Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Προσφυγικό

Ξημέρωνε και πάλι.
Το αγιάζι είχε τρυπήσει για τα καλά
τα κόκαλα και τα παπούτσια μας.
Έτσουζαν τα μάτια μας από την απλυσιά
και τα άγνωστα τα μέρη.
Τα αυτιά μας κουρασμένα
να αφουγκράζονται τον φόβο
βούιζαν σαν χαλασμένοι δέκτες.
Η πείνα είχε πικράνει το στόμα μας
και ζάλιζε τα κεφάλια μας.
Περπατούσαμε σε χωματόδρομους
φουρτουνιασμένους, πέρα-δώθε πηγαίναμε.
Ξάφνου, λίγο πιο κάτω από εμάς
είδαμε μια προβατίνα με το αρνί της.
Δεν ξέραμε τη ράτσα τους,
φριζάρτα, καραγκούνικα, αουάσι*, ποιος ξέρει;
Εμείς ούτε το όνομα του τόπου που πατούσαμε
δεν γνωρίζαμε, πέρα από της τσέπης μας το κρύο σπήλαιο.
Η πρασινάδα έκρυβε τις τρυφερές οπλές.
Δεν τολμήσαμε να πλησιάσουμε.
Κοιτούσαμε δίχως να πηγαίνει ο νους μας στο κακό.
Έτρωγε το ζώο, χορταίναμε εμείς.
Μετά από λίγο, συνεχίσαμε.

*Αουάσι (Awasi): Ράτσα προβάτων της Μέσης Ανατολής.

**Από τη συλλογή «φαγώσιμα», εκδ.Έναστρον, Μάιος 2022.

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Τρία ποιήματα

3

απ΄ το ύψος των περιστάσεων
εξαφανίστηκε το ύψος

πλέον έχουμε να κάνουμε
μόνο με περιστάσεις

το κατάλαβαν καλά

οι εναερίτες
εμφανώς

καψαλισμένοι

4

το “βραχυπρόθεσμα”
φέρνει στο νου
ένα λιτό πρωινό γεύμα

το “μεσοπρόθεσμα”
θυμίζει ελώδη λίμνη
όπου κάποια αποδημητικά πουλιά
λίγο πριν τη δύση
πήραν την απόφαση
ν’ αυτοκτονήσουν

το “μακρυπρόθεσμα”
μου είναι τελείως αδιάφορο

9

το “τσουβαλιάζω”
καθρεφτίζεται;

κι αν σπάσει ο καθρέφτης
τι προκύπτει;

το είδωλο
γηράσκει
αεί
διδασκόμενο

δηλαδή
ψευδόμενο;

*Από τη συλλογή “Μισές αλήθειες”, εκδ. Μελάνι, 2012. Περιλαμβάνονται στο συλλογικό “Με ύφος Ινδιάνου”, εκδ. Αντίποδες, Μάρτιος 2023.

Γιώργος Δομιανός, Ποιήματα

η κοινή μας γλώσσα
θα ήθελα να είναι
έννοια κυριολεκτική

*

δεν θέλησα
πολλά πολλά

να υπάρχει
πάντοτε
μια θάλασσα
για ξεκίνημα

να γεωγραφώ
το σώμα σου

και να ‘ρχεται η άνοιξη
στην ώρα της

πλήρης θα ‘μουν

*

νομίζω
εκείνο το καλοκαίρι
δεν άφηνες καν ίχνη
στην άμμο

περπατούσς
στις μύτες των ποδιών σου
σαν να μην ήθελες
να βαρύνεις περισσότερο
τον κόσμο

*

πριν γνωρίσω
το σώμα σου
τα ελληνικά μου
ήταν πάμφτωχα

*

Καμιά φορά
Με κάνεις να ξεχνάω
ότι θα πεθάνω

*

συμβαίνεις
για να αντέχω
το άσπλαχνο βάρος
του πάντοτε

*

το δέρμα σου πρωτοστατεί
στον διασυρμό της λογικής μου

*Από τη συλλογή “εγώ θα σου μάθω πουλάκι μου”, Κάπα Εκδοτική, Νοέμβριος 2022.

Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Δύο ποιήματα

ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ

Νομίζω
μου έχουν μιλήσει γι’ αυτήν
τη σπρωξιά που μας δίνει κάποτε ο χρόνος
όταν βρισκόμαστε ακόμη στην πιο νεαρή
την πιο ένδοξη ηλικία της ζωής μας.
Τον είδα
να μου αποσπά τα χαρακτηριστικά ένα ένα
να αλλάζει τη μεταξύ τους σχέση
να κάνει
πιο μεγάλα τα μάτια
πιο θλιμμένο το βλέμμα
το στόμα πιο αποφασιστικό
να σημαδεύει το μέτωπο με βαθιές χαρακιές.
Δεν τρόμαξα· τον παρακολούθησα
καθώς εργαζόταν στο πρόσωπό μου
με το ενδιαφέρον που θα μου προκαλουσε
η εξέλιξη μιας ανάγνωσης.

*

ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΙΗΤΡΙΕΣ

Το ότι με βασανίζουν οι λέξεις σημαίνει
πως κανείς δεν με βασάνισε ποτέ.
Τέτοια είναι η καλή τύχη που με σπρώχνει
προς τις ποιήτριες γιατί δεν ξέρω άλλες
που να αναμετριούνται με τη βία
της γλώσσας δείχνοντας τόση αφοσίωση
λες και μόνο αυτές γνωρίζουν τι σημαίνει
να πνίγεσαι με τις λέξεις σου.

*Από τη συλλογή “Δεύτερη νεότητα”, εκδ. Θράκα, 2022.

τρία έπσιλον, Τρία ποιήματα

[συζήτηση με τον νεκρό παππού που ‘ταν δάσκαλος

κοίτα,

εμένα τα παιδιά μου
μπορεί να μην έκαναν τον γύρο του κόσμου σε ογδόντα μέρες αλλά
τους παίρνει δυο τρία χρόνια να διαβούν το σύνορο
και μια θάλασσα

αν δεν ανθίσουν στον πάτο της

*

[λέσβος]

εκείνη τη χρονιά με τα 21 φεγγάρια, δε μίλησε κανείς

τότε πέρασε μια ολόκληρη γενιά που κανείς δε μιλούσε, και σαν να
μην έφτανε αυτό δεν έπραξε ποτέ κανένας, μέχρι που όλοι
ξέχασαν την έννοια της πράξης

πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που βάραγαν τα κεφάλια τους
στον τοίχο
δοκιμάζοντας αντοχή υλικών

*

Π2 [τέσσερις μέρες άταφος]

έλεγες στις γυναίκες γεννιέται η αμφισβήτηση
κι έτσι δικαιολογούσες που δεν έβρισκα μέσα μου θεό

η μάνα σου ριγμένη σε πηγάδι του φώναξε πως δεν υπάρχει
την άκουσε έλεγες ένας γείτονας

αυτή η ιστορία φυσικά δε με έπειθε μα από όταν πέθανε
ο άλλος μου παππούς
όταν παίρνω τη γιαγιά τηλέφωνο

αναρωτέται αν υπάρχει ζωή μετά απ’ αυτό

*Από τη συλλογή “γνωρίζω αυτές που πλέκουν στη μέση της θάλασσας”, εκδ. Θράκα, 2023.

Αλόη Σιδέρη, Τρία ποιήματα

ΣΑΝ ΚΑΣΚΑΝΤΕΡ

Θάλασσα πάλι όπως πάντα
την περπατώ ώς τη γραμμή του ορίζοντα
βήματα στον αφρό ή χαμοπέταγμα σαν γλαροπούλι
εγώ διπλή: και στο παράθυρο και επί των κυμμάτων.

Ξάφνου το ανεπίστρεπτο της αναχώρησης
κατάδυση σε μπλε βαθύ σκοτάδι
πόδι μετέωρο – το απόλυτο κενό
σαν κασκαντέρ που παρακολουθεί
την ίδια του την πτώση στην οθόνη

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Καιρό είχα να τη δω και να που μου ήλθε πάλι
“το ποίημά σου”, έλεγε, “το ποίημα δεν το είπες”
και αχ! Πώς να το πω που με βαραίνει ο ύπνος
εσύ δεν είσαι εδώ να με χτενίσεις
δεν μού ‘βαλες το φόρεμα
κι έτσι όπως είμαι με το νυχτικό, ντρέπομαι τα παιδιά

*

Ο ΜΑΥΡΟΣ

Τον βλέπω κάθε σούρουπο στον τοίχο
σαν ζωγραφιά όπου παίζει μαύρο μ’ άλλο μαύρο
“Να φύγεις”, του φωνάζω, “να σβηστείς
δεν είσαι συ, είσαι άλλος”.

Φωλιάζω στο κρεβάτι, ανάβω φως
κλείνω τα τζάμια, μουρμουρίζω ξόρκια
λέω ονόματα κι αυτός εκεί, γραμμένος
“περνούν τα χρόνια”, να μου λέει, “γερνάς
κι εγώ ακόμα περιμένω να βρεθεί το φάρμακο”

*Από τη συλλογή “Το πιο τρομαχτικό”, εκδ. Άγρα, 1999.

Πώς να πιάσεις μια πεταλούδα

Πάντα να την πλησιάζεις από τη μεριά
που δεν ρίχνει σκιά·
έχε τον νου σου στο τρομακτικό σου σκοτάδι,
γιατί θα το σκάσουν ακαριαία.
Μόνο το καλοκαίρι
είναι οι πεταλούδες αρκετά
μεθυσμένες απ΄ τον ήλιο ώστε να μπορείς
να τις πλησιάσεις με τα δάχτυλα
σταθερά σα τανάλια.
Να ‘χεις υπομονή, μην κάνεις
απότομες κινήσεις.
Να κινείσαι ομαλά σαν την αλλαγή
των εποχών. Ευθυγράμμισε τα δάχτυλά σου
με τα κλειστά της φτερά
και περίμενε. Μην τρέμεις,
μην ιδρώνεις, μην επιτρέψεις
στους ήχους της καρδιάς σου
ν’ ανέβουν. Κράτα την αναπνοή σου
σιγανή και μετρημένη. Ύστερα,
όταν το ένστικτό σου θα σου πει,
κλείσε τα δάχτυλά σου
με μιαν αργή και σταθερή κίνηση.

*Από τη συλλογή “Ξενοδοχείο για πεταλούδες”, εκδ. Κείμενα, 2023.

**Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Ευαγγελία Τάτση, Τρία ποιήματα

Η ΑΠΕΙΡΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ Ι

Βρίσκεσαι κάπου και θέλεις να φύγεις
όχι γιατί δεν θέλεις να μείνεις
παρά μονάχα γιατί θέλεις να φύγεις.

Φεύγεις και πας αλλού.
Εκεί, είναι οπουδήποτε
αλλά είναι κάπως στενά
οπότε θέλεις να φύγεις
ενώ ήδη ξέρεις πως αλλού
θα είναι πάλι πιο στενά

Έτσι ορίζει η ακολουθία
να μη φτάνεις
μα πάντα κάπου πιο στενά
να ‘χεις να πας.

*

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΓΚΙΩΝΗ (ΠΑΡΑΒΟΛΗ)

Οι άνθρωποι κουβαλούν ένα πουλί στον ώμο τους
ο καθένας το δικό του
ο καθένας άλλο.

Κανείς δεν βλέπει
εκείνο που στέκει στον ώμο του
εκτός απ’ τους λυπημένους
που κουβαλούν έναν γκιώνη
και τον ακούνε να κλαίει

γι’ αυτό είναι λυπημένοι

ο γκιώνης όμως δεν τους βλέπει
και κλαίει για πάντα που τους έχασε.

*

Η ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΒΡΕΦΟΚΟΜΟΥ

Σ’ αυτή την πόλη
γεννιούνται μόνο
παλιά σπίτια

και γεννιούνται
πεθαμένοι
που τραγουδάνε

μανάδες πηγαινοέρχονται
σε δικαστήρια και τάφους
πηγαινοέρχονται με τσακισμένες βάρκες
στα χέρια μου

τα χέρια μου
είναι γεμάτα με μωρά που κλαίνε

με τα μωρά
χορταίνουν χρόνια
τα ερείπια.

*Από τη συλλογή “Φυτά εσωτερικού χώρου”, εκδ. Βακχικόν, 2022.

Σταύρος Βαβούρης, Για τη Μεσσαλίνα, ακολασία κι άρνηση 

Σε κάθε σιωπηλή πτυχή των ημερών μου
ελλόχευε ένα ποίημα,
όχι απʼ αυτά που γράφουν στο χαρτί,
αλλά από κείνα που ʼναι διάχυτα στον άνεμο
ή που κυλούν με το αίμα μας στις φλέβες
και που ʼναι αυτό καθʼ εαυτό το αίμα πιθανόν
μεθυσμένο από το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Η κάθε νύχτα, μου μιλούσε μʼ ένα ποίημα
που ʼσπρωχνε και φούσκωνε τα τζάμια
σαν ιστία πλοίου επειγόμενου να φύγει
κι η κάμαρά μου τότε ναυαγούσε σε κυκλώνες
πυρετού και φαντασίας εξημμένης·
απʼ το χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

Στα μπρούτζινα κορμιά των μονομάχων
στα διψασμένα μάτια των φρουρών
ελλόχευσε παντού, με τόση λυσσαλέα επιμονή
αυτό το διψασμένο κι αδηφάγο ποίημα
ώστε μʼ άναψε και μʼ έκαψε και μʼ έκανε
ολόκληρη και μένα ένα ποίημα, που αναπτύχθηκε
και τέλειωσε στο χρώμα, το ρυθμό και την ιδέα
μιας ακολασίας μουσικής.

*Από την ποιητική ενότητα «Πικρά χείλη δίχως γεύση παραδοχής» (1959), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.

Ζαφειρία Μολ, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ

Βγήκαν, ήπιαν, έφαγαν,
κατανάλωσαν
κι ήρθαν τώρα κι έκατσαν πάνω μου.
Ο σβέρκος μου γέμισε φοβισμένους,
η καμπούρα μου έγινε λόφος λαού.
Δε ζήτησα από κανέναν συντροφιά,
είχα μονώσει τον κήπο επιμελώς,
και ξάφνου ήρθαν εξωστρεφείς επιδρομείς.
Νιώθω ανάγκη να γίνω πιο κοσμικός,
γιατί ο οικιακός συνωστισμός
προκαλεί απόκοσμη συντροφιά
που κάνει τη μοναξιά μου
πολυκατοικία στα μπετά

*

ΦΗΜΟΝΟΗ

Πρώτη κυρία των δαφνών
στέφθηκες με την πικρία των καιρών.
Κι ακόμα αναρωτιούνται για την πηγή,
αν ήταν φίδι, πληροφορία, πάθος ή
απλή φυγή.
Κι εσύ απλά τους λες για τηνν κρήνη που
ήταν “καθαρή”
αλλά και για το τρίτο πόδι που δεν
πατούσε στη γη.
Γιατί κάθε χρησμός είναι μόνο για την
άσπιλη ψυχή
είπε η παρθένα, η διφορούμενα ιερή.

*Από τη συλλογή “Κανένα φτιάρι δεν έθαψε ποτέ την άνοιξη”, εκδ. Κάπα Εκδοτική, Σεπτέμβρης 2023.