Γιώργος Κοζίας: Το ανθισμένο καράβι

Στη Χριστίνα

Τα πανιά ξεδιπλώθηκαν. Ο αγέρας φύσηξε
τέντωσε τα σχοινιά. Πάνω στο γέρικο καράβι
άνθισε η τριανταφυλλιά. Τυλίχτηκε στην πρύμνη
και στην πλώρη. Ανέβηκε στην κορυφή του καταρτιού.
Στα κουπιά κρέμασε τα στεφάνια της.
Οι κωπηλάτες φώναξαν στον τιμονιέρη να γυρίσει
το πλοίο κατά τη στεριά. Αυτός αρνήθηκε.
Τρομαγμένοι από αλλόκοτα ρόδα ρίχτηκαν
στη θάλασσα. Η τριανταφυλλιά κράτησε
μόνο τον τιμονιέρη. Τον σπλαχνίστηκε.
Του έδωσε άστρο βάλσαμο, τιμόνι καρυοφύλλι.

*Από συλλογή “Πεδίον ρίψεων”, εκδ. Στιγμή, 2001.

Μαρία Κούρση, από τη “Μία μέρα”

Ο άνθρωπος που έβλεπε ανθρώπους
να περνούν
Μέσα από τον Χρόνο και τη Λέξη
Πρόλαβε Προσαρμόστηκε Παραιτήθηκε
Ευκαιρίες δίνονταν χάνονταν περίμεναν
(Το κύμα έσκαγε έβρεχε τα πόδια του
Τα γυμνά του μάτια)
Κατά καιρούς αγάπησε τον Χρόνο και τη Λέξη
Λυπόταν που έφευγε που γύριζε
που έφευγε
Λυπόταν που κοίταζε μόνο κοίταζε και κοίταζε

Χαρτάκι ανεμίζω ασήκωτο χαρτάκι
ανεμίζω καθηλωμένο που ήτανε
βαρύ χαρτάκι σαν μολύβι ανεμίζω
βαθιά στη γη από το χώμα ήτανε
το πήρε και το σήκωσε
ανέλπιστος αέρας ψευτοαέρας
(στην ανέμη τυλιγμένο ν’ αρχινίσει)

*“Μία μέρα”, Εκδοτική Αθηνών, 2014.

Nadia Anjuman, Δηλητήριο

Εκείνη τη νύχτα…
οι σκορπιοί μαζεύτηκαν κρυφά
για μια άγρια ανταλλαγή
που συνεχίστηκε για αρκετό καιρό
Το θέμα: Έγχυση δηλητηρίου σε σώματα γνώσης!
Πιο δηλητήριο να επιλέξουν δεν
μπόρεσαν να καταλήξουν
Ξαφνικά
από την ομάδα ο πιο φρικτός απ’ όλους
άνοιξε το στόμα του
η γλώσσα του σαν ξίφος
και μίλησε:
Η νύχτα περνά, δεν υπάρχει χρόνος για
καθυστέρηση
Όταν η λεία μας
κλείσει τα μάτια
σηκωθείτε και βρείτε ένα σημείο να κεντρίσετε
Έχω κληρονομήσει
ένα αρχαίο βάζο με
φαρμάκι θανατηφόρο απ’ τους προγόνους μου
Τώρα είμαι εγώ ο γενναιόδωρος εκείνος που
θα το κληροδοτήσει σε άλλους…

*Nadia Anjuman, Αφγανή ποιήτρια, γεννήθηκε το 1980, και πέθανε ύστερα από ξυλοδαρμό του συζύγου της, το 2006.

**Από την Ανθολογία «Σιωπές. Ποιήτριες από το Μπανγκλαντές, την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Ιράν». εκδόσεις Opportuna. Ανθολόγηση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Λεωνίδας Καζάσης, Τέσσερα ποιήματα

Τα βιώματά σας,
των παιδιών σας τα αίματα
δεν σας έπεισαν·
ούτε η γνώση στα σχολειά
που κι οι φτωχοί απέκτησαν·
ούτε της τεχνολογίας σας η πληροφόρηση σας προβλημάτισε.
Χτύπα απότοκο! Χτύπα στιγμή!
Άνεμε τσάκισε τους αμετανόητα δυστυχισμένους!

*

Η αίσθηση την σκέψη ερεθίζει
και η σκέψη ανταποδίδει
με την φαντασίωση της στέρησης που αιμορραγεί.
Ο πολιτισμός που τα πάντα διχάζει
που τα ενώνει μόνο στην αλληλοσφαγή,
την διαλεκτική τής φύσης αντιμάχεται˙
μιάς φύσης που ένοχα σας επιτρέπει.

*

Γελασμένοι απ’ τις προβλέψεις
οι προσδοκίες σάς ταπεινώνουν!
Τα εργαλεία σάς απειλούν,
δίχως ρίγη από φιλήματα ζεστά,
οι διαθέσεις σάς εξοντώνουν.

Ακούγοντας τσιρίδες γραναζιών,
πίσσας φωτιά ρεμβάζοντας,
ποτέ δεν θ’ αντικρύσετε τα βλέφαρα της θάλασσας που κλαίνε.

*

Κι αν πικράθηκα κι αν εστηλίτευσα
κι αν εγχειρίδιο άρπαξα να μπήξω,
μπροστά στης θάλασσας το δειλινό,
στων κάμπων, στων βουνών τον ορθρινό οργασμό,
δαγκώνοντας δυό χείλη,
τα μάτια μου να κλείσω.

ένα έτσι, κανένας δεν ψάχνει για τις λέξεις

Φώτο: ένα έτσι

Κανένας δεν ψάχνει για τις λέξεις.
Μία εύκολη ρίμα, ένα πρόχειρο ρήμα.
Σχέσεις πριν γίνουν υπόσχεση.
Άνθρωποι πριν γίνουν τοπία.
Αφρικάνικα σύνορα, ανταλλάξιμες μοναξιές.
Τσιγάρα πριν γίνουν φεγγάρι.
Δεν είναι πια μυστικό.
Κάτω από όλους αυτούς τους τόνους
καθημερινής τρέλας και αηδίας
κρύβεται μια σπαρακτική σιωπή.

*Πάρθηκε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2023/06/21/7325/#like-7325

Κωνσταντίνος Βορβής, Αυτοκινητόδρομος

Εβένινο ποτάμι του φωτισμένου σκότους
αυτή τη νύχτα θα χαθώ στην άσφαλτό σου
στο σιδερένιο φέρετρο προφυλαγμένος
μόνος με τον κόσμο, με τα άστρα
οδηγώντας στην τροχιά του επέκεινα
μετωπικά θα προσπελάσω τ’ άπιαστο.

Πέτρος Σκυθιώτης, από τη «Συνθήκη ισορροπίας»

25
Στις διαφημίσεις να προσέχετε κάτω κάτω
και τα μικρά γράμματα

«Ο παράδεισος είναι ένα τσιγάρο δρόμος

μετ’ επιστροφής»

26.
Αγαπητέ κύριε ποιητή,

να θυμάστε να φοράτε
συχνότερα
τα γυαλιά σας
εδώ τα πράγματα
δεν είναι ποτέ στο περίπου
και προπαντός έχουνε
σύνορα και γωνίες

γι’ αυτό σας παρακαλώ
μην εξαπατάσθε
και μας παρασύρετε

Αγαπητέ αναγνώστη,

Οι δικές μου οφθαλμαπάτες είναι μόνο δικές μου
ποιος σας είπε ότι μπορείτε να παίζετε
με την ιδιοκτησία
του καθενός

εγώ για να ξέρετε ήθελα από μικρός
να αποκτήσω
μυωπία

27.
Όλη αυτή είναι η περιουσία μου

της φώναξε
δείχνοντας μια βιβλιοθήκη χειρόγραφα
και βιβλία

εκείνη τον κοίταξε πικραμένη

το ίδιο κι εκείνος

και ξάπλωσαν μαζί
πάνω στο γραφείο
αυτός
κι η κατακόκκινη

καρδιά του

28.
Είναι αλήθεια οι γάτες δεν δακρύζουν
κι ας έχουν ψυχές

επτά

0.
Μια αβέβαια
συνθήκη ισορροπίας
εγγυάται τη ζωή μας

προχωράμε βαστάζοντας κλειδιά

βασταζόμενοι από πόρτες

*«Συνθήκη ισορροπίας», εκδ. θράκα, Φεβρουάριος 2014.

Γιώργος Κ. Καραβασίλης, Τέσσερα μικρά μαδριγάλια

ΑΠΝΟΙΑ

Στον πάπυρο της πεταλούδας
Η απόσταξη των τοπίων.

ΣΑΡΚΩΣΗ

Σε χάδι μωβ κυλά η Άνοιξη
Και στης καρδιάς το φύλλο
Ανεμοπύρωμα η βροχή
Βαθύ πουλί
Χώμα το χώμα
Σπόρο το σπόρο
Κραυγή την κραυγή
Καρφώνει στεφάνι.

ΑΚΟΥΩ ΤΟ ΚΡΙΘΑΡΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Ακούω το κριθάρι της γης
Στις καλύβες του κάμπου.
Ας πιούμε τη μοσχοβολιά μιας μέρας
Σ’ αυτό το καταφύγιο της λυχνισμένης νύστας.

ΓΥΜΝΟ ΠΟΔΙ, ΦΥΛΛΟ ΕΞΟΧΙΚΟ

Ω γυμνό πόδι, φύλλο εξοχικό,
Πώς ξεδιψάς το καλοκαίρι στο κορμί,
Σε θαλασσινό αφρό
Πουρπουρίζει το στήθος σου.
Μη μου μιλήσεις! μη σε τελειώσω.

*Από τη συλλογή “Η γραφή και το μαχαίρι” που συμπεριλαμβάνεται στο συλλογικό “Ποιήσεις 1963-2003”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2004.

Νίκος Βουτυρόπουλος, Eκτός Δικτύου

V
Φυσάν οι αυλοί του κόσμου
τις ξύλινες φωνές τους.

Του Δεκέμβρη τα φώτα καμπούριασαν,
γιατί ανεμικοί οι ψίθυροι,
καθώς κουβεντιάζαμε τη σκόρπια ζωή μας.

«Σου ‘λειψα; Ν’ αποτύχω ξανά;
Θα τ’ αντέξεις;» ρωτούσες επίμονα,
τροπικό καναρίνι.

Όπως ξημέρωνε με λευκή τη σελήνη,
το παρελθόν παραδόθηκε,
και ανάσα γλυκιά απ’ τα βάθη
της θάλασσας σύντροφος έγινε
του ατέλειωτου καημού των ανθρώπων.
Ως το σβησμένο έφτασε δώμα
ν’ ακυρώσει την τρελή τυραννία των φίλων.

Βλέπεις λοιπόν; Ή να σε καλέσουμε πάλι
τ’ όραμα ενός αγέρωχου δέντρου;

VI
Περιμένουμε, λες, το επόμενο αβάσταχτο,
Αφού αναπότρεπτο των ημερών το κύλισμα.

Και που ‘γινε η ζωή αυλαία,
μήπως μας σώζουν τα παλαμάκια;

Να βρεθούμε θα ‘λεγα,
με τις φωνές μας άδειες,
τότε που ξανθαίνει το καλαμπόκι,
να προφέρομε τους μικρούς μας κόσμους.
Πικρούς αν μας αφήσουν
τ άδοξα δάκρυα… θ’ απογίνομε τι;
Συμφορές;

*Από τη συλλογή «μικρά κερωτικά», εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούλιος 2013.

Sandro Penna, Εσωτερικό

Στου θυρωρού δεν ήταν κανένας.
‘Ήταν το φως πάνω στα φτωχά
ξέστρωτα κρεβάτια. Και πάνω στο
παλιό τραπέζι κοιμόταν ένας αλητάκος
πανέμορφος.
Γλύστρισε απ’ τα διπλωμένα
μπράτσα του, διστακτικά, ένα γατάκι

*
Νάτοι οι εργάτες στην πράσινη αλέα
να γευματίζουν: δεν είναι όμορφοι;
Τρέχουν τα αυτοκίνητα ολόγυρα
κόσμος περνάει φορτωμένος εφημερίδες.

Δεν είναι όμορφοι οι εργάτες;

*

Το βρήκα το αγγελούδι μου
Σε ένα ύποπτο σινεμά.
Κάπνιζε ένα τσιγαράκι
κι είχε τα μάτια υγρά.

*Ήταν ο Σεπτέμβριος. Πηγαινοέρχονταν
θορυβώδης ο κόσμος στους δρόμους.
Ο ήλιος αγαπούσε το κρασί και τον εργάτη.
Τα τραγούδια επέμεναν μέχρι βαθειά μεσάνυχτα.
Εκστατικό όμως
απέμενε ένα αγόρι, δεμένο πλέον
-κάτω απ’ τη ζεστή φυλλωσιά της βραδιάς-
στο αθώο γέλιο ενός φίλου.

*

Η πλατειούλα της Βενετίας
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Αλλά απομένει
στη μνήμη -και θέλγει
το φως- η πτήση του νεαρού
ποδηλάτη, που απευθύνθηκε στο φίλο
με μια μελωδική πνοή: «Πάς μόνος;»

Να ζω θα ήθελα αποκοιμισμένος
μεσ’ στο γλυκό ψίθυρο της ζωής.

*

Στο δροσερό ουρητήριο του σταθμού
κατέβηκα από το φλογισμένο λόφο.
Πάνω στο δέρμα μου σκόνη κι ιδρώτα
με μεθούν. Στα μάτια τραγουδάει
ακόμη ο ήλιος. Ψυχή και κορμί εγκαταλείπω
τώρα, ανάμεσα στη στιλπνή και άσπρη πορσελάνη.

*

Άδειος είναι ο ουρανός. Μα στα μαύρα μάτια
εκείνου του αγοριού, θα προσκυνήσω το θεό μου.

Ο θεός μου ωστόσο, απομακρύνεται με το ποδήλατό του
ή ανέμελα ένα ντουβάρι καταβρέχει.

*

Το αγνό χέρι, το μυρωμένο σίδερο
φιλούσα… κι έπειτα απ’ το συνεργείο
μια παρατεταμένη φωνή έρχονταν
να μου κλέψει το χέρι.

*Sandro Penna Ποιήματα, έκδοση «Το μικρό δέντρο», Αθήνα, Δεκέμβριος 1981. Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας.