Σοφία Πόταρη, Ιερά Συνουσία

Τα ματόκλαδά σου
Οι βολβοί σου
Οι κόρες σου
Η όρασή μου

Τα χείλη σου
Η γλώσσα σου
Το σάλιο σου
Το φιλί μου

Τα μαλλιά σου
Ο λαιμός σου
Ο κόρφος σου
Η θέρμη μου

Τα χέρια σου
Τα δάχτυλά σου
Τα νύχια σου
Το χάδι μου

Το στήθος σου
Οι ρώγες σου
Το ρίγος σου
Η έκστασή μου

Η κοιλιά σου
Το εφήβαιο
Τα λαγόνια σου
Η πλήρωσή μου

Τα πόδια σου
Η ρίζα σου
Το περπάτημά σου
Το λίκνισμά μου

Οι φλέβες σου
Οι ιστοί σου
Το αίμα σου
Το πυρ μου

Ποθητή αγάπη
Η μυσταγωγία σου
Η ποίησή μου

*Από τη συλλογή “Δηλητήριο σε μέλι”, Εκδ, Νησίδες, Θεσσαλονίκη, 2016.

Αλέξανδρος Ίσαρης, Θα επιστρέψω φωτεινός

Έφτιαξα μια ζωή από πηλό
Που ράγισε στα χέρια μου
Λερώθηκε στα χέρια αλλωνών
Μέχρι που κομματιάστηκε
Ζωγράφισα τη μοναξιά
Με βλέμμα τρομαγμένο ταξίδεψα
Σε έρημα νησιά χωρίς φωνή.
Αγάπησα φαντάσματα που σύρθηκαν
Μαζί μου σε κρεβάτια ηδονικά
Κι έπειτα πέταξαν από κοντά μου κρώζοντας.
Αρρώστησα σε κάτασπρα δωμάτια
Κρατώντας το κορμί να μη σκορπίσει
Έκλαψα από πόνο κι από στέρηση.
Πύργους ονειρεμένους έχτισα
Μα η αρχιτεκτονική λειψή και χάλασαν
Στο δεύτερο σεισμό δεν άντεξαν
Κρίθηκαν κατεδαφιστέοι.
Με βλέμμα άτονο την παγωνιά προσμένω
Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια.
Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε
Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά
Μέσα απο τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω
Και θα επιστρέψω φωτεινός.

ένα έτσι, λες πόλεμος και κοιτάζεις

λες πόλεμος και κοιτάζεις
τα ερείπια των πόλεων
τους πρόσφυγες στο κυνήγι
δυστυχία και οργή

βλέπεις τον θάνατο
στα πρόσωπά τους

λέω πόλεμος και αισθάνομαι
την παγερή μοναξιά μας
την ακατάσχετη σιωπή
δυστυχία και οργή

νιώθω τον θάνατο
στο πρόσωπό μου

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/01/12/7752/#like-7752

Francis Picabia, Κολύμπι


Artwork: Francis Picabia

Είμαι ο αντικατοπτρισμός επάνω από τη λογοτεχνία
της αστικής αψίνθου.
Τρυφερή υπόθεση κάποιου αλκοολικού στουπιού,
συγγραφέας-φάντασμα νέου έργου!
Ο δρόμος είναι διακριτικά ανήμερος,
τον χαρακώνουν κάτι εκλάμψεις.
Ο θάνατος, ευκαιρία μοναδική
μεγαλείων αόρατων,
έχει απλώσει την αρίδα του σε ανάκλιντρο.
Σαν άλλος ποιητής που δεν έχει ταίρι
είμαι του κακοραμμένου ρούχου ο συγγραφέας.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Can Yiğit Tunçman, Τρία ποιήματα

ΜΥΣΤΗΡΙΟ

Όλα είναι ένα μυστήριο, που κρύβεται σε κοινή θέα
Η ζωή εξαφανίζεται όσο δεν την ακολουθώ
Αυτό που φαίνεται, αλλάζει
Η κάννη αγγίζει το μέτωπό μου, η σφαίρα σημαδεύει την καρδιά μου
Ο θάνατος ψιθυρίζει τ΄ όνομά μου
Ακούω τη φωνή μου καθώς σιωπώ
Αν όλα είναι νερό, η δίψα είναι αρκετή
Τα πάντα είναι μέσα σε όλα τα πράγματα
Όλες οι καταστάσεις καταλήγουν σε μια αγωνία
Διηγούμαι στη ζωή τα πράγματα που δεν γνωρίζει
Δε φτάνει το σπόρο που καλλιεργώ
Η αλήθεια φωνάζει ζωή
Είμαι μαγεμένος καθώς ωριμάζω πεθαίνοντας
Η ψυχή αποζητάει ένα σώμα, το σώμα αποζητά
Στριμώχνομαι στα σοκάκια σου, χωρίς ανάσα
Οι σκέψεις μου σκέφτονται τη ζωή
Αυτό που δεν έχω, με κοιτάζει με πόθο
Αχ, και να μπορούσε το μυαλό μου να εξαφανίσειτους ανθρώπους που δεν υπάρχουν
Η δύναμη της ζωής έχει ειπωθεί απόλυτα
Αυτοί που πιέζουν τα νεύρα έχουν νευρική σάρκα
Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να υπερνικήσει έναν άλλον

*

ΜΙΑ ΑΝΑΓΚΗ

Καθώς απαγγέλλω τ΄ όνομά μου, απομακρύνομαι από τον εαυτό μου
Όταν σταματάωνα μιλάω, όλα γίνονται ανοησίες
Είναι τα χέρια μου που πάντα κόβουν τα χέρια μου
Είναι η μια πλευρά μου που είναι πάντα η άλλη
Μέσα έξω, έξω μέσα;
Πίστη γεμάτη αποτυχίες!
Είναι ψέμα αν κάποιος με καταλαβαίνει
Οι καρδιές ξεγελιούνται όταν την πατάνε
Είναι πόνος όταν υπάρχει πόνος
Οι γιατρειές δεν κυλούν όταν δεν κλέβεις κι εγώ πλημμυρίζω
Κλαίω γιατί τα δάκρυα μου δεν κυλούν
Η παιδική μου ηλικία είναι πεθαμένη, η νιότη μου πληγωμένη
Οι αναμνήσεις με βρίσκουν όταν έχασα τις στιγμές
Ένας άνθρωπος δεν ξέρει τι είναι
Μια ανάγκη δεν είναι απαραίτητη

*

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Στο διάολο το νόημα που αλλάζει μ΄ ένα γράμμα!
Όσο οι καθρέφτες με παραμορφώνουν, εγώ τους καταστρέφω
Το όνομά μου είναι δικό μου είναι δικό σου
Είμαι ένα ασθενοφόρο που μεταφέρει τα σωθικά μου
Καλύψτε τις σφαίρες σας με πανοπλίες
Εγώ είμαι αυτός που σκότωσε την ουσία
Διέγραψέ με, μια και είμαι ήδη μια γραμμή
Με αγαπημένα χείλη
Είμαι ανίκητος, αφού πυροβόλησα ανθρώπους
Όποιος έρχεται στο μυαλό μου, πεθαίνει
Ό,τι κι αν πω, όλοι λένε «πώς»
Δεν υπάρχει χρόνος για το μέρος, δεν υπάρχει μέρος για το χρόνο!
Πολεμάω το κακό στα πάντα
Είναι τέλειο να είσαι καλός
Η ομορφιά καλώς ψάχνει την ομορφιά
Αν το βέλος έχει φύγει από το τόξο, ας είναι από τον εραστή
Μη φοβάσαι, η κρεμάλα είναι στην άκρη της γλώσσας μου
Αυτό που είμαι είναι αυτό που ξέρω, αυτό που ξέρω είναι να υπάρχω
Τα κύτταρά μου είναι το κύτταρο στο οποίο είμαι παγιδευμένος
Ένα σάουντρακ συνοδεύει τις λέξεις μου όταν σε σκέφτομαι
Τι να πω χωρίς καν να λέω;
Είμαι σε μια κατάσταση, η κατάστασή μου είναι μια περίπτωση
Δραπέτευσα αφήνοντας την καρδιά μου στα χέρια σου

*Μετάφραση: Πηνελόπη Ζαλώνη

**Από εδώ: https://www.vakxikon.gr/tria-poihmata-tou-tourkou-poihth-can-yigit-tuncman/

Philip Larkin, Aubade / Εωθινό

(Ανάπλαση*: Παναγιώτης Κουσαθανάς)

Όλη μέρα δουλειά, το βράδυ σουρωμένος.
Ξυπνώ στις τέσσερεις· βουβό σκοτάδι, πίσσα.
Σε λίγο θ’ αρχίσει να φέγγει στις παρυφές της κουρτίνας.
Στο μεταξύ, ο πανταχού παρών μια μέρα πιο κοντά μου.
Μουδιασμένο μυαλό: πώς, πού, πότε; Άκαρπες ερωτήσεις.
Ωστόσο ο τρόμος της ώρας του θανάτου, ο φόβος πως θά ’μαι νεκρός
σαν αστραπή με αδράχνει και με γεμίζει φρίκη.

Το μυαλό αδειάζει μέσα σε τυφλωτική αντηλιά.
Δεν μιλώ για ενοχές –το καλό που δεν έκανα,
την αγάπη που δεν έδωσα, τις μέρες μου που φυλλορόησαν–
ούτε και για μιζέριες μιλώ: πολύ καιρό θέλει η ζωή να την ανεβείς
και τα πρώτα λάθη της μπορεί διά βίου να σε κυνηγάνε.
Το μυαλό αδειάζει μέσα στο μεγάλο κενό του πάντοτε,
στη βέβαιη εξαφάνιση προς την οποία οδεύουμε
και όπου παντοτινά θα καταποντιστούμε.
Ούτε εδώ ούτε πουθενά – όπου να ’ναι, να ’τος, θα φανεί.
Τίποτα πιο τρομερό, τίποτα πιο αληθινό.

Περίεργος φόβος, αδύνατο να τον κοροϊδέψεις.
Είναι αλήθεια πως η θρησκεία προσπάθησε!
Υφασμένο στο στημόνι της μουσικής το ράσο της,
βαρύτιμο και σκοροφαγωμένο, καμώνεται τάχα μου πως δεν θα πεθάνουμε.
και τι να πεις για την άλλη ψευτιά πως «ο μυαλωμένος άνθρωπος
δεν φοβάται κάτι που δεν πρόκειται να το αισθανθεί».
Μα αυτό ακριβώς τρέμουμε – τίποτα να μη βλέπεις, να μην ακούς,
να μην αγγίζεις, να μη γεύεσαι, να μη μυρίζεις,
να μην έχεις μυαλό για να σκεφτείς, ούτε ν’ αγαπάς και να δένεσαi.
Από τέτοιο αναισθητικό δεν συνέρχεσαι.

Έτσι είναι κι έτσι μένει μια θολή, ακαθόριστη εικόνα
άκρη άκρη στο μάτι, μια παγωνιά που επιμένει
να ναρκώνει τη θέληση, να εξανεμίζει τις αποφάσεις.
Πολλά τα πράγματα που δεν θα γίνουν· ο θάνατος, αυτός θα γίνει.
Όταν βρεθείς χωρίς παρέα και πιοτό, ο φόβος αβάσταγος ορμά,
πυρά του φούρνου σαν σύρεις την πλάκα.
Το κουράγιο ίσα ίσα φτάνει να μην τρομάζεις τον άλλο
κι η γενναιότητα δεν σε γλυτώνει από το μνήμα σου.
Είτε κλαψουρίζεις είτε τον αψηφάς, ίδιος ο θάνατος σιμά σου.

Σιγά σιγά το φως δυναμώνει κι όλα παίρνουν σχήμα στην κάμαρα.
Ό,τι ξέρουμε, ό,τι πάντα ξέραμε, είναι μπροστά μας χειροπιαστό
σαν την ντουλάπα εκειδά στη γωνιά. Να το αποφύγουμε δεν μπορούμε,
να το δεχτούμε δεν γίνεται· ας αποφασίσουμε επιτέλους.
Στο μεταξύ το τηλέφωνο παραμονεύει έτοιμο να χτυπήσει
στα μανταλωμένα γραφεία, και αδιάφορος ο περίπλοκος κόσμος,
ο κόσμος που νοικιάζουμε, αρχίζει ν’ ανακλαδίζεται.
Ουρανός μπαμπάκι, ο ήλιος καταχωνιασμένος κι η δουλειά περιμένει.
Οι ταχυδρόμοι σαν τους γιατρούς πάνε από πόρτα σε πόρτα.

*Η απόδοση στα Ελληνικά του ποιήματος του Philip Larkin (1922-1985) πρωτοδημοσιεύτηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια στο περιοδικό Ευθύνη, τχ. 269 (Μάϊος 1994, σσ. 254-255). Παρ’ όλο που αυτή η προσπάθειά μου δεν αποτελεί διασκευή, αλλά απόδοση στη γλώσσα μας –ή καλύτερα δοκιμή να λειτουργήσω περισσότερο ως ερμηνευτής του (interpreter, interprète) παρά εκτελεστής (performer, exécutant), όπως θα λέγαμε στη Μουσική–, προτίμησα τον όρο «ανάπλάση» γιατί πιστεύω ότι το δύσκολο έργο της μετάφρασης από τη φύση του δεν μπορεί παρά να είναι αμφίδρομη ζύμωση – της γλώσσας πηγής και της γλώσσας στόχου, του ποιητή και του μεταφραστή· ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να διατηρεί κάτι, ελάχιστο έστω, από το πλάσιμο και τη μυρωδιά του επιούσιου.
Π.Κ.

** Εδώ θα βρείτε τη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του Τεφλόν:
http://www.koutsourelis.gr/index1.php?subaction=showfull&id=1253559830&archive=&start_from=&ucat=5&

Henrik Nordbrandt, The Rose from Lesbos / Το ρόδο από τη Λέσβο

I got that rose from an unknown woman
when I was on my way to an unknown city.
—And now that I’m in town
slept in its beds, played cards under its cypress trees,
drank myself full in its taverns
and have seen that woman coming and going, going and coming,
I don’t know, anymore, where to throw that rose of mine.

Everywhere, where I was, hangs its fragrance.
And everywhere, where I wasn’t,
its withered leaves lie crumpled in the dust.

*

ΤΟ ΡΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΣΒΟ

Από γυναίκα άγνωστη έλαβα ένα τριαντάφυλλο
στη νέα πόλη καθώς πήγαινα.
Και τώρα πού έφτασα στην πόλη
και σε κρεβάτι της κοιμήθηκα
κι έπαιξα χαρτιά στα κυπαρίσια από κάτω
κι ήπια ακόρεστα μες στις ταβέρνες της
κι αφού είδα τη γυναίκα να `ρχεται και να πηγαίνει
δεν ξέρω πια το τριαντάφυλλο τί να το κάνω.

Όπου βρισκόμουν ήταν και τ’ άρωμά του
κι όπου δεν ήμουν μαραινόταν και πέφταν
στη σκόνη τα ροδοπέταλά του.

*Από το “Digte / Gedichte“, Kleinheinrich Verlag, Münster 1988. Αγγλική μετάφραση: Germain Droogenbroodt – Stanley Barkan. Ελληνική μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης/ translated by Manolis Aligizakis.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Δύο ποιήματα

50 000 000 ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ

Είμαστε αλλόκοτες πόρτες
λαδωμένες
καλά με λόγια εργαλεία ή πράξεις
σαλεύουμε έναν καιρό ανάμεσα γέννας και
θανάτου
μεριάζουμε μπρος στο «σκιάς
όναρ»
έπειτα ξαναγινόμαστε συντρίμμια
μετέωρου στοχασμού
όμως θυμάσαι
κατάκαρδα τη μορφή της Εριφύλης να
διαγράφεται στην ακροθαλασσιά
σαν έσκυβε
να μαζέψει ένα κοχύλι ή ένα βότσαλο

*

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Άραγε
Με σκέπτεσαι κάπου κάπου
Θυμάμαι πως κοίταζες εσύ γητευτή
τα μάτια σου τόσο ερευνητικά
που να μου σκίζουν την καρδιά
έγδυνες της σάρκας μου το δέρμα
ενώ αυτή δοκίμαζε ένα χαμόγελο
μα είσαι τώρα ο παραχωμένος σπόρος
απ’ όπου φυτρώνουν τα λόγια τούτα
λόγια μιας κλεψύδρας
που αναποδογυρίζει κάπου κάπου
άραγε με σκέπτεσαι

*Από την ενότητα “7 γραπτά στα Ελληνικά”, που περιλαμβάνεται στον τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, εκδόσεις Ίκαρος, 2021.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το βιβλίο “Μάτση Χατζηλαζάρου – Γράμματα από το Παρίσι στον Ανδρέα Εμπειρίκο”, Εκδόσεις Άγρα.

Γιώργος Κοζίας, Υπάρχει ακόμα λίγη άνοιξη

Portinari, Boys releasing pipes (1940)

Ὑπάρχει ἀκόμα λίγη Ἄνοιξη
Ἐλᾶτε νὰ ἀλλάξουμε
δακτυλίδια γάμου
Νὰ νυμφευτοῦμε τὰ ὄνειρά μας

Τώρα ποὺ στήνονται κρεμάλες
Καὶ τραγουδοῦν οἱ δήμιοι
τὸν γερμανικὸ ποιμενικό τους

Ὑπάρχει ἀκόμα λίγη Ἀγάπη
Νὰ βάλουμε τοὺς νεκροὺς στὸ τραπέζι
Νὰ στρώσουμε στὸν ξένο τὸ κρεβάτι

Fraülein, ὑπάρχει ἀκόμα λίγη Ἄνοιξη

Ἐλᾶτε νὰ ἀλλάξουμε
δακτυλίδια γάμου
Νὰ νυμφευτοῦμε τὰ ὄνειρά μας

Νὰ πιοῦμε τὸ κρασὶ τοῦ Ρήνου
Νὰ ἐλευθερώσουμε τὰ μαῦρα δάση

Ὑπάρχει ἀκόμα καὶ ἡ ἀθώα Παουλίνε
Χορεύει μὲ τὸν ἀναπτήρα της πάνω στὴν νάρκη.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες”, Εκδόσεις Περισπωμένη. 2017.

Κατερίνα Φλωρά, Venezia

Περνώντας από τη μιαν άκρη στην άλλη
στο σύντομο μα μακρύ γεφύρι
στιγμές του κάποτε
αναδυόμενες και απωθημένες επιθυμίες
πρόσωπα γνώριμα κι άλλα θολά
φιγούρες αόριστες κινούνται στο χώρο

Αντικρύζω την παλιά μορφή
Ω δεν άλλαξες καθόλου
φιλάρεσκα ξεστομίζει
Δεν άλλαξα διότι τον χρόνο βήμα βήμα ακολουθώ
μην τον χάσω από τα μάτια μου στην άγνωστη διαδρομή
και στο τέλος δε γνωρίσω μήτε τη μορφή εκείνη
στο γεφύρι στον πράσινο υγρό καθρέφτη