Francis Picabia, Κολύμπι


Artwork: Francis Picabia

Είμαι ο αντικατοπτρισμός επάνω από τη λογοτεχνία
της αστικής αψίνθου.
Τρυφερή υπόθεση κάποιου αλκοολικού στουπιού,
συγγραφέας-φάντασμα νέου έργου!
Ο δρόμος είναι διακριτικά ανήμερος,
τον χαρακώνουν κάτι εκλάμψεις.
Ο θάνατος, ευκαιρία μοναδική
μεγαλείων αόρατων,
έχει απλώσει την αρίδα του σε ανάκλιντρο.
Σαν άλλος ποιητής που δεν έχει ταίρι
είμαι του κακοραμμένου ρούχου ο συγγραφέας.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Can Yiğit Tunçman, Τρία ποιήματα

ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Όλα είναι ένα μυστήριο, που κρύβεται σε κοινή θέα
Η ζωή εξαφανίζεται όσο δεν την ακολουθώ
Αυτό που φαίνεται, αλλάζει
Η κάννη αγγίζει το μέτωπό μου, η σφαίρα σημαδεύει την καρδιά μου
Ο θάνατος ψιθυρίζει τ΄ όνομά μου
Ακούω τη φωνή μου καθώς σιωπώ
Αν όλα είναι νερό, η δίψα είναι αρκετή
Τα πάντα είναι μέσα σε όλα τα πράγματα
Όλες οι καταστάσεις καταλήγουν σε μια αγωνία
Διηγούμαι στη ζωή τα πράγματα που δεν γνωρίζει
Δε φτάνει το σπόρο που καλλιεργώ
Η αλήθεια φωνάζει ζωή
Είμαι μαγεμένος καθώς ωριμάζω πεθαίνοντας
Η ψυχή αποζητάει ένα σώμα, το σώμα αποζητά
Στριμώχνομαι στα σοκάκια σου, χωρίς ανάσα
Οι σκέψεις μου σκέφτονται τη ζωή
Αυτό που δεν έχω, με κοιτάζει με πόθο
Αχ, και να μπορούσε το μυαλό μου να εξαφανίσειτους ανθρώπους που δεν υπάρχουν
Η δύναμη της ζωής έχει ειπωθεί απόλυτα
Αυτοί που πιέζουν τα νεύρα έχουν νευρική σάρκα
Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να υπερνικήσει έναν άλλον

*

ΜΙΑ ΑΝΑΓΚΗ

Καθώς απαγγέλλω τ΄ όνομά μου, απομακρύνομαι από τον εαυτό μου
Όταν σταματάωνα μιλάω, όλα γίνονται ανοησίες
Είναι τα χέρια μου που πάντα κόβουν τα χέρια μου
Είναι η μια πλευρά μου που είναι πάντα η άλλη
Μέσα έξω, έξω μέσα;
Πίστη γεμάτη αποτυχίες!
Είναι ψέμα αν κάποιος με καταλαβαίνει
Οι καρδιές ξεγελιούνται όταν την πατάνε
Είναι πόνος όταν υπάρχει πόνος
Οι γιατρειές δεν κυλούν όταν δεν κλέβεις κι εγώ πλημμυρίζω
Κλαίω γιατί τα δάκρυα μου δεν κυλούν
Η παιδική μου ηλικία είναι πεθαμένη, η νιότη μου πληγωμένη
Οι αναμνήσεις με βρίσκουν όταν έχασα τις στιγμές
Ένας άνθρωπος δεν ξέρει τι είναι
Μια ανάγκη δεν είναι απαραίτητη

*

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Στο διάολο το νόημα που αλλάζει μ΄ ένα γράμμα!
Όσο οι καθρέφτες με παραμορφώνουν, εγώ τους καταστρέφω
Το όνομά μου είναι δικό μου είναι δικό σου
Είμαι ένα ασθενοφόρο που μεταφέρει τα σωθικά μου
Καλύψτε τις σφαίρες σας με πανοπλίες
Εγώ είμαι αυτός που σκότωσε την ουσία
Διέγραψέ με, μια και είμαι ήδη μια γραμμή
Με αγαπημένα χείλη
Είμαι ανίκητος, αφού πυροβόλησα ανθρώπους
Όποιος έρχεται στο μυαλό μου, πεθαίνει
Ό,τι κι αν πω, όλοι λένε «πώς»
Δεν υπάρχει χρόνος για το μέρος, δεν υπάρχει μέρος για το χρόνο!
Πολεμάω το κακό στα πάντα
Είναι τέλειο να είσαι καλός
Η ομορφιά καλώς ψάχνει την ομορφιά
Αν το βέλος έχει φύγει από το τόξο, ας είναι από τον εραστή
Μη φοβάσαι, η κρεμάλα είναι στην άκρη της γλώσσας μου
Αυτό που είμαι είναι αυτό που ξέρω, αυτό που ξέρω είναι να υπάρχω
Τα κύτταρά μου είναι το κύτταρο στο οποίο είμαι παγιδευμένος
Ένα σάουντρακ συνοδεύει τις λέξεις μου όταν σε σκέφτομαι
Τι να πω χωρίς καν να λέω;
Είμαι σε μια κατάσταση, η κατάστασή μου είναι μια περίπτωση
Δραπέτευσα αφήνοντας την καρδιά μου στα χέρια σου

*Μετάφραση: Πηνελόπη Ζαλώνη

**Από εδώ: https://www.vakxikon.gr/tria-poihmata-tou-tourkou-poihth-can-yigit-tuncman/

Philip Larkin, Aubade / Εωθινό

(Ανάπλαση*: Παναγιώτης Κουσαθανάς)

Όλη μέρα δουλειά, το βράδυ σουρωμένος.
Ξυπνώ στις τέσσερεις· βουβό σκοτάδι, πίσσα.
Σε λίγο θ’ αρχίσει να φέγγει στις παρυφές της κουρτίνας.
Στο μεταξύ, ο πανταχού παρών μια μέρα πιο κοντά μου.
Μουδιασμένο μυαλό: πώς, πού, πότε; Άκαρπες ερωτήσεις.
Ωστόσο ο τρόμος της ώρας του θανάτου, ο φόβος πως θά ’μαι νεκρός
σαν αστραπή με αδράχνει και με γεμίζει φρίκη.

Το μυαλό αδειάζει μέσα σε τυφλωτική αντηλιά.
Δεν μιλώ για ενοχές –το καλό που δεν έκανα,
την αγάπη που δεν έδωσα, τις μέρες μου που φυλλορόησαν–
ούτε και για μιζέριες μιλώ: πολύ καιρό θέλει η ζωή να την ανεβείς
και τα πρώτα λάθη της μπορεί διά βίου να σε κυνηγάνε.
Το μυαλό αδειάζει μέσα στο μεγάλο κενό του πάντοτε,
στη βέβαιη εξαφάνιση προς την οποία οδεύουμε
και όπου παντοτινά θα καταποντιστούμε.
Ούτε εδώ ούτε πουθενά – όπου να ’ναι, να ’τος, θα φανεί.
Τίποτα πιο τρομερό, τίποτα πιο αληθινό.

Περίεργος φόβος, αδύνατο να τον κοροϊδέψεις.
Είναι αλήθεια πως η θρησκεία προσπάθησε!
Υφασμένο στο στημόνι της μουσικής το ράσο της,
βαρύτιμο και σκοροφαγωμένο, καμώνεται τάχα μου πως δεν θα πεθάνουμε.
και τι να πεις για την άλλη ψευτιά πως «ο μυαλωμένος άνθρωπος
δεν φοβάται κάτι που δεν πρόκειται να το αισθανθεί».
Μα αυτό ακριβώς τρέμουμε – τίποτα να μη βλέπεις, να μην ακούς,
να μην αγγίζεις, να μη γεύεσαι, να μη μυρίζεις,
να μην έχεις μυαλό για να σκεφτείς, ούτε ν’ αγαπάς και να δένεσαi.
Από τέτοιο αναισθητικό δεν συνέρχεσαι.

Έτσι είναι κι έτσι μένει μια θολή, ακαθόριστη εικόνα
άκρη άκρη στο μάτι, μια παγωνιά που επιμένει
να ναρκώνει τη θέληση, να εξανεμίζει τις αποφάσεις.
Πολλά τα πράγματα που δεν θα γίνουν· ο θάνατος, αυτός θα γίνει.
Όταν βρεθείς χωρίς παρέα και πιοτό, ο φόβος αβάσταγος ορμά,
πυρά του φούρνου σαν σύρεις την πλάκα.
Το κουράγιο ίσα ίσα φτάνει να μην τρομάζεις τον άλλο
κι η γενναιότητα δεν σε γλυτώνει από το μνήμα σου.
Είτε κλαψουρίζεις είτε τον αψηφάς, ίδιος ο θάνατος σιμά σου.

Σιγά σιγά το φως δυναμώνει κι όλα παίρνουν σχήμα στην κάμαρα.
Ό,τι ξέρουμε, ό,τι πάντα ξέραμε, είναι μπροστά μας χειροπιαστό
σαν την ντουλάπα εκειδά στη γωνιά. Να το αποφύγουμε δεν μπορούμε,
να το δεχτούμε δεν γίνεται· ας αποφασίσουμε επιτέλους.
Στο μεταξύ το τηλέφωνο παραμονεύει έτοιμο να χτυπήσει
στα μανταλωμένα γραφεία, και αδιάφορος ο περίπλοκος κόσμος,
ο κόσμος που νοικιάζουμε, αρχίζει ν’ ανακλαδίζεται.
Ουρανός μπαμπάκι, ο ήλιος καταχωνιασμένος κι η δουλειά περιμένει.
Οι ταχυδρόμοι σαν τους γιατρούς πάνε από πόρτα σε πόρτα.

*Η απόδοση στα Ελληνικά του ποιήματος του Philip Larkin (1922-1985) πρωτοδημοσιεύτηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια στο περιοδικό Ευθύνη, τχ. 269 (Μάϊος 1994, σσ. 254-255). Παρ’ όλο που αυτή η προσπάθειά μου δεν αποτελεί διασκευή, αλλά απόδοση στη γλώσσα μας –ή καλύτερα δοκιμή να λειτουργήσω περισσότερο ως ερμηνευτής του (interpreter, interprète) παρά εκτελεστής (performer, exécutant), όπως θα λέγαμε στη Μουσική–, προτίμησα τον όρο «ανάπλάση» γιατί πιστεύω ότι το δύσκολο έργο της μετάφρασης από τη φύση του δεν μπορεί παρά να είναι αμφίδρομη ζύμωση – της γλώσσας πηγής και της γλώσσας στόχου, του ποιητή και του μεταφραστή· ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να διατηρεί κάτι, ελάχιστο έστω, από το πλάσιμο και τη μυρωδιά του επιούσιου.
Π.Κ.

** Εδώ θα βρείτε τη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του Τεφλόν:
http://www.koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1253559830&archive=&start_from=&ucat=5&

Henrik Nordbrandt, The Rose from Lesbos / Το ρόδο από τη Λέσβο

I got that rose from an unknown woman
when I was on my way to an unknown city.
—And now that I’m in town
slept in its beds, played cards under its cypress trees,
drank myself full in its taverns
and have seen that woman coming and going, going and coming,
I don’t know, anymore, where to throw that rose of mine.

Everywhere, where I was, hangs its fragrance.
And everywhere, where I wasn’t,
its withered leaves lie crumpled in the dust.

*

ΤΟ ΡΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΣΒΟ

Από γυναίκα άγνωστη έλαβα ένα τριαντάφυλλο
στη νέα πόλη καθώς πήγαινα.
Και τώρα πού έφτασα στην πόλη
και σε κρεβάτι της κοιμήθηκα
κι έπαιξα χαρτιά στα κυπαρίσια από κάτω
κι ήπια ακόρεστα μες στις ταβέρνες της
κι αφού είδα τη γυναίκα να `ρχεται και να πηγαίνει
δεν ξέρω πια το τριαντάφυλλο τί να το κάνω.

Όπου βρισκόμουν ήταν και τ’ άρωμά του
κι όπου δεν ήμουν μαραινόταν και πέφταν
στη σκόνη τα ροδοπέταλά του.

*Από το “Digte / Gedichte“, Kleinheinrich Verlag, Münster 1988. Αγγλική μετάφραση: Germain Droogenbroodt – Stanley Barkan. Ελληνική μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης/ translated by Manolis Aligizakis.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Δύο ποιήματα

50 000 000 ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ

Είμαστε αλλόκοτες πόρτες
λαδωμένες
καλά με λόγια εργαλεία ή πράξεις
σαλεύουμε έναν καιρό ανάμεσα γέννας και
θανάτου
μεριάζουμε μπρος στο «σκιάς
όναρ»
έπειτα ξαναγινόμαστε συντρίμμια
μετέωρου στοχασμού
όμως θυμάσαι
κατάκαρδα τη μορφή της Εριφύλης να
διαγράφεται στην ακροθαλασσιά
σαν έσκυβε
να μαζέψει ένα κοχύλι ή ένα βότσαλο

*

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Άραγε
Με σκέπτεσαι κάπου κάπου
Θυμάμαι πως κοίταζες εσύ γητευτή
τα μάτια σου τόσο ερευνητικά
που να μου σκίζουν την καρδιά
έγδυνες της σάρκας μου το δέρμα
ενώ αυτή δοκίμαζε ένα χαμόγελο
μα είσαι τώρα ο παραχωμένος σπόρος
απ’ όπου φυτρώνουν τα λόγια τούτα
λόγια μιας κλεψύδρας
που αναποδογυρίζει κάπου κάπου
άραγε με σκέπτεσαι

*Από την ενότητα “7 γραπτά στα Ελληνικά”, που περιλαμβάνεται στον τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, εκδόσεις Ίκαρος, 2021.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το βιβλίο “Μάτση Χατζηλαζάρου – Γράμματα από το Παρίσι στον Ανδρέα Εμπειρίκο”, Εκδόσεις Άγρα.

Γιώργος Κοζίας, Υπάρχει ακόμα λίγη άνοιξη

Portinari, Boys releasing pipes (1940)

Ὑπάρχει ἀκόμα λίγη Ἄνοιξη
Ἐλᾶτε νὰ ἀλλάξουμε
δακτυλίδια γάμου
Νὰ νυμφευτοῦμε τὰ ὄνειρά μας

Τώρα ποὺ στήνονται κρεμάλες
Καὶ τραγουδοῦν οἱ δήμιοι
τὸν γερμανικὸ ποιμενικό τους

Ὑπάρχει ἀκόμα λίγη Ἀγάπη
Νὰ βάλουμε τοὺς νεκροὺς στὸ τραπέζι
Νὰ στρώσουμε στὸν ξένο τὸ κρεβάτι

Fraülein, ὑπάρχει ἀκόμα λίγη Ἄνοιξη

Ἐλᾶτε νὰ ἀλλάξουμε
δακτυλίδια γάμου
Νὰ νυμφευτοῦμε τὰ ὄνειρά μας

Νὰ πιοῦμε τὸ κρασὶ τοῦ Ρήνου
Νὰ ἐλευθερώσουμε τὰ μαῦρα δάση

Ὑπάρχει ἀκόμα καὶ ἡ ἀθώα Παουλίνε
Χορεύει μὲ τὸν ἀναπτήρα της πάνω στὴν νάρκη.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες”, Εκδόσεις Περισπωμένη. 2017.

Κατερίνα Φλωρά, Venezia

Περνώντας από τη μιαν άκρη στην άλλη
στο σύντομο μα μακρύ γεφύρι
στιγμές του κάποτε
αναδυόμενες και απωθημένες επιθυμίες
πρόσωπα γνώριμα κι άλλα θολά
φιγούρες αόριστες κινούνται στο χώρο

Αντικρύζω την παλιά μορφή
Ω δεν άλλαξες καθόλου
φιλάρεσκα ξεστομίζει
Δεν άλλαξα διότι τον χρόνο βήμα βήμα ακολουθώ
μην τον χάσω από τα μάτια μου στην άγνωστη διαδρομή
και στο τέλος δε γνωρίσω μήτε τη μορφή εκείνη
στο γεφύρι στον πράσινο υγρό καθρέφτη

Γιώργος Δυνέζης, Αταυτοποίητο λόγω ακρωτηριασμού

Τόσα παπούτσια άλλαξε να βρει
πως πάσχει από όνειρο
είναι το μόνο κρίνο που αν κοπεί
την Άνοιξη βραχυκυκλώνει
και απομένουν στα ερέβη – κάτι μανούβρες
των πιλότων
με μαντιλοδεμένα μάτια
αμέτρητα φορεία με νεκρούς
κι ένας πολίτης αναζητώντας τ’ όνομά του
στις ετικέτες των δαχτύλων τους·

συγγνώμη που στο λέω – αλλά δεν βλέπω πια
κανένα αδιέξοδο
όσο την προσομείωση μιας βαθιάς σου απελπισίας
συμβαίνει αυτό που λέμε “όχι εσύ-
η λίμνη καθρεφτίζεται”
τσαλαβουτάς τα πόδια και η όψη σου αποκτάει
τις πρώτες της ρωγμές
-τις λες και τρικυμίσματα-
κι ο ιατροδικαστής – πώς περιμένεις να ψαρέψει
την αλήθεια
από το πτώμα;

Κι όσο για μας – που μπήγουμε
στα μάτια τους αντίχειρες
και αποθέτουμε στη χλόη ίδιο με στέμμα
το κρανίο μας
τα πράγματα στο μέλλον είναι απλά:
μπουρζουά σιτογιέν – σιτογιέν μπουρζουά
πάπετ πάπετ

Νινγκούνο

*Από τη συλλογή “μικρό και γήινο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Σεπτέμβριος 2022.

Γιώργος Δρίτσας, Πέφτοντας στο κενό – ο χορός των μαύρων άστρων (3)

Α.

Ανατινάζοντας μνημεία

Μακριά εσείς οι άλλοι
……
Όσο για μας τραβάμε
αφήνοντας πίσω
μιαν άχρωμη λήθη.

Γιώργος Β. Μακρής

Τα δόντια έπεσαν
πάνω στα μάρμαρα
των απολιθωμένων
αιώνων.

Οι ρίζες τους άρχισαν
να βγαίνουν μέσα
από τα ούλα,
το στόμα του
έφτυνε μηχανικά αίμα.

Οι βαριοπούλες όμως
των κροτάφων
συνέχιζαν αλώβητες
το έργο τους.

Στο τέλος γκρεμίστηκε
ο περίλαμπρος ναός
του μελλοντικού παρελθόντος.

όλα είχαν τελειώσει

“Θα γεράσω”, είπε
προτού βουτήξει
στο μυαλό του

Στη Σεμιτέλου 4,
γράφτηκε με το αίμα του,
στον ασφαλτωμένο δρόμο:
“Εμείς οι Λίγοι,
Είμαστε οι προάγγελοι
του Χάους”

Β.

Αθέλητη βάπτιση

Όταν οι πεθεμένοι
τραγουδάνε
τα αστέρια πληθαίνουν

Νίκος Β. Λαδάς

Θυμήθηκες που προχωρούσες
προς τις πύλες,
παρατηρώντας τα κρεμασμένα νεανικά
κορμιά που είχαν κάνει σημαία τους
τη μαύρη μπαντιέρα της εξέγερσης.

Ξύλινα μυαλά με πέτρινες καρδιές
διέκοψαν την οργιαστική τελετή.
Σάμπως σαν όλο το προαύλιο
να έγνε βωμός θυσιαστηρίου.

Τώρα – αλλότοπου μύθου αμάλγαμα –
ξορκίζεις τις χαμένες σου
ελπίδες κοιτώντας το πέρας
των εποχών και των χρόνων.

Ο έκτος όροφος της “Παιδείας”
δεν ήταν ικανός να διακόψει
τον εξοβελισμό σου από τη γη
των εξωμοτών και των καύποπτων.

Το άστρο σου όμως έγινε προσφορά
στους Θεούς της ευσπλαχνίας,
αναβαπτισμένο στους κόκκινους
σκοπέλους της μοναξιάς.

*Από τη συλλογή “το ματωμένο όνειρο”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2023.

Γιάννης Στίγκας, Μικρό ψιλούλι φάντασμα

Δεν ξέρεις
πόσα τσιγάρα σε περιμένω.

Ξεροσταλιάζουν όλα μου τα δόκανα.
Σφαχτάρια στα ποδάρια σου άφησα
τα δυό μου τα διαζύγια
-το αίμα αποσιωπάται εδώ-
εκείνο το παλιό τικ-τακ
ανάμεσα σε παραμύθι κι έγκλημα.

Το ότι έχω χέρια ευγενικά
σχεδόν γυναικεία
δεν σημαίνει απολύτως τίποτα –
υπήρξαν χασάπηδες που ακούγανε Βάγκνερ
μαζεύανε (μαζί με τα παιδιά τους) φράουλες
γύρω απ’ τα κρεματόρια

τι όμορφη μέρα, Χανς
τι όμορφη μερα, Γκρέτελ

δεν ξέπλεναν καν τη στάχτη
(προσδίσει -λέει- μια ενδιαφέρουσα στυφάδα)

δεν ξέρεις πόσα τσιγάρα σε περιμένω.

SONDERKOMMANDO

Και τι να ξέρεις, Κατακούτελε
καλύτερα από μένανε,
ο που κουβάλησα κορμιά
άξαφνα ασήκωτα
από μια σφαίρα τόση δα
ή μια υποψία κυάνιο
κάτω απ’ τα νύχια

Θέλω να ξέρεις, Κατακούτελε

δεν υπήρξε αστράγαλος που δεν χάιδεψα
μια στοργή οριακά εκπρόθεσμη,
πρόχειρο ξόδι,
τα τερερέμ στα σπλάγχνα μου
σαν ρέψιμο
φαιδρύνω
τη φαιδρή συντέλεια
αποβλακώνομαι συχνά
μιλάω στις τσουκνίδες
ατα παλιόχορτα

Να τα θερίσεις όλα, Κατακούτελε
Έτσι κι αλλιώς,
οι μύγες θα προδώσουν μυστικά
-όσοι γλιτώσουν από μας-

Οι λιμασμένες μύγες

*Από τη συλλογή “Sonderkommando”, εκδόσεις Άγρα, 2023.