Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Αλληλογραφία εξωτερικού

Τζάσπερ, είχες δει ποτέ σου τη σημαία του εθελοντικού λόχου των Ελλήνων της Αμερικής κατά τους πολέμους 1912-13; Είχες δει κουρελόπανα μέσα στο χρόνο να μεταμορφώνονται σε έργα τέχνης; Φαντάστηκες τη φθορά σαν μια αργόσυρτη πινελιά, το μπαρούτι σαν μια υπόμαυρη στιγμιαία σκιά, την απόσταση του εικαστικού σαν βεληνεκές ενός όπλου στο πεδίο μάχης, τις σκισμένες κλωστές σαν αντανάκλαση της έντασης των σπασμένων νεύρων, τα χαμένα κομμάτια υφάσματος σαν τη θεωρία του χαμένου κέντρου, τις όποιες τρύπες σαν μαύρα πηγάδια του υποσυνειδήτου;

Τζάσπερ, αλτ! Τις ει; Ήσουν πρόδρομος χωρίς να το ξέρεις ή πάντα θα σε ξεπερνά ο χρόνος και η φύση; Ο χρόνος σε πιάνει απ’ τα μαλλιά, Τζάσπερ, και δεν καταλαβαίνεις για πότε γίνεσαι λάδι σε μουσαμά. Τα οστά σου, Τζάσπερ, θα μπορούσαν να ‘ναι το κοντάρι μιας σημαίας. Πως βίωσες άραγε τον αμερικανικό εμφύλιο;Ήσουν με τους Βόρειους ή με τους Νότιους; Σκοτώθηκε κανένας πρόγονός σου; Η φράση “φίλια πυρά” κυματίζει στα έργα σου; Τι προτιμάς, την έπαρση ή την υποστολή σημαίας; Το “μεσίστια” σου θυμίζει κάτι;

Τζάσπερ, επειδή ίσως σε κούρασα, μπορείς να κάτσεις ημιανάπαυση. Ξέρεις, εδώ λένε είναι Μπαλκάνια, γι’ αυτό και συνηθίζουμε να καίμε τις σημαίες, εδώ τα κουρελόπανα δεν τα προσεγγίζουμε, εδώ ο τόπος είναι χρόνος και ο χρόνος τόπος, αλλά εμείς είμαστε εκτός τόπου και χρόνου. Εσύ που είσαι; Είσαι περισσότερο εικόνα ή και τα υλικά σου;Παίζεις, κι αν ναι, το τραβάς καθόλου στα άκρα; Τα σημαινόμενα σου πιάνουνε βυθό ή επιπλέουν σε λιμνάζοντα νερά; Η δική σου πρωτοπορία έχει πίσω πόρτα; Αλήθεια, Τζάσπερ, στον ύπνο σου βλέπεις σημαίες ή μας κοροϊδεύεις; Όπως και να ‘χει, για να τελειώνουμε, ίσως η μόνη σημαία να είναι το δέρμα μας.

*Από το βιβλίο “Με ύφος Ινδιάνου”, εκδ. Αντίποδες.

**Οι τρεις πρώτες φωτογραφίες είναι έργα του Αμερικανού εικαστικού Τζάσπερ Τζόουνς. Η τέταρτη, με την ροζ σημαία, έργο της εικαστικού Γεωργίας Λαλέ.

Τζένη Μαστοράκη, από τα “Διόδια”

ΙΙΙ

Δραπετεύω μέσ’ απ’ τις λέξεις
που δεν είπα.
Εγκαταλείπομαι
στις ώρες που πιο πολύ αγάπησα.
Αυτή η σιγή δεν έχει τέλος.
Τρομάζω να περιμένω
αυτό που δε θα ’ρθει.
Τρομάζω στη σκέψη
αυτών που δεν έγραψα.
Αυτή η σιγή
απόλυτα δική μου
με κατακερματίζει.

*“Διόδια”, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1972.

Σεβαστή Τρουμπέτα, dromalí


Φωτογραφία: Iannis Kalogeropoulos

ΞΕΠΡΟΒΟΔΙΣΜΑ

Γυροφέρνουν χρόνια τώρα
κι είπα να τα μαζέψω
ένα μπουκέτο ξεβράκωτα όνειρα.
Και αφού ανταλλάξαμε μηνύματα κι αστεία,
τα στέλνω ν’ αλητέψουν πάλι,
να βρουν τον τόπο τους
στις ρωγμές νοικοκυρεμένων ζωών.
Ξέρουν αυτά τι να κάνουν.
Κλείνουν κι ανοίγουνε ρωγμές.

*

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΛΕΣΒΟ

Ξυπνήστε νοικοκυραίοι – Πεθαίνω!
είχαν χαράξει στον τοίχο.
Δίπλα η ζωγραφιά ενός τρωκτικού
καραδοκεί να τρυπώσει στο ζωγραφισμένο παράθυρο.
Πιο δίπλα σώματα
ακουμπισμένα στη λάσπη του δρόμου
δεν έχουν γίνει ακόμα ζωγραφιές.
Ξεκουράζονται, αργοπεθαίνουν ή αργογεννιούνται
σαν άνθρωποι που βγήκαν από ναυάγιο.
Σαν ναυάγια που στοιχειώσανε τη στεριά.

*

DROMALI

Ο νους είναι που φεύγει.
Τον βρίσκω πότε να πλανιέται,
πότε ν’ ακροβατεί
και πάλι να επιστρέφει με την επιθυμία να κουρνιάσει.
Αντλεί προμήθειες σε κάποια σύντομα διαλείμματα
μέχρι να φύγει πάλι,
ακολουθώντας την πορεία που χαράζει
η πιο υπαρκτή αυταπάτη μου: το λάγνο κάλεσμα του δρόμου.

*

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Φαλτσέτα ανάμεσα στα μάτια σου
το χαμόγελό μου
να κατουράει αίμα,
μην και ξεπλύνει την αυταπάτη της γαλήνιας ζωής
που λίμνασε
στα νερά ενός βάλτου που γλυκά σαπίζει.

*Τα τέσσερα παραπάνω ποιήματα είναι από την πρώτη ποιητική συλλογή της Σεβαστής Τρουμπέτα που κυκλοφόρησε με τον τίτλο dromalí («η οδοιπόρος» στα ρομανές) από τις εκδόσεις η βαλίτσα τον Οκτώβριο του 2023.
Η Σεβαστή Τρουμπέτα ζει στο Βερολίνο, είναι κοινωνιολόγος και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Hochschule Magdeburg-Stendal, με γνωστικό αντικείμενο Παιδική Ηλικία και Μετανάστευση. Το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει μονογραφίες, άρθρα και επιμέλεια συλλογικών τόμων σε θέματα σχετικά με τη μετανάστευση, τις μειονότητες, τα σύνορα, τον ρατσισμό, τη βιοπολιτική κ.ά. Ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο.

**Από εδώ: https://logotexnia21.blogspot.com/2023/10/dromali.html?fbclid=IwAR1OeAyWETKtlwKfpGUWwLT2wjUD9bjiE4KDVerBcAw_blb6RVRVWbU9Dcc

Τάσος Δενέγρης, Αντίστροφη μέτρηση

Όμως το χόρτο
Θα τιμωρήσει εκείνον που το διάστρεψε,
Το ζώο με τις τοξίνες του θα πλήξει
Τον καταναλωτή
Και τα καμένα δάση
Θα ’ρθουν και θα σας κόψουν
Την αναπνοή.
Κι εσείς ανύποπτοι
Στα κινητά σιδερικά σας.

26 Αυγούστου 1979

*Από τη συλλογή “Ακαριαία”, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1985.

Κώστας Πάτσης, από το “Οι δύο σκύλοι κάτω από το μαξιλάρι μου”

5.

Μονόλιθοι σκεπάζουν όλες τις εκπλήξεις της γης και ο ουρανός είναι γκρίζος και δεν μιλάει σε κανέναν.

Τα δοξάρια γίνονται πολλά και στην τριβή τους με τις χορδές βγάζουν σπινθήρες δίχως μνήμη.

Στον αδειανό ρυθμό της πόρτας σηκώνεται βαριά η περιπέτεια της σκόνης.

Φεύγω από το ένα δωμάτιο του σπιτιού και μπαίνω στο άλλο. Σέρνοντας το βήμα μου φτάνω στο ασθενικό δάσος του δωματίου και σαστισμένος κοιτάζω τα πουλιά που λιώνουν…

Εκεί, σε αυτό το δάσος διαλέγουν να λιώνουν τα πουλιά.

Εκεί κι εγώ ανάμεσα στα πένθιμα καχεκτικά δένδρα περπατάω αργός άνθρωπος δίχως όψη και όνομα…

Τελικά βάζω να παίξουν οι Genesis στο πικάπ και τους ακούω σαν γυμνό καλώδιο.

*

14

Το σπίτι μου στο Λίνκουιτς πριν φορέσει τις γεναιόδωρες αρκούδες του είναι δύο βραστά αυγά δίχως αλεξικέραυνο.

Με χάρη στριγγλιές δυσλεκτικών παιδιών τρυπούν τα κλειστά παράθυρά του ανοίγοντας απροσέγγιστες διώρυγες.

Το σώμα είναι τα κόκαλα όταν αλλάζουν βλέμμα.

Το περπάτημα είναι η κίνηση των ποδιών καθώς συγκρούονται μ’ ένα χαμηλό φρένο από τσάι.

Η νύχτα είναι το δάσος από φυστίκια υπερήρωες.

Επικοί αποπροσανατολισμοί αυλακώνουν το κούτελό μου.

Το σάλιο στη γλώσσα μου γίνεται αργό, και ακριβώς δίπλα μου ο καπετάνιος με την μπιφτέκι καρδιά χρωματίζει και διευθετεί με παγκόσμιο ηλεκτρισμό όλα τα ξέμπαρκα αυτού του κόσμου.

Δεν είναι που τα μπούτια της πουτάνας γέμισαν ομιλητικά σπυράκια.

Δεν είναι που το σκηνικό μετατοπίζεται και το σπίτι μου στο Λίνκουιτς και όλες οι ανακρίβειές του πάνε πιο πέρα.

Είναι που τελικά μεσάνυχτα αποδώ και αποκεί το φύλλωμα του ηλιακού σκορπιού πλένει όπως Χριστός τα πόδια μου και πάλι.

*“Οι δύο σκύλοι κάτω από το μαξιλάρι μου (Η ιστορία με λόγια και χωρίς λόγια)”, εκδ. Φαρφουλάς, 2023.

Γιάννης Τόλιας, Τρία ποιήματα

ΣΙΩΠΗΡΟΣ ΓΟΝΟΣ ΙΙ

Τι είναι οι λέξεις μου
χωρίς εσένα

και πώς να φανταστώ

χωρίς τις λέξεις σου
εσένα

τώρα που η σιωπή
έγινε συνάντηση

*

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΡΕΝΩΝ

Πέρναγε σπασμένος
ο ανοιξιάτικος αέρας
από τα παράθυρα
των τραίνων

Χτυπούσαν
της σκουριάς
τα μέταλλα
σήμαντρα ραγισμένα

Σε κάθε άφιξη της φθοράς.

*

ΣΚΟΤΑΔΙ

Το σκοτάδι είναι μαγικό

Αναγκάζει και το πιο ανεπαίσθητο εχθρικό φως
να αποκαλύψει χωρίς τη θέλησή του
τις ανυπέρβλητες κινήσεις των σκιών

Αδιαπέραστη η ασπίδα
του σκοταδιού
που προστατεύει τα ανείπωτα

Ψηλαφίζεις το σκοτάδι
και νιώθεις την ανταπόδοση
της πιο μεθυσμένης επιθυμίας.

*Από τη συλλογή “Πανδημία Λήθης”, εκδ. Πάτρα, 2021.

Manolis Aligizakis, Violent

In the silence of night, violent
thunderclap derails your thought
yet calls you over one
mountain range after another
searching for your red lantern
if to find the path you missed
somewhere farther back
under banality pleats
yet if you start your sweet melody
in a duo with the chickadee’s
if you start your song again
perhaps this time
you will be able to complete
composing the sonata, the finale
and stop your furious flight

*From “Wheat Ears – Selected Poems”. Taken from here: https://authormanolis.wordpress.com/2023/12/19/wheat-ears-selected-poems-115/

Αχιλλέας Σύρμος, Α-πότης νερού

Μην πίνετε νερό μην πίνετε νερό διαλαλούσε
χωρίς εκείνη τη μαγκιόρικη βραχνάδα
κράχτη του σιναφιού
ένας λαϊκοπωλητής το πρωί
στη μαναβική της Ξηροκρήνης

Πιείτε καλύτερα χυμό
πορτοκάλι τζάμπα πράμα
το κιλό πενήντα λεπτά

Μην πίνεις νερό μην πίνεις νερό
γράφει κάπου στην Άμωμο σύλληψη
σ’ έναν από τους σουρεαλιστικούς του αφορισμούς
ο Αντρέ Μπρετόν

Ήταν άραγε και τότε
τόσο φθηνά
τα πορτοκάλια;

Αντώνης Αντωνάκος, Εγώ, η Παλαιστίνη

Είμαι η δούλα που κλείδωσαν στο υπόγειο της ανατολής. Λυπημένη, φορτωμένη, καταβεβλημένη.

Κοιτάζω απ’ τα παράθυρα τα συντρίμμια και το χαμό. Δεν φωνάζω πια, ούτε κραυγάζω για βοήθεια. Δεν ακούει κανείς κι όσοι ακούνε είναι μακριά κι η φωνή φτάνει πάντα λειψή κι αδύναμη.

Είμαι αυτή η δούλα που συνεχίζει να ζει πέρα απ’ τον καιρό της, μέσα στην άχρονη σφαίρα της ταπείνωσης, νοιώθοντας τα πάντα και μη ανταποδίδοντας τίποτε.

Ένας άνθρωπος από καιρό αποσυρμένος από την κυκλοφορία. Επιβιώνω και υπάρχω μόνο στη μορφή του αξιολύπητου.

Άκου, μιλάει η σκιά. Είμαι μια βαριά σκιά. Η σκιά σέρνεται. Η σκιά πονάει.

Είμαι παραλυμένη. Καμιά ελπίδα δεν συμμερίζομαι.

Φυλάνε με όπλα τους εκκλησιαζόμενους, τους γαμπρούς, τη γιορτή κάτω απ’ τις κραυγές μου, το μεγάλο ηχητικό κύμα του ονόματός σου Ισραήλ.

Εβδομήντα χρόνια δεν είμαι γυναίκα. Δεν είμαι άνθρωπος.

Τα σημάδια της καλοσύνης, της ευσπλαχνίας, της αφοσίωσης ερμηνεύονται μέσα στο φόβο σαν ατιμίες. Σαν πρελούντια κάποιας φοβερής κατάληξης, σαν επιτηδεύματα της κακίας.

Εσείς οι καθαροί κι εμείς οι ακάθαρτοι. Τα ζώα που ξεσκατίζουν τα κιμπούτς, που στρώνουν πίσσα την έρημο για να τρέξουν εκεί τα τρελά ατίθασα λαίμαργα λεφτά.

Ναι Ισραηλίτη, εραστή του διώκτη σου, προχώρα μπροστά. Μπορείς να με απεχθάνεσαι. Κοίτα, σου φέρνω δώρα, σου φέρνω τις πιο ευτυχισμένες μου στιγμές, τις χειρότερες ταπεινώσεις μου, τις οδύνες, τις ορέξεις μου και τις κατάρες μου.

Ναι είμαι εξαϋλωμένη, νευρική, σκοτεινή, κούφια, κοιλιόμορφη, φλογοβολούσα, εκστατική, αχρεία, γυμνή, πληγωμένη, ατσάλινη, γόνιμη, αγονιμοποίητη.

Πρέπει να εξαφανιστεί η μήτρα μου. Η κοιλιά που γεννά όλους αυτούς τους θυμωμένους άντρες. Η κοιλιά που είναι γόνιμη.

Πρέπει να με ξεκοιλιάσετε με το σταυρό που κάνατε ξίφος, να βάλετε τους ραβίνους σας να με βιάσουν μέχρι θανάτου.

Πρέπει να μας κάψετε, να γίνουμε στάχτη, να ερεθιστείτε με τη χαρά του δικού μας ολοκαυτώματος.

Είμαι εδώ και περιμένω. Περιμένω να περάσει το Σάββατο, η αργία του θεού, για να βγείτε και να με σφάξετε.

Βλέπω τα παιδιά του ταγματασφαλίτη και του τσολιά να έχουν κρεμάσει τη σημαία σας στα μπαλκόνια. Μετά τον αγκυλωτό σταυρό το αγκυλωτό αστέρι.

Μυρίζω τα πτώματα.

Μυρίζω τον ιμπεριαλισμό και την κυριαρχία.

Μυρίζω τα βομβαρδισμένα κοτέτσια και χοιροστάσια.

Μυρίζω την τελική λύση.

Μυρίζω την πείνα και τις μύγες πάνω στην ανοιχτή πληγή.

Περιμένω τις καινούργιες οβίδες σας, τις καινούργιες γαλλικές σας χειροβομβίδες, τα καινούργια αμερικάνικα αέρια σαν αυτά που καθαρίσανε το Βιετνάμ. Όλα φτιαγμένα από τίμια εργατικά χέρια.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://dromos.wordpress.com/2023/10/14/%ce%b5%ce%b3%cf%8e-%ce%b7-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%b7/

Διομήδης Βλάχος (1953-2004), Τρία ποιήματα 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ

Εσύ λοιπόν τραβάς τη στράτα σου.
Οι γάντζοι του ρεσάλτου σαπισμένοι χρόνια
και σκόρπισαν στο πρώτο τράνταγμα.
Φεύγεις με το νου σου τυλιγμένο στις αιθάλες
κ’ είσαι πια στην αυλή του αυτοκράτορα
αντάμα με τους αυλοκόλακες
κ’ εγώ ξανά με γρανιτένια σάνταλα
σα χέλι φωσφορίζον στο βυθό
τεντώνω το κεφάλι περισκόπιο
για ν’ αγναντέψω μιαν ιδέα θάλασσα.
Εσύ, ένας γυρολόγος ένας πραματευτής
πού άνοιξες την κασέλα της μάνας
και ξεπουλάς τα μεσοφόρια της
όπως τότε χαράματα στο Λαζαρέτο
τραβώντας το μοχλό της γκιλοτίνας
τώρα σεγγούνια χρυσοκέντητα, υποκλίσεις
κι άλλα τέτοια της παρακμής
κ’ εγώ γυμνός στο πόστο μου
να κράζω τις Ερινύες χρόνια
και να τους δείχνω το μητροφόνο στιλέτο του Ορέστη
το σώμα του εγκλήματος.

*

ΤΥΦΛΟΣ ΜΑΝΤΗΣ

Πορεία στον Τροπικό του Καρκίνου
κι αναζητάς τη φωνή σου
πού σκόρπισε ηφαιστιογενής τέφρα
να τη σέρνουνε τσακίδια οι τέσσερις άνεμοι.
Πού είναι τώρα τα φωνήεντα της δικαιοσύνη
και σε ποιο τέλμα βούλιαξε
η πατημασιά απ’ το πέταλο σου; Ήσουνα της γενιάς μου η γαλαζόπετρα
τ’ αστραφτερό σπαθί
τώρα συρρικνωμένο μέσα στο θηκάρι του
κι ο χτεσινός δρόμος που μέχρι δω
μας έφερε γυμνούς σαν τους πρωτόπλαστους.

Ποιος είδε καλοκαιριάτικα τ’ απομεσήμερο
να πηγαίνει ο βρικόλακας του Τειρεσία
ανεβαίνοντας τα σοκάκια της Θήβας χαρούμενος
σίγουρος πως επαληθεύτηκε η προφητεία του
μη μπορώντας να δει την παραχάραξη του τοπίου
εβγήκε γελασμένος
καθότι, τυφλός ο γέροντας ετούτος.
Μόνο τους θρήνους άκουγε
καθώς στα χέρια των νυχτόβιων
εσπάραζε φριχτά παραμορφωμένο
το ωραίο κεφάλι του Μακρυγιάννη.

*

ΤΗΝ ΩΡΑ ΑΥΤΗ

Την ώρα που η νύχτα
τροχίζει, τα μαχαίρια της
την ώρα που ανύποπτοι μες στο γαλάζιο
οι ελαιώνες αρμενίζουν

την ώρα αυτή
πέρα στο διάζωμα της θάλασσας
φυσάει άνεμος δυτικός
κι αθόρυβα τα οχηματαγωγά
αδειάζουνε τους φοβερούς μισθοφόρους τους.

*Από τη συλλογή “Σχιστόλιθοι”, Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1984.