Αντωνία Μποτονάκη, Τρία ποιήματα

ΠΡΟΣΦΟΡΟ

Η μητέρα είχε ανορεξία νευρική. Από παιδί.
Μεγάλωσε σε πλήρη ένδεια.
Το φαγητό ήτανε σπάνιο αγαθό.
Θαρρώ, το μίσησε από περηφάνια.

Στη μητέρα άρεσαν πολύ τα πανηγύρια στα χωριά.
Γι’ αυτό ο πατέρας την πήγαινε συχνά.
Άφθονοι οι άρτοι, τα πιλάφια, τα καλτσούνια,
τυριά και μαρουβάς.

Όταν γυρνούσαν, κάθιζε στ’ άδειο τραπέζι της κουζίνας
να μας αφηγηθεί• τι ακριβώς είχε γευτεί
ο κάθε ομοτράπεζός της.
Δεν είχε βάλει στο στόμα της μπουκιά.

Ύστερα, έκοβε με το χέρι της ένα κομμάτι χθεσινό ψωμί.

Έτσι έμαθα πώς γράφεται η ποίηση

*

ΕΡΗΜΗΝ

Μα τι θα ήτανε το σύννεφο
το φύλλο
το μεγάλο φορτηγό πλοίο
που περνάει τα μεσάνυχτα το Ντρέικ
τι θα ‘ταν ο Θεός;
Είμαι εγώ που
δίνω σχήμα και χρώμα και φορτίο στα σύννεφα Και είμαι εγώ που
κάνω τα φύλλα βαθυ κόκκινα να πέφτουν
κι η θάλασσα
μετρά, μόνο επειδή εγώ το μέτρο αναγνωρίζω
Κι αλίμονο
αν ερήμην μου έπλεαν τα φορτηγά τις νύχτες
στα τρομερά περάσματα

*

ΕΝΤΡΟΠIΑ

Η φορά του βέλους του χρόνου θα δείχνει πάντοτε την αύξηση, την πύκνωση, την εντροπία, την έκφραση του μέτρου της αταξίας.
Χτες βράδυ, καθώς φύτευα
εξ επαφής μια σφαίρα στο κακό μου το κεφάλι
που αυτό έφταιγε για όλα
εκεί που δείχνει ο δείκτης, στο θυμήσου το
λες και μπορούσα να ξεχάσω.
Όχι πια σιωπή, μα παύση.
Πώς ζει ένα πεσμένο φύλλο; Έτσι.
Κι όλοι ξέρουμε πως δε θα δούμε ποτέ
ένα πεσμένο φύλλο να υψώνεται.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, εκδ. Θράκα.

Fermando Pessoa, Ποιήματα του ετερώνυμου Αλμπέρο Καέιρο

ΧIII

Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.

Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.

[…]

XΧΧ

Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.
Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

ΧΧΧVI

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

XL

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

*Από το βιβλίο “Fermando Pessoa, Ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa, 2007. Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης.

Ντίνα Καφίρη, Δύο ποιήματα

Η όψη της υποκρισίας

Ισχυρίζεσαι αλήθειες αβάσιμες.
Γεγονότα αποκυήματα της φαντασίας αναμφίβολα,
Εναγκαλίζεσαι επινοήματα ως αν αληθινά,
Περιφρονείς λεπτομέρειες που αποδεικνύουν,
Λογοκρίνεις προς διαστρέβλωση της ιστορίας.
Μιας κι η αλήθεια σε κάνει προδότη, μάρτυρα, θύμα.

Όπερ σημαίνει, ψεύδεσαι για να υπάρχεις.

Καφέ “Κοραής”, Αθήνα, 29 Σεπτεμβρίου 2007

*

Μια άλλη μέρα

Ένα πουκάμισο μεταξωτό τσαλακωμένο
κείται στο πάτωμα του καθιστικού
δίπλα σε μια στοίβα Athens News.
Είναι κείνη η ώρα μετά τη δουλειά
που η γάτα γουργουρίζει.
Τα νέα στη ΝΕΤ σε λίγο ξεκινούν.
Ξεκουμπώνει μια καλοραμμένη φούστα,
για να ανέβει σύντομα τα σκαλιά,
να ανοίξει την πόρτα του μπάνιου·
μα μέχρι τότε, τη σκιά της
παρακολουθούν πίσω από την κουρτίνα.

Αθήνα, 24 Ιανουρίου 2008

*Από τη συλλογή “Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα, σε μια πράξη”, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2024. Μετάφραση: Νέλλη Μπουραντάνη.

Μάρκος Τραϊτοράκης, Τέσσερα ποιήματα

Πρωτοετής

Ήτανε ήσυχο το βράδυ
ακολουθούσαμε καράβια στο λιμάνι
μόνο τα περιγράμματα φαινόντουσαν
κι ακούγονταν οι άνθρωποι στ’ απέναντι στενά
τ’ αμάξια κι οι περαστικοί.

*

Περαστικός

Προχωράει μόνος είναι εγγονός αντάρτη
μεγάλωσε στο εξωτερικό
κρατάει στο χέρι μισή πληροφορία.

Και χτες το ίδιο προχωρούσε. Μόνος.

*

Λαζαρέτο Κέρκυρας

Τουρισμός και φωτογραφία ανά σεκόντ
και μεγάλα κρουαζιερόπλοια δίπλα στους τάφους των συντρόφων
τους προσπερνάν και προσπαθούν
να τους πνίξουν τα κύματα
κι αυτοί είναι βράχοι σ’απέραντη θάλασσα.

Κολυμπώντας θα τους φτάσουμε.
Κι η θάλασσα θα γίνει σταγόνα.
Κι αυτοί οι αλάξευτοι βράχοι
μνημείο σε γεμάτες πλατείες.

*

Καλοκαίρι σε νησιά (yolo)

Ένα αγοράκι σε μια παραλία σήμερα
μπορεί να ήταν και κοριτσάκι
προέλευση Συρία, καλοκαίρι.

Ένα παιδί σε μια παραλία σήμερα
προέλευση Συρία, καλοκαίρι.

Ξεβρασμένο ένα παιδί
σκοτωμένο ένα παιδί
δολοφονημένο ένα παιδί.

Δε το ‘πνιξε το κύμα. Ταυτοποιήθηκε.

*Από τη συλλογή “Τριάντα στιγμιότυπα”, ΑΩ Εκδόσεις.

Ιωάννα Σκλαβενίτη, Δύο ποιήματα

Τάγματα Θανάτου

Ούτε θύελλες
ούτε θόρυβοι
δεν φυτρώνουν πια στην οδό Μέρλιν 6,
μόνο σιωπή.
Ο κόσμος αλλάζει .
Άδεια πορτοφόλια
δαγκώνουν το στήθος των τωρινών αφορισμών
και τα οστά των ψαριών
πεθαίνουν από ασφυξία
στην κεντρική παράσταση της Κυριακής.
Νυχτερινά τρένα
σκορπίζουν μια χούφτα πέταλα στην άβυσσο.
Τα στόματα φιμώνονται.
Στην κόκκινη πλατεία της Μόσχας,
οι τσάροι
πίσω από φανταχτερά σκηνικά
λέγοντας ψέματα στις μητέρες τους
χτυπώντας τα καπέλα τους
σε κόκκινα φανάρια
στις ρωγμές ή την λάσπη
σε εκείνο το καράβι
που σταματά τον χρόνο
πάνω σ’ ένα πνιγμένο παιδί
πίσω από τα αιματοβαμμένα πεζοδρόμια
από νύχτα σε νύχτα
τα χνάρια τους στο χιόνι
στεγνώνουν τον ήλιο.
Ας πενθήσουν οι κόλακες.
Ας βυθιστεί στο βλέμμα μας η Άνοιξη.
Ένας πόλεμος
ο γύρος του θανάτου
χορός που σφαδάζει
τα παιδικά απογεύματα.

*

Κλεψιές στο ημίφως

Σε αυτό τον τόπο
τον σπαρμένο με τάφους
η νύχτα τρίζει.
Σαν σφαίρες θα αναδυθούν πουλιά
μέσα από τους αφρισμένους στίχους
να σημαδεύουν
ότι μας αιχμαλωτίζει
σε τροχιές που απουσιάζουμε.
Ας θυμηθούμε,
ποιος μας μαστίγωσε το στόμα
γκρεμίζοντας του κήπου μας τον φράχτη.
Ας θυμηθούμε,
πως φθάσαμε να αγαπάμε όλοι μας την ίδια σκουριά.

*Από τη συλλογή “Η τελευταία νύχτα της Πομπηίας”, Εκδόσεις Κύμα, 2024.

Χρίστος Λάσκαρης (1931-2008), Έξι ποιήματα

ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Ανοίγω το παράθυρο και βλέπω
αντί για σένα
το φωταγωγό

το σιωπηλό
μουγγό φωταγωγό,
π’ αυτοκτονούν τα όνειρα

καθώς
το αμυδρό σου φως
τα παρασύρει σ’ ένα πέταγμα

που τα σκοτώνει.

*Από τη συλλογή «Ο ευτυχισμένος καιρός επέρασε», εκδ. Γαβριηλίδης 1979.

*

ΔΕ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Σ’ ΕΝΑ ΧΑΡΤΙ

Δε γράφονται τα ποιήματα σ’ ένα χαρτί·
ξεθάβονται
με μια αξίνα τα μεσάνυχτα

αφήνοντας
κι από ’να λάκκο.

*Από τη συλλογή «Να εμποδίζεις τις σκιές», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1982.

*

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΟΥΣ

Χλομή,
μέσα στην καπαρντίνα της,
ανάμεσα σε δυο χωροφυλάκους.

Το βλέμμα της μακρινό.

Παρ’ όλες
τις κάμερες που διαθέτανε,
δεν μπόρεσαν να το αιχμαλωτίσουν.

*Από τη συλλογή «Να τελειώνουμε», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1986.

*

ΚΑΘΟΜΑΙ ΣΤΗ ΒΕΡΑΝΤΑ

Κάθομαι στη βεράντα κι αγναντεύω
σιωπηλός.
Ανόρεχτη που ’ναι η ματιά μου.

Απ’ τις ταράτσες
κεραίες με κοιτάζουνε βουβές·
τέντες πληκτικά κατεβασμένες,
σαν την ψυχή μου.

*Από τη συλλογή «Σύντομο βιογραφικό», εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1991.

*

ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Άλλη μια άνοιξη που πρέπει να αντέξεις

καθώς στο πάρκο
τριγυρίζεις ολομόναχος

σκοντάφτοντας σε παγκάκια
με ερωτευμένους.

*Από τη συλλογή «Τέλος προγράμματος», εκδ. Μπιλιέτο, Αθήνα 1997.

*

ΣΒΗΣΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ

Η ζωή,
η ποίηση,
αυτή η καρδιά,
κάποιες κρίσεις μελαγχολίας
που κατά καιρούς σε βασάνισαν,
ο τρόμος του κενού −

όλα,
μα όλα ατόνησαν

σαν τη φωτιά
που δεν έχει τι άλλο να κάψει.

*Από τη συλλογή «Δωμάτιο για έναν», εκδ. Γαβριηλίδης 2001.

Πηγή: «Ποιήματα Χρίστος Λάσκαρης», εκδ. Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2022.

Αλέξης Δαμιανός, στίχοι

Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος που
είναι το πρώτο οικολογικό μήνυμα
στην ιστορία της ανθρωπότητας,
και φανερώνει τις ολέθριες συνέπειες
της υπερτροφίας του ”Εγώ”.
Ο μύθος του Ερυσίχθονα.
Ο Ερυσίχθων,
νέος, ωραίος, δυνατός,
πλούσιος κι επιτυχημένος,
διατάζει τους δούλους του
να κόψουν τα δέντρα του άλσους
που είχαν αφιερώσει
οι Πελασγοί στη Θεά Δήμητρα,
για να χτιστεί εκεί παλάτι.
Ο Ερυσίχθων βλασφημεί κόβοντας
το ιερό δέντρο της Θεάς Δήμητρας,
τη Λεύκα.
Οι Δρυάδες, κόρες της Θεάς,
που κατοικούσαν στο δέντρο,
βγαίνουν ματωμένες
από τις φυλλωσιές και αλλόφρονες
τρέχουν στη μητέρα τους.
Η Δήμητρα θυμώνει και βρίσκει
την Πείνα.
Της λέει να πάει να βρει τον Ερυσίχθονα
και να του δώσει ένα φιλί στο στόμα.
Η Πείνα πηγαίνει.
Τον βρίσκει να κοιμάται.
Του δίνει το φιλί και χάνεται.
Εκείνος ξυπνάει και αισθάνεται λιγούρα.
Πεινάει. Τρώει. Πεινάει κι άλλο. Ξανατρώει.
Πεινάει. Πεινάει ακατάσχετα.
Αφού έφαγε
ό,τι φαγώσιμο υπήρχε, αρχίζει
να τρώει ό,τι βρίσκει μπροστά του.
Τρώει τα ζώα του,
τρώει τη γυναίκα του,
τρώει τα ξύλα του σπιτιού του.
Τρώει τα πάντα.
Μέχρι που πια,
δεν υπάρχει τίποτα γύρω του
και στη μέση της ερημιάς,
αγριεμένος, τρώει τις σάρκες του.
Έρυσις σημαίνει πληγή
και χθων σημαίνει γη.
Δηλαδή Ερυσίχθων μπορεί
και να σημαίνει Πληγή της Γης.
Αυτή η ρίζα του Ερυσίχθονα,
το αδυσώπητο ”Εγώ”,
που επισημάνθηκε επίμονα
και με πολλές παραλλαγές
από τους Αρχαίους Έλληνες,
(Ατρέας, Θυέστης,
Προκρούστης, Οιδίπους),
στις μέρες μας έχει θεριέψει
και νομιμοποιηθεί.
Ατομισμός, υπερκαταναλωτισμός,
ανταγωνισμός,
παγκοσμιοποίησις της εξουσίας.
Αυτές είναι οι αξίες σήμερα, αυτές
προβάλλονται και επιβάλλονται
από τα Marketing, τα Advertising,
τα Μ.Μ.Ε, την κάθε υπερδύναμη.
Σε αυτές
”σκοτωνόμαστε” να ανταποκριθούμε,
και σαν τον Ερυσίχθονα
τρώμε τις σάρκες μας
και βλαστημάμε τη ζωή μας…
Ακούω το αχολογητό των δασών
που φέρνει με ελαφριά σκόνη
τον θρήνο
του κονιορτοποιημένου ρητού:
”Το κατά φύσιν ζην εστί κατ’ αρετήν”.

Γιώργος Βασιλακόπουλος, από “Το σκοτάδι της παλάμης”

Σε αγαπώ
Ως ο κανένας του οράματος
Ως λέξη την σιωπή της γλώσσας

Αν με μετρήσεις
Με το σκοτάδι της παλάμης σου
Θα παραμείνω

*

Τα δάχτυλα
Αγκαλιά ψι(θύρων)

Θα με βρεις γράμματα
Στις λέξεις
Πούπουλα
Του οράματος

*

Με την παλάμη μου σιωπώ τον κόσμο
Ως ρούχο το γυμνό σου σώμα

*

Με το σκοτάδι της παλάμης
Ραντίζω τη νύχτα του κόσμου

Τραυλί(ζουν) τα δάχτυλά μου το κορμί σου

*

Όπως κυλάς
Κατρακυλάς στα δάχτυλά μου

Κύ(λημμα) χρόνου

Σου γνέφω
Αλλού

*

Στον κουρνιαχτό της παλάμης
Τα δάχτυλα κύρτωσαν

Μικρές προσευχές
Προς
Μένουν

*

Παλάμη σκοτεινή
Έρπω όραμα

*

Η παλάμη
Αφή του κενού
Ολόγυρα

Εσύ γύρα

*

Πριν από τις λέξεις
Τυφλός μανδύας
Τα δάχτυλά σου

Με δαχτυ(λίζουν)
Αφή

*“Το σκοτάδι της παλάμης”. Έκδοση urtext, Μελβούρνη 2024.

Στέλλα Δούμου, Καρδιές αλόγων

Κι εκεί που η νύχτα αρέσκεται στη σωστή ώρα
–σ’ εκείνη δηλαδή που χώνει στα σχήματα το δόντι της–
Φυτρώνει στον τοίχο ένα χερούλι
Και τότε η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς
Περνούν ζωηρά ασθενοφόρα
Μαζεύουν αυτούς με τα κάρβουνα στα χέρια
Και τα ληγμένα κόκαλα
Τρένα ψυχρόαιμα δειπνούν ομίχλες
Κι ένα χιόνι άνευρο κυοφορεί μαύρους νάρκισσους
Εκεί και τότε είναι η στιγμή
Που λύνονται όλες μου οι απορίες
Ένα παιδί, σας λέω, με μάτια ιστορίας
Κάθεται οκλαδόν επάνω στο κεφάλι μου
Με διαβάζει ανυπεράσπιστη
Μου σπάει το σαγόνι από έρωτα
Έχοντας με τέχνη επινοήσει
Σε κάθε φράση σε κάθε ανάσα
Καρδιές αλόγων να βροντούν
Κι ευάλωτα λευκά μεσονυχτίου.

*Από τη συλλογή «Το άλογο που έγραφε», εκδ. Σμίλη.

Δημήτρης Ζουγκός, Η κόλασή μου είναι ένα όμορφο μέρος

Alexmil, Ο καταστροφέας και το παιδί του

Ι
Όσους αγάπησα και έφυγαν
με τον στιγμιαίο άνεμο
δεν χάθηκαν πότε.
Ζούνε στην σκέψη μου αγέραστοι
ενώ γύρω τους οι εποχές αλλάζουν
τα κτίρια γκρεμίζονται
και οι παγετώνες επικρατούν.
Το μυαλό μου δεν μπορεί να με δημιουργήσει
ζω και εγώ ανάμεσα τους
αλλά δεν με βλέπουν και δεν με ακούνε.
Ζω παράλληλα στην σκέψη μου
ζω πραγματικά και δεν ανήκω πουθενά.
Η κόλασή μου
είναι ένα όμορφο μέρος.

ΙΙ
Τα φαντάσματα μπαινοβγαίνουν στο σπίτι μου
φίλοι, ερωμένες, γνώριμοι από μια φευγαλέα ματιά στο τραμ
και είναι το τραπέζι μου πάντα στρωμένο και γεμάτο
όμως δεν πεινώ ούτε διψώ
και όλοι αυτοί έχουν στα χέρια τους
τα μαχαίρια και τα πιρούνια μου
πίνουν το κρασί μου
κι αφού ευαρεστηθούν δεν αφήνουν άπλυτα
λες και δεν είμαι καλός οικοδεσπότης
λες και δεν υπάρχω.

ΙΙΙ
Βρέχει σχεδόν πάντα
και κοιτούν στοιβαγμένοι στο τζαμί τις σταγόνες
όπως κάποιος μετράει τα άστρα
και τους φωνάζω τον ακριβή αριθμό
τον ξέρω, όπως ξέρω τα πάντα
άλλα δεν τους ενδιαφέρει
προτιμούν τις δικές τους αλήθειες.
Θορυβώ,
επειδή δεν είμαι ολοκληρωμένος,
ενώ η δική τους ψυχή είναι άδεια
και δεν χωράει τίποτα
Με άλλα λόγια τα φαντάσματα
αγαπούν την σιωπή μου
ή αλλιώς είναι ολοκληρωμένα

ΙV
Τα ακούω να συζητούν
και θέλω να συμμετάσχω
να εντυπωσιάσω με την γνώμη μου
για την γερμανική πολιτική ή τις πέτρες του Κάρνακ
έστω να τους διαβάσω ένα ποίημα μου
Και το διαβάζω,
δίχως να το ακούν χασμουριούνται
ανοιγοκλείνουν τα μάτια πληκτικά
και λένε καληνύχτα.
Τα φαντάσματα μου είναι οι πιο άκαρδοι κριτές.

ΙV
Η σκέψη μου είναι ο παράδεισος τους
και δεν μπορούν να ξεφύγουν
γιατί είναι αγνά
Ούτε εγώ όμως μπορώ να ξεφύγω από την κόλαση
γιατί δεν είμαι.
Συνυπάρχουμε μονάχοι.

VΙ
Συχνά θέλω να τους φωνάξω, φεύγω,
αλλά δεν φαίνεται να ασχολούνται