε χωράει,
το περιέχει.

ζ’
Μη με λυπάσαι,
ποίηση, πάρε το φως μου,
φτάνει να λάμψεις.

η’
Αγρύπνιας νύχτα.
Την ψυχή μου αγρικώ
να σιγοτρίζει.

θ’
Νύχτα παγερή·
διάτρητο ταβάνι
το στερέωμα.

ι’
Τη νύχτα πάντα
φως ανάβει ο τυφλός·
για να τον βλέπουν.

ια’
Πάνω απ’ το χάος
γέφυρα το χέρι σου,
φωτός αψίδα.

ιβ’
Έκπτωτο αστέρι,
αναδεύεις στο βυθό
σαν αστερίας.

ιγ’
Αυτό το ψάρι
αγάπησε τον ήλιο
κι έγινε τσίρος.

ιδ’
Έχιδνα ο χρόνος
και παντού ελλοχεύει
ταχυθάνατος.

ιε’
Τινάχτηκε έξω
απ’ το δίχτυ του καιρού
σαν πεφταστέρι.

ιστ’
Άχρηστα χέρια·
κουπιά έξω απ’ το κύμα,
ρίζες δίχως γη.

ιζ’
Θεέ μου, τι αόρατο
ναυάγιο που είναι
η έρημη ζωή!

ιθ’
Κρατάει πολύ
ο θάνατος, κρατάει
ολόκληρη ζωή.

κ’
Έμαθες να ζεις;
Καιρός να μάθεις τώρα
πώς να πεθάνεις.

κα’
Ένα να κάνουμε
έρωτα, να ξεκάνουμε
το θάνατο.

*“Ιδεογράμματα”, έκδοση τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1997.