Frank O’Hara, Poem / Ποίημα

Lana Turner has collapsed!
I was trotting along and suddenly
it started raining and snowing
and you said it was hailing
but hailing hits you on the head
hard so it was really snowing and
raining and I was in such a hurry
to meet you but the traffic
was acting exactly like the sky
and suddenly I see a headline
LANA TURNER HAS COLLAPSED!
there is no snow in Hollywood
there is no rain in California
I have been to lots of parties
and acted perfectly disgraceful
but I never actually collapsed
oh Lana Turner we love you get up

Η Λάνα Τέρνερ κατέρρευσε!
Περπατούσα γοργά κι ξαφνικά
άρχισε να βρέχει και να χιονίζει
κι εσύ είπες πως έριχνε χαλάζι
αλλά το χαλάζι σε χτυπάει στο κεφάλι
δυνατά, οπότε στην πραγματικότητα χιόνιζε και
έβρεχε και βιαζόμουν τόσο πολύ
να σε συναντήσω, αλλά η κίνηση
συμπεριφερόταν ακριβώς όπως ο ουρανός
κι ξαφνικά βλέπω έναν τίτλο
Η ΛΑΝΑ ΤΕΡΝΕΡ ΚΑΤΕΡΡΕΥΣΕ!
δεν υπάρχει χιόνι στο Χόλιγουντ
δεν υπάρχει βροχή στην Καλιφόρνια
έχω πάει σε πολλά πάρτι
και φέρθηκα απολύτως απαράδεκτα
μα ποτέ δεν κατέρρευσα στην πραγματικότητα


*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Μύαρης, Ταξίδι στον Ερημότοπο

Στη Μαρία Μ.

Σου δάνεισα τα ταξίδια του Δον Κιχώτη
Σχολίασες πως σαν αναχωρείς
Αγέρας σε διαπερνά καθίστασαι μη ον καταναγκαστικά παρόν
Άστομο πλάσμα Άφωνο κι αλίμονο
Ανίσχυρο μπροστά σε όσους προωθούν βελτιώσεις
Πυργώνουν απώσεις Δρακεύουν εξώσεις

Βρέθηκα “Μαρονίτα” και σε κάλεσα
Γαλαρία των αλατωρυχείων ξυπόλητο δεκαετία του ’70
Σ’ ακούω σαν νερό που κελαρύζει Στις Μαρίτσες
Σε ψάχνω στα πλατύφυλλα αμπέλια

Ακούς αφηγήσεις Ροκιές και ανέχεια
Δεκαεξάχρονων στη Βαλτετσίου κούφιες ζωές
Τα κάρβουνα του Κάβουρα Στο Βοξ οι αστροφεγγιές
Αραχώβης και Μπενάκη γωνία Αγωνία Όροφος δεύτερος
Πότε ανάχωμα και πότε φυλακή
Πόσα απογεύματα μου πρόσφερες
Το ερτζιανό ύδωρ των πειρατών
Περιοχής Εξαρχείων κι Ομονοίας
Τσιγάρα κέρασα πριν φύγω στα φροντιστήρια της Κωλέττη
Καπνοί συνόδευσαν τη βιοτή μας ταξίδεψα μακριά
Εσύ ερωτευμένη με τα Δεκαεξάχρονα ταξίδια
Ελέγχεις διαρκώς τα εισιτήρια
Και ‘κει στα Τέμπη καιομένη

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.

-[Ερημότοπος: η πρώτη (μεσοπολεμική) απόδοση στην Ελληνική της σύνθεσης “Έρημη Χώρα” του Τ.Σ.Έλιοτ.
-Μαρίτσες: αγροτική περιοχή Νότιας Κέρκυρας.
-Μαρονίτα: γνωστή καφετέρια πλατείας Εξαρχείων].

Πάνος Κουτούλιας, Δύο ποιήματα

Απογραφή

Κάθε ξημέρωμα και μια νύχτα τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά,
μια πρωτότυπη παραλογή πάνω σε μανιασμένα μουσικά σχόλια.
Ας γίνει το ας είναι μάρτυρας
να ξεδιαλύνουμε λιγάκι τους σπασμούς των πραγμάτων
προβάροντας αδιάκοπα τα λόγια μας, με σκοπό
να τα ξεχάσουμε γνήσια.
Το φως παρέρχεται με τα χίλια ζόρια,
με μια παρατεταμένη τακτική του αναπνευστικού συστήματος
ενώ ο θάνατος – οριστικό εμπάργκο,
τρίλιζα χωροχρονική
κανονικότατη.
Κάθε ξημέρωμα, ένας απείρως εκτεινόμενος
καταυλισμός τεφροδόχων.


*


Ακριβές (το)


Αυτό το διάφραγμα δεν είναι να στηρίζεσαι·
θολή γκραβούρα
μιας πάλαι ποτέ υπακοής,
μιας υπό αμφισβήτηση υπηκοότητας.
Ασκεί τον τουρισμό του
στα τεθωρακισμένα μου·
το κρεμασμένο ξίφος των παππούδων
στο σαλόνι,
κιτρινισμένος χάρτης παλιακός,
που παραγνωρίζει τα σύνορα
και την όψη της χώρας.
Δεν είναι καν ανταγωνιστικό·
απλά υφίσταται εκεί
και στέκει
ως ανιστόρητη ωραιότητα.


*Από τη συλλογή “Προϊστορία για έναν”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Ιούνιος 2017.

Γιώργος Μπλάνας (1959-2024), Νύχτα

“Να ‘ξερες μόνο τι σου λέω! Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει
Κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
Στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
Το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατό μου.
Κι ώ, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω
το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου”.
Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή κρατώντας
τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,
μη καμιά κίνηση παρα-
μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει
σαν να ‘ταν η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,
κι η επίμονη σιωπή μου: λόγια,
που μαρτυρούσαν ένα πάθος
πάντα ειπωμένο, απλά, και πάντα
γλυκύτατα βουβό.

*Από τη «Νύχτα», Εκδόσεις Νεφέλη, 1991

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Να μη διστάσετε…

Eduard Hopper, Early Sunday morning

Κύριε Hopper*,
Εδώ ας σταθούμε κι ας αντικρίσουμε το σημείο.
Έχετε τις φωτογραφίες, τα έγγραφα, τις καταθέσεις.
Τα χρώματα πιστεύουμε είναι καλά και τα πινέλα το ίδιο.
Έχετε όλο το φόντο με το μέρος σας.
Δεν σας ζητάμε να βγάλετε κάποια απόφαση
ούτε να κάνετε αναπαράσταση.
Σας παρακαλούμε μόνο να μην ξεχάσετε τους 57 νεκρούς.
Μην το εκλάβετε σαν υπόδειξη αυτό.
Απλώς οι ψυχές μας είναι ραγισμένες.
Μας “εμπαίξανε”, λες και όλο αυτό ήταν
μια ζαβολιά, ένα κακός μπελάς.
Γι’ αυτό σας παρακαλούμε, με το οξυγόνο
να μη διστάσετε…
Ό,τι χρειαστείτε, εάλω θα είμαστε
-εδώ είμαστε όλοι.
Αυτή τη φορά τη μοναξιά
δεν θα φοβηθούμε.

*Eduard Hopper, Αμερικανός ζωγράφος, (1882-1967).

**Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.

Αργύρης Χιόνης, Δύο ποιήματα

Εσωτικά τοπία

ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟΠΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να τα δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς ή μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.

*

Ο ακίνητος δρομέας

“ΠΟΥ ΠΑΤΕ, ΜΕΡΕΣ ΜΟΥ”, ρωτά, “μικρά πουλιά γιατί πετάτε, για πού τραβάτε βιαστικά;”.
“Εμείς δεν πάμε πουθενά, εμείς δεν είμαστε πουλιά, στεφάνι επτάφυλλο είμαστε πέτρινο κιονόκρανο στου χρόνου την αμετακίνητη κολόνα. Εσύ πετάς αδιάκοπα, εσύ αποδημείς
προς μια εποχή πιο παγερή, προς ένα ατέλειωτο χειμώνα”.

Άννα Αχμάτοβα, Έξι ποιήματα

Έμαθα να ζω απλά και με σοφία,
Τον ουρανό να βλέπω και να δοξάζω το Θεό,
Να γυρίζω ώρα πολλή στου δειλινού την ησυχία,
Την αχρείαστή μου αγωνία να ξεχνώ.

Όταν θροΐζουν οι κολλιτσίδες στην κοιλάδα
Και μαραίνονται τα μούρα στις μουριές,
Στίχους γράφω εύθυμους αράδα
Για της φθαρτής ζωής τις ομορφιές.

Επιστρέφω σπίτι. Μου γλείφει την παλάμη
Ο πουπουλένιος γάτος και με νάζι νιαουρίζει.
Λαμπρό ένα φωτάκι στην κορυφή ανάβει
Του πύργου, πίσω από τη λίμνη και φωτίζει.

Μόνο πού και πού στην ησυχία τη βαθιά
Του πελαργού προσμένω τη φωνή ν’ ακούσω.
Κι αν έρθεις και την πόρτα μου χτυπάς
Μου φαίνεται πως ούτε θα σε ακούσω.

1912

*

Όχι, μαζί σου δε θα πιω κρασί,
Γιατί είσαι αγόρι αδιόρθωτο.
Ξέρω, συνήθεια έχετε κακή
Μ΄ όποια λάχει να φιλιέστε στο φεγγαρόφωτο.

Αλλά εμείς, ούτε στεναγμός ούτε φωνή,
Ησυχία θεϊκή.

Αλλά σ’ εμάς, νόμος δεν υπάρχει
Να σηκώνουμε τα μάτια σ’ όποιον λάχει.

Δεκέμβριος 1913

*

Ώρες βραδινές μπροστά από το τραπέζι.
Αδιόρθωτα λευκή η σελίδα με κοιτά.
Η μιμόζα Νίκαια και ζεστασιά μυρίζει,
Στο φεγγαρόφωτο πουλί μεγάλο φτερουγά.

Και τις κοτσίδες μου πλέκοντας σταθερά,
Σάμπως να μη γίνεται αύριο δίχως αυτές,
Κοιτάζω απ’ το παράθυρο με δίχως θλίψη πια
Τη θάλασσα, τις αμμουδερές πλαγιές.

Τι εξουσία έχει ο άνθρωπος, ωστόσο,
Που ούτε τρυφερότητα δε θέλει!
Δεν μπορώ τα βλέφαρά μου να σηκώσω
Τ΄ όνομά μου όταν προφέρει.

Καλοκαίρι 1913

*

Στο σμίξιμο υπάρχει των ανθρώπων μια κρυφή γραμμή,
Που δεν την ξεπερνά ο έρωτας μήτε τα πάθη,
Ακόμη κι όταν στην σκληρή κολλούν τα χείλη σιωπή
Και πάει να σπάσει η καρδιά από αγάπη.

Ανήμπορη σε τούτο και η φιλία μένει
Και τα χρόνια της χαράς της δυνατής,
Όταν η ψυχή είναι ελεύθερη και ξένη
Απ’ την αργόσυρτη χαύνωση της ηδονής.

Είναι τρελοί όσοι την κυνηγούν, κι αληθινά,
Όποιος την έχει φτάσει από πλήξη υποφέρει.
Τώρα ξέρεις γιατί και η δική μου η καρδιά
Δε χτυπά τρελά κάτω απ’ το δικό σου χέρι.

1915

*

Από την ποιητική σύνθεση «Μυστικά της μαστοριάς»

Οι νικητήριες ωδές δε μου χρειάζονται.
Ούτε και ελεγειακοί γλυκοί ρυθμοί.
Όλα στους στίχους πρέπει να αντιτάσσονται
Στα πράγματα που φέρνει η καθημερινή ζωή.

Ω! Αν ξέρατε από ποια σκουπίδια
Γεννιούνται τα ποιήματα δίχως ντροπή.
Πλάι στο φράχτη σαν κίτρινα πικραλίδια.
Βρομόχορτα και κολλιτσίδες στην αυλή.

Κραυγή οργισμένη, της πίσσας μύρισμα στυφό,
Μυστηριώδης μούχλα μες στην κάμαρή μου…
Και το ποίημα ακούγεται ευχάριστο και τρυφερό
Για τη δική σας τη χαρά και τη δική μου.

1936 – 1960

*

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Θα μπορούσε η Βεατρίκη σαν το Δάντη να δημιουργήσει,
Είτε η Λάουρα το πάθος της αγάπης να υμνήσει;
Τις γυναίκες εγώ δίδαξα πώς να μιλούν,
Αλλά, Θεέ μου, πώς να τις μάθω να σιωπούν;

1960

*Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης.

Γιάννα Μπούκοβα, από το «Μαύρο χαϊκού»

Για κάποιο λόγο τα συντρίμμια
φαντάζουν πάντα πιο κοντά
στην γεωμετρία της αλήθειας.
 
Είναι μια μουσική που τελειώνει σταδιακά.
Ένα δόντι που το βγάζεις κάθε πρωί.
 
Όπως όταν κάποιος που αγαπάς πολύ
σου λέει μια ιστορία που διόλου δεν σε ενδιαφέρει,
αλλά δεν θέλεις να σταματήσει ποτέ,
και το λες αυτό ευτυχία.
 
Ή μια εικόνα από την πλατεία της πόλης,
μερικά σπίτια κι η εκκλησία,
και στο βάθος το ηφαίστειο που εκρήγνυται,
και το λες αυτό κάποιου είδους καθημερινότητα.
 
Ήταν μια τάξη που εξερράγη
και έτσι ξεκίνησαν όλα.
Ένα δόλωμα κεκτημένης ταχύτητας.
 
Ο Τζορντάνο Μπρούνο πίστευε ότι τα αστέρια
είναι μακρινοί κατοικημένοι κόσμοι,
και σε κάθε ένα υπάρχει μία δίκη,
και σε κάθε ένα υπάρχει μία πυρά,
και αυτό το λες να μην είσαι μόνος στο σύμπαν.
 
Η νύχτα πάντως είναι το ίδιο μέρος,
όμως μετά την πυρκαγιά.
 

Απ’ όλα τα χρώματα
το κόκκινο είναι το πιο θορυβώδες.
 
Δεν υπάρχει πιο ίσια γραμμή
από την πτώση.
 
Όμως ο βυθός πάντα απαιτεί
μια πιο περίπλοκη χορογραφία.
 
Θυμάμαι εκείνη τη διαφήμιση με τους τρεις
που παίζουν ποδόσφαιρο κάτω απ’ το νερό.
Τις φυσαλίδες, τα ανάποδα ψαλίδια, το σμαραγδένιο φως.
 
(Το μυαλό προσελκύεται μονάχα
από τα εξής είδη γεγονότων:
πρόσφατα γεγονότα, ασυνήθιστα γεγονότα,
μεγάλα γεγονότα, γεγονότα που μπορούν
να συγκριθούν με άλλα γεγονότα.)
 
Όλα είναι σε αργή κίνηση, σαν να υπογραμμίζουν
κάποια ιδιαίτερα περίτεχνη φάση του ματς.
Η μπάλα λείπει, είναι όμως ξεκάθαρη
η πρόθεση της μπάλας. Το μαρκάρισμα.
 
(Μέσα στο μυαλό συντελείται μια Δαρβινική διαδικασία
όσο οι σκέψεις που ασταμάτητα γεννιούνται
παλεύουν μεταξύ τους για επιβίωση.)
 
Τρία ψαράκια γλιστράνε στη γραμμή
σαν να ακολουθούν κάποια υποθαλάσσια λεωφόρο.
Η κάμερα βυθίζεται, η οπτική σκουραίνει.
Η θαμπή φωτεινή επιφάνεια
απλώνει την οθόνη της.
Κάτι μεγάλο περνάει εκεί –καράβι, φάλαινα;–
και είναι ταυτόχρονα αυτό
και η σκιά του.
 
 
Ο 3D printer του Πλάτωνα πάντα επισκίαζε
την παλαιά τεχνολογία του Γουτεμβέργιου.
 
*
 
Αν και μόνο αν 
 
Κάθε μέρος είναι μία παγίδα,
ανοιχτή ακόμα.
Αλλά εμένα τα ζουζούνια στην κουζίνα
με κάνουν και ουρλιάζω.
 
Οι σύνδεσμοι ανάμεσα στα πράγματα
γεννιούνται στο ίδιο κέντρο
απ’ όπου και ο φόβος.
Εκείνο το σημείο κάπου ανάμεσα
στην αναπνοή και το βλέμμα.
 
Θυμάσαι πώς κόβαμε τους βατράχους ζωντανούς
στο μάθημα της βιολογίας
να δούμε πώς χτυπάει η καρδιά τους;
Θυμάσαι το εκπαιδευτικό σύστημα,
που το επέτρεπε αυτό
για τους σκοπούς της μάθησης;
 
Το πληθωριστικό σύμπαν μεγαλώνει απότομα,
τα πράγματα χάνουν αξία.
Είναι σαν να σε πηγαίνουν για ανάκριση
και να σε βάζουν να πληρώσεις
ο ίδιος την ανάκριση.
Με κάτι λιγδερά,
κολλημένα χαρτονομίσματα.
 
Κύριε, εσύ που είσαι μέσα στο στήθος μου…
Δεν γίνεται σαφές από την αγγλική μετάφραση
αν είναι:
Κύριε μέσα στο στήθος μου και πέρα από αυτό
ή αν:
Κύριε μέσα στο στήθος μου και πισώπλατα.
 
Αυτό είναι λοιπόν;
Όλο το χρυσάφι του κόσμου
δεν γεμίζει ούτε δυο ολυμπιακά στάδια.
Και ο πόνος με κάποιο τρόπο με κάλεσε
να ανακαλύψω το σώμα μου.
 
Ζούμε σε ένα κλουβί από φως
ζώα, ζώα δίχως τέλος.
 
Οι κύκλοι του νερού εγκαταλείπουν
τα όρια της λίμνης.
Τα σκυλιά ουρλιάζουν
– Πισώπλατα! –
καλωσορίζοντας ηδονικά τα χτυπήματα της καμπάνας.
 
Παιδιά με ανίατες ασθένειες σε κλινική
της ρωσικής πόλης Καζάν
στέκονται στο χιόνι και σχηματίζουν το γράμμα Ζ
σε υποστήριξη του πολέμου.

*«Μαύρο χαϊκού»,Εκδόσεις Ίκαρος, 2024.

Βερονίκη Δαλακούρα, Επίγραμμα

Είθ’ άνεμος γενόμην, σύ δε δη στείχουσα παρ’ αυγάς
στήθεα γυμνώσεις και με πνέοντα λάβεις.*

Σαν τις παραπάνω λέξεις, αδέσποτες κι αυτές, ως
Μια ερωτική τάχα επίκληση που προπορεύεται
και πάλι ακολουθεί.
Στη γραμμή αόρατη σαν φάσμα πίσω απ΄ τις ράγες
τόσο σιωπηλές που σκανδαλίζουν
Εσύ
με το σκισμένο ρούχο και τις άδειες κάλτσες
περπάτησε μέχρι το χωράφι αδιαφορώντας
για τον άνεμο
γυμνώνοντας τα στήθη
λέγοντας Ναι και Όχι γιατί
ακόμη κι αν δεν γνώρισες πόσο
αντίπαλες γίνονται οι λέξεις
οι παραπάνω, οι αδέσποτες, σαν
τη βροχή είναι που
την κοιτάς και πίνεις.

*Αδέσποτο αλεξανδρινό ελεγειακό δίστιχο ανώνυμου από την Ελληνική Ανθολογία [5, 38]

**Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.

Γκέοργκ Τρακλ (Georg Trakl),  Έλις 

Ένα απαλό χτύπημα καμπάνας ηχεί στο στήθος του Έλις το βράδυ,
όταν το κεφάλι του βυθίζεται στο μαύρο μαξιλάρι.
Ένα γαλάζιο αγρίμι
ήσυχα ματώνει στα βάτα.
Ένα σκούρο δέντρο στέκεται μονάχο˙
έπεσαν οι γαλάζιοι καρποί του.
Σημεία κι άστρα
βυθίζονται σιγά στη βραδινή λιμνούλα.
Χειμώνιασε πίσω απ’ το λόφο.
Γαλάζια περιστέρια
πίνουν, τη νύχτα, τον παγερό ιδρώτα που κυλά
απ’ το κρυστάλλινο μέτωπο του Έλις.
Διαρκώς ηχεί
σε μαύρα τείχη ο έρημος άνεμος του Θεού.

*Μετάφραση: Μ.Π.