Ελένη Ντούξη, Δύο ποιήματα

ΣΧΕΔΟΝ ΛΕΥΚΟ

1.

Το τελευταίο κουμπί
στο λευκό μου ρούχο
το έραψα κατά λάθος κόκκινο.
Έχει φυτρώσει πάνω του
το δάχτυλο της μάνας μου
σχεδόν λευκό
ένα φορτωμένο σύννεφο.
Το γλείφω κάθε φορά
να δω προς τα πού φυσά
μήπως γλιτώσω.

2.

Η βέρα της
σαράκι χρυσό
με αρπάζει από το λαιμό
κάθε που νυχτώνει.
Τη σαλιώνω
κι όλο στενεύει
ώσπου.

Είμαι ένα δάχτυλο
ραμμένο πάνω σου
σχεδόν κίτρινο
ένας αποκαμωμένος ήλιος.
Δες προς τα πού φυσά
μήπως και σωθείς.

*

ΠΡΑΣΙΝΗ ΚΑΡΤΑ

1.

Και όταν ήρθε από τα πολλά
κουβαλώντας ελάχιστα
την πήρε η κατηφόρα
ανάστροφα στον ουρανό
που σωριαζόταν καμένο δέρμα
επάνω στο στέρνο της.
Μετά την βρήκαν πνιγμένη
στο μελάνι ξένης γλώσσας.
Με τη θάλασσα που διέσχισε
παγωμένη να απλώνεται
ανάμεσα στα πόδια της.

2.

Αμφίρροπη δύναμη η απορία σου
φλούδα σκασμένη από τα χείλη.
Όσο κι αν πλένει το στόμα
μόνο αν την πιεις θα καταλάβεις. Ως τότε
δεν θα ξέρεις τι να κάνεις τα χέρια σου.

*Από τη συλλογή “Μείον δεκάξι”, εκδ. ενύπνιο, 2022.

Γιάννης Τόλιας, Δύο ποιήματα

ΕΝΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Το συναίσθημα
ανήκει στο χρόνο
και στη συγκυρία

Εμείς απλοί ένοικοι
αυτής της κατάπληξης
καταβάλλουμε με στίχους το μίσθωμα

Κι όταν ο θάνατος κάποια στιγμή
μας κάνει έξωση
εκείνο που θα μείνει

Θα είναι η απόδειξη
ότι κάποτε αποτυπώσαμε

Με παραστατικότητα

Το εφήμερο

*

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΡΙΝΩΝ

Σου λείπω;

Με ρώτησε
από την απόστασή της

Περισσότερο η αφορμή σου

Απάντησα

Πότε πότε θα γίνομαι αφορμή
αφού ποτέ δεν θα μπορέσω
να γίνω παρουσία

Καλοδεχούμενη ως απροσδόκητη

Έγνεψε η συνοδός μου

θλίψη.

*Από τη συλλογή “Ονειροκτόνο φως”, Πάτρα 2023.

Αντιγόνη Βουτσινά, Δύο ποιήματα

ΒΑΡΕΑ ΚΑΙ ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ

βγάζει
το χελιδόνι
απ΄ το συρτάρι
μαύρο
ψαλίδι
τ’ ουρανού
ξεκοιλιάζει
τη μέρα
σουπιά
τρέχει
φρέσκο
μελάνι
κάποιοι
μιλούν
για
φόνο

ένας

για ποίημα

*

Η ΖΩΗ ΓΥΡΩ ΑΠΌ ΤΗΝ ΓΛΑΣΤΡΑ

Ένας σκαντζόχοιρος
με κουρασμένο βλέμμα
και πέλματα στ’ αγκάθια
τρέχει πολύ
τρέχει λαθραία
τρέχει με τα μάτια κλειστά
τρέχει σιδερωμένα
τρέχει απ’ ανάγκη
τρέχει καθιστός
τρέχει επειδή είναι Παρασκευή
τρέχει για να

και βγαίνει συνεχώς

στην δυτική πλευρά
του εαυτού.
Μια μέρα θ’ ανέβει
τα σκαλοπάτια
και θα φτάσει
μέχρι

τα χέρια του.

*Από τη συλλογή “Ένα παιδί σκέτο καταμεσήμερο”, εκδ. Κουκκίδα, 2018.

Αλέξανδρος Φούρλας, Τρία ποιήματα

Η ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Αγαπώ έναν τόπο
που κάστρο έχτισε
τα βουνά έβαλε για τείχος
τους φάρους προπύργια
με μόνη έννοια
τη θάλασσα να κρατήσει μακριά.
Μάταιη προσπάθεια·
αν μέσα της μπεις
τότε θα δεις
ότι γουλιά γουλιά πίνει η θάλασσα τον τόπο.

Καλοκαίρι 2019, Μάνη, Σπήλαια Διρού

*

ΤΟ ΔΑΚΡΥ

Δύσκολος ο δρόμος
για το δάκρυ που διάλεξε να έρθει σε μας.
Ακόμη πιο δύσκολος ο δρόμος
που διάλεξε για σύντροφο το δάκρυ.

Στάλαξέ το μέσα σε αγκαλιά
μπορεί ανθρωπιά να φυτρώσει.

*

ΠΑΤΕΡΑΣ ΗΛΙΟΣ

Μαζί με τα μελίσσια
στα λουλούδια απάνω θα σταθώ
με τον αγέρα θα πλυθώ
και στο θρόνο μιας πέτρας του πατέρα ηλίου θα κάτσω.
Εκεί, θα ακούσω την ιστορία του
σαν αυτός θα γέρνει
για να ζεστάνει και τ’ άλλα του παιδιά.

*Από τη συλλογή “Επανασύνδεση”, εκδ. Στοχαστής, 2023.

Φαίδων ο Πολίτης, Δύο ποιήματα

ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΣ

Πρόσωπο χλωμό
Μελαγχολικό
Πίσω από το τζάμι
Του ζαχαροπλαστείου
Πού κοιτάς
Βλέπω πως το βλέμμα σου
Απάνω μου σταματά
Νοιώθω σαν νάμαι
Επιφάνεια διάφανη
Πού κοιτάς
Μελαγχολικό
Όμορφο γλυκό
Πρόσωπο χλωμό

*

ΕΥΧΗ

Μόλις άκουσε
Τα βήματα στη σκάλα
Έριξε στον καθρέφτη
Μια τελευταία
Αμφίβολη ματιά
Πέρασε φευγαλέα
Με συγκίνηση το χέρι
Ακόμη μια φορά
Απ’ τα μαλιά
Κι η ευχή γοργή
Πέρασε απ’ το νου
Σαν αστραπή
Νάταν το χτένι σμίλη
Το χέρι νάταν Πραξιτέλη

*Φαίδων Ιωαννίδης. Από τη συλλογή “Ersatz?”, 1953.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Πέντε ποιήματα

ΝΙΚΗ

Το βράδυ ξαπλώνω ανάσκελα
ακίνητος
τα χέρια στο στήθος
σταυρωμένα.

Το πρωί φτύνω το χώμα
γεύομαι το φως
κάθε φορά με διαλύει
αυτή η νίκη.

*

ΦΤΥΜΑ

Κι η ποίηση;
Τίποτα
Λίγο φτύμα
που το απλώνουμε στις πληγές μας
με το δάχτυλο.

*

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΦΥΣΗ ΕΝΟΣ ΜΟΤΙΒΟΥ

Κάθε κόκκινη πανσέληνος
είναι ένα κομμένο κεφάλι ερωτευμένου
βουτηγμένο στο αίμα

Κρατάει ο καθένας το δικό του
από μια διάφανη κλωστή
χιλιάδες τα κολοβωμένα σώματα
γεμίζουν με τα μπαλόνια τους τον ουρανό

*

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΙΑΝΟΣ

Η ζωή
στόμα χαμογελαστό
που κυλάει μέσα του ένα δάκρυ
και το πίνει.
Νερό για το αίμα
για τις πληγές αλάτι.

*

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΜΑ

Και κάθε φορά που τελειώνω ένα ποίημα
νιώθω ένα βάρος να μου φεύγει
όπως όταν θάβεις επιτέλους τον νεκρό
και ήρεμος μετά συνεχίζεις τον καφέ σου.

*Από τη συλλογή “Αγόραζα πάντα διάφανες ομπρέλες”, εκδ. θράκα, 2022.

Θεόδωρος Μπασιάκος, έρωτας

Artwork: Δημήτρης Μιχελουδάκης

Στο ντιβάνι απλώνομαι ευχαριστημένος, εκείνη γερτή
στη φτερούγα μου, μετά τον έρωτα. Εκείνη μετρά τα
παΐδια μου, εγώ ραχατεύω. Το παντελόνι μου στο πάτωμα
χάμω. Σκαλωμένη η κάλτσα της, σ’ έναν τόμο της
Ανθολογίας του μαύρου χιούμορ, στο κομοδίνο.
Η βουή -απ’ όξω- της μεγαλούπολης, μία λογοτεχνία
αστυνομοκρατούμενη.
– Θοδωρή;
– Ε! της κάνω
– Τίποτα! Έτσι μούρθε απλώς να πω τ’ όνομά σου…

Μια χαρά! Μ’ ένα πρόχειρο υπολογισμό, αυτό της το
«τίποτα» με βαστάει στη ζωή μπορεί και μια ολάκερη εβδομάδα.

Cesare Pavese, Αδιαφορία

Άνθησε αυτό το μίσος σαν ένας λαμπρός έρωτας
οδυνηρός, και αναστοχάζεται με λαχτάρα.
Ζητά ένα πρόσωπο και μια σάρκα, σαν να ήταν ένας έρωτας.

Είναι νεκρές η σάρκα του κόσμου και οι φωνές
που ακούγονταν, ένα τρέμουλο άδραξε τα
πράγματα∙ oλόκληρη η ζωή κρεμάστηκε από μια φωνή.
Κάτω από μια πικρή έκσταση περνούν οι ημέρες
στο θλιμμένο χάδι της φωνής που γυρίζει
ξεβάφοντας το πρόσωπο. Όχι χωρίς γλύκα
αυτή η φωνή της θύμησης ακούγεται αλύπητη και τρεμάμενη: κάποτε έτρεμε για μας.

Αλλά η σάρκα δεν τρέμει. Μόνο ένας έρωτας
θα μπορούσε να την ανάψει, και αυτό το μίσος τον γυρεύει.
Όλα μα όλα τα πράγματα και η σάρκα του κόσμου
και οι φωνές, δεν αξίζουν το καυτό χάδι
εκείνου του σώματος και αυτά τα μάτια. Μέσα στην πικρή έκσταση που αυτοκαταστρέφεται, αυτό το μίσος ξαναβρίσκει
κάθε μέρα ένα βλέμμα, μια σπασμένη λέξη,
και γαντζώνεται επάνω τους, αχόρταγο, σαν να ήταν έρωτας.

Sandro Penna, Μικρά ποιήματα

Μακριά στο παλιό προάστιο
δεν υπάρχει μελαγχολία.
Εκεί ζουν τα κουρέλια, μια ζωή ευγενική
χρυσωμένη απ’ τον ήλιο. Κι ας είναι έτσι.

*

Με χτύπησαν. Μόνο σ’ εσένα, νεαρέ
θα μπορούσα να πω ότι καμία, καμιά σημασία δεν έχει.

Αλλά το λέω σε μια αντανάκλαση φωτός
που μ’ ακολουθεί, μ’ ακολουθεί στο πεθαμένο νερό.

*

Ας πήγαινα κι εγώ σαν κουρελής. Ας ήμουν
κι εγώ είκοσι χρονών. Ας ήμουν
γλυκός όπως εσύ…

*

Η θάλασσα είναι όλη γαλανή.
Η θάλασσα είναι πέρα για πέρα ήρεμη.
Στην καρδιά, τώρα πια, είναι μια κραυγή
χαράς. Κι όλα είναι ήρεμα.

*

Υπάρχει ακόμα στον κόσμο ομορφιά;
Ω, δεν εννοώ τα ωραία χαρακτηριστικά.
Αλλά τον νεαρό εκείνο στο σταθμό γεμάτο από έξαψη
με τα μάτια στραμμένα σε μακρινές ακτές.

*

Βασανισμένος απ’ τη ζωή
ζω μέσα της μακάριος και διαλυμένος.
Τον πόνο της αγάπης μου αποδέχομαι
περισσότερο απ’ το να γιατρέψω την πληγή.

*

Μόνο του στην κλειστή λίμνη, χωρίς άνεμο
το καράβι μου ταξιδεύει, διαρκώς στο τώρα.
Ασάλευτα τα λουλούδια κάτω απ’ τις γέφυρες. Νιώθω
τη θλίψη μου να φουντώνει πάλι.

*

Χαρούμενο ήταν το σπίτι μου σήμερα.
Σκυλιά νεαρά και όμορφα το κατέλαβαν.
Τα έκαναν όλα άνω-κάτω
κι άφησαν πίσω τους την πιο όμορφη εικόνα.

*

Στη βαθιά νύχτα
σβήνουν τ’ αστέρια.
Θλίψη με πλημμυρίζει:
μια αγάπη για όμορφα πράγματα.

*

Η βενετσιάνικη πλατειούλα
παλιά και μελαγχολική, δέχεται
τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις
περιστεριών. Μα μένει
στη μνήμη –και μαγεύει
το φως– η πτήση
του νεαρού ποδηλάτη
που στρέφεται στον φίλο με πνοή
μελωδική: «Πας μόνος;»

*

Δεν βλέπεις ότι στη Ρώμη οι γάτοι
κοιμούνται ανά δύο;

*

Μονότονη είναι η ζωή μου, όταν καίει
ένας ήρεμος ήλιος στις πράσινες γρίλιες.
Γίνεται βλέμμα ενδοτικό, τρυφερή ανώνυμη
αγάπη, ποίημα τεσσάρων στίχων.

*Ο Ιταλός ποιητής Σάντρο Πέννα (1906-1977) γεννήθηκε στην Περούτζια. Έκανε διάφορες δουλειές όπως πράκτορας σε γραφείο στοιχημάτων, λογιστής, υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο. Έγραψε ποίηση χαμηλών τόνων, ολιγόστιχη, υπαινικτική, στην οποία κυριαρχούν η μελαγχολία και η εσωστρέφεια. Ο Πέννα είναι ένας αισθητής, που εμμένει διαρκώς στο παρόν. Αγαπά τη ζωή περισσότερο απ’ το νόημά της, όπως θα έλεγε ο Αλιόσα Καραμάζοβ, ένα από τα μυθιστορηματικά αδέλφια του Ντοστογιέφσκι. Και σ’ αυτή την αγάπη για τη ζωή εξαντλείται για τον Πέννα το νόημά της.

**Επιμέλεια-Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.

***Πρώτη δημοσίευση των μεταφράσεων στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.