Joyce Mansour, Δύο ποιήματα

Egon Schiele, Double Self Portrait (1915)

ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ

Να βλέπεις την καρδιά σου μεγαλόπρεπη από ευσέβεια
Ολολύζοντας μοναχική πνιγμένη στο ύπνο
το μόνο ευαίσθητο σημείο
μέσα στ’ ανούσιο από το πάχος κορμί σου
Να βλέπεις την καρδιά σου για να την ακούς καλύτερα
Να βλέπεις τις σκέψεις σου που φέρνουν γύρα
μες στα ταριχευμένα μάτια σου
θλιμμένες από τη μακριά μελαγχολία των αιώνων
Να βλέπεις τις σκέψεις σου για να τις μασάς καλύτερα
Να βλέπεις τους σπασμούς της συνείδησής σου
περιτυλιγμένους την τροφή
Να βλέπεις τον εγκέφαλό σου για να τον ακούς καλύτερα
Να βλέπεις μα να μην παρατηράς ποτέ σου

*

ΟΜΟΡΦΟ ΤΕΡΑΣ

Η αρρώστια μουστακιών π’ ανεμίζουν
με παραμονεύει
κάθε φρά που κάτω απ’ το τραπέζι
ξανασμίγουν τα μάτια μου
Το μακρύ μουσικό του χέρι
χώνεται ανάμεσα στα βυζιά μου
και μου σφίγγει το απόστημα
μέσα στ’ αυγό
Η μύτη μου στάζει σαν σωλήνας
τα μαλλιά μου πέφτουνε θλιμμένα
κι η δυσωδία των εθελοντικών εξευτελισμών
με βασανίζει
Οι γάμπες μου πετούν πιο ψηλά
ανοιχτά κοχύλια, λείες γούνες
προσκαλωτας τα τρυφερά στόματα
τα ψαλλίδια τους ιππόκαμπους σε αχόρταγα σφιξίματα
να μοιράσουνε τις ηδονές τους
τα χαμόγεά τους τα στολίδια τους
και τα μπιμπίκια της νεότητας
που πιάνουν έμπυο

*Από τη συλλογή “Όρνια”, Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1987. Απόδοση: Ε. Κακναβάτος.

Γιάννης Πετράκης, από το ”Ηλιόλουστο Χάος”

ΤΟ ΑΡΤΥΜΑ

Το μυστικό του καλού βρίσκεται στην πρώτη ύλη, όμως το μυστικό του νόστιμου βρίσκεται στο άρτυμα. Δίχως λίγο χειμώνα στην αλατιέρα σου, πώς θα νοστιμίσεις τα καλοκαίρια σου;

*

ΜΕΡΙΔΙΟ

Ένας θάνατος σου αναλογεί, ό,τι κι αν κάνεις. Μην τον ζητήσεις πριν πεθάνεις.

*

ΣΙΣΥΦΕΙΑ ΜΟΙΡΑ

Με μια αξίνα στα χέρια ακούραστοι σκάβουν το σιδερένιο βουνό ν’ ανοίξουν δρόμο. Κι ας έχει δρόμους εκατό καλά περπατημένους. Αυτή θα ‘ναι πάντα η μοίρα των απροσκύνητων.

*

ΠΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

“Homo homini lupus”, προοικονόμησε ο 21ος αιώνας στις εξαγγελίες του, θέτοντας τον πύχη πολύ χαμηλά, και οι σκοτεινοί αιώνες του Μεσαίωνα χειροκρότησαν ενθουσιασμένοι την υπέροχη αυτή πρωτοβουλία.

*”Ηλιόλουστο Χάος”, ΑΩ Εκδόσεις, 2023.

Robert Frost, Looking For A  Sunset Bird In Winter /Ψάχνοντας για ένα πουλί του ηλιοβασιλέματος το χειμώνα


Art: Pollyanna Pickering

The west was getting out of gold,
The breath of air had died of cold,
When shoeing home across the white,
I thought I saw a bird alight.
In summer when I passed the place
I had to stop and lift my face;
A bird with an angelic gift
Was singing in it sweet and swift.
No bird was singing in it now.
A single leaf was on a bough,
And that was all there was to see
In going twice around the tree.
From my advantage on a hill
I judged that such a crystal chill
Was only adding frost to snow
As gilt to gold that wouldn’t show.
A brush had left a crooked stroke
Of what was either cloud or smoke
From north to south across the blue;
A piercing little star was through.

Η Δύση είχε ξεμείνει από χρυσό,
Η ανάσα του αέρα είχε πεθάνει από το κρύο,
Όταν γυρνούσα στο σπίτι με τα παπούτσια, πέρα από το λευκό,
νόμισα ότι είδα ένα πουλί να απογειώνεται.
Το καλοκαίρι όταν περνούσα από το μέρος
έπρεπε να σταματήσω και να σηκώσω το πρόσωπό μου,
Ένα πουλί με αγγελικό χάρισμα
Τραγουδούσε γλυκά και γρήγορα.
Κανένα πουλί δεν τραγουδούσε τώρα.
Ένα μόνο φύλλο ήταν σε ένα κλαδί,
Και αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα να δω
γυρνώντας δύο φορές γύρω από το δέντρο.
Από το πλεονέκτημά μου στο λόφο
έκρινα ότι μια τέτοια κρυστάλλινη παγωνιά
ήταν μόνο η προσθήκη παγετού στο χιόνι
Όπως το χρυσάφι στο χρυσό που δεν φαινόταν.
Ένα πινέλο είχε αφήσει μια στραβή πινελιά
από κάτι που ήταν είτε σύννεφο είτε καπνός
από το βορρά προς το νότο σε όλο το γαλάζιο,
Ένα διαπεραστικό αστέρι ήταν μέσα.

*Απόδοση: Δ.Τ.

Nepheline, Δύο ποιήματα

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ

δε θα γιατρευτούμε ποτέ
η ζωή μάς ρουφάει όλους
ήτανε τέσσερα κουμπιά
μας σκέπασαν ένα προς ένα

μια υπόθεση
που κάνει το αίμα να παγώνει

έσπειρε (σ)το σύνολο
τα θέλω του και θέρισε
έναν ολόκληρο ήλιο
κι ένα άδειο πηγάδι

είχε επιλογή το λευκό
αλλά με κέρδισε το μαύρο

ο φόβος όλος των ημερών
στριφογυρίζει σε δύο σημεία
πάνω μου –καταλήγει

κάποτε αν με έστυβες
θα έφτανε να ξεδιψάσεις
τώρα με σφίγγω για να δω
πόσο αντέχω.

*

ΚΕΝΟ #03

αναρωτιέμαι

πώς θα προλάβουμε τώρα
να μιλήσουμε για τις επαφές
αυτές που δεν έχουν αφήσει κανένα σημάδι

την ημέρα εκείνη της προσδοκίας
της λαγνείας, της ημιτελούς επανάληψης
εκεί που ξεψυχάει ο πόθος
φωνάξαμε

η ολοκλήρωση είναι η αγαπημένη σας πράξη
η αφαίρεση είναι η πιο αποτελεσματική επαφή
η σύνθεση είναι ένα άπιαστο όνειρο
η επανάσταση φαντάζει όλο και πιο δύσκολη

η διαφυγή μοιάζει η μόνη μας λύση

όρια – σημεία – επαφές

σε όλο μου το σώμα, βρίσκω ξανά
παντού μικρές, χαραγμένες γραμμές

όποιος μπορεί να τις πατήσει
χωρίς να σκάσουν σαν νάρκες

κερδίζει.

*Από εδώ: https://teflon.wordpress.com/2023/10/02/nepheline-%ce%b4%cf%8d%ce%bf-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1/#more-8552

Maria Nivea Zagarella, Men / Άνθρωποι

The resigned sea gives back
the dead,
excessive straw,
useless,
upon this earth.

Crazy and lost
the desperate adults
depart,
the innocent little ones
can do nothing,
their little hands
frozen by the cold night
that brings them death.

Murderous men
against their own flesh,
murderous against the earth
that breast fed them since birth.

The sea no longer has
enough straw baskets
to collect drop after drop,
woes and laments
of these drowning bodies

Άνθρωποι

Καρτερική θάλασσα επιστρέφει
τους νεκρούς
το πολύ άχρηστο άχυρο
πάνω στη γη.

Χαμένοι και τρελοί
απελπισμένοι άνθρωποι
φεύγουν καθώς
τ’ αθώα ανίκανα παιδιά
να κάνουν κάτι δεν μπορούν
με χέρια παγωμένα
απ’ τη νύχτα που τα σκοτώνει.

Φονιάδες κατά της ίδιας τους γεννιάς
της γης φονιάδες
που τους γαλούχισε απ τα γεννησιμιά τους
η θάλασσα άλλα δεν έχει
καλάθια αχυρένια
για να μαζέψει σταλιά σταλιά
κλάματα και καημούς
κορμιών που πνίγονται ένα-ένα

*Maria Nivea Zagarella (Sicily) – “The Poetry of Maria Nivea Zagarella”, Bilingual Sicilian-English, Mineola, NY: Legas, 2017. Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translation by Manolis Aligizakis – Translated from the Sicilian by Gaetano Cipolla.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2024/01/16/ithaca-series-poem-647/#like-21639

Suheir Hammad, What I Will 

What I Will
I will not
dance to your war
drum. I will
not lend my soul nor
my bones to your war
drum. I will
not dance to your
beating. I know that beat.
It is lifeless. I know
intimately that skin
you are hitting. It
was alive once
hunted stolen
stretched. I will
not dance to your drummed
up war. I will not pop
spin beak for you. I
will not hate for you or
even hate you. I will
not kill for you. Especially
I will not die
for you. I will not mourn
the dead with murder nor
suicide. I will not side
with you nor dance to bombs
because everyone else is
dancing. Everyone can be
wrong. Life is a right not
collateral or casual. I
will not forget where
I come from. I
will craft my own drum. Gather my beloved
near and our chanting
will be dancing. Our
humming will be drumming. I
will not be played. I
will not lend my name
nor my rhythm to your
beat. I will dance
and resist and dance and
persist and dance.
This heartbeat is louder than
death. Your war drum ain’t
louder than this breath.

*Suheir Hammad is a Palestinian-American poet and activist. Hammad‘s books include Breaking Poems, ZaatarDiva and Drops of This Story.

Ευθύμιος Λέντζας, Τρία ποιήματα

(Ι)

AVANT GARDE
Η χαρά η νύχτα όταν έρχεται ψηλώνοντας
ανάμεσα σε δυο σιδερένια τραπέζια
Ξύλινα τα πόδια της Μαρίας
σέρνοντας τα φουστάνια της
απ’ το Παρίσι
Κάποτε δεν ξέρουμε που να ακουμπήσουμε
τα χέρια μας
Μόνο τα μάτια μας μουσκεύουνε
καμιά φορά
όπως μουσκεύουν πότε-πότε
τα βρακιά μας
Η νύχτα όταν έρχεται ψηλώνοντας
στα χείλια της Χρύσας ο Σωτήρης.

(ΙΙ)

ΝΟΕΜΒΡΗΣ
Σήμερα είπαν πως θα βρέξει
Ένα πουλί εδώ, ένα χορτάρι εκεί
Αν είναι να συναντηθούμε
ας κάνουμε το βήμα μας κάτω απ’ τον ήλιο
Πλάι μας μαζεύονται σύννεφα
μια σειρά κορμιά περήφανα στημένα.

(ΙΙΙ)

ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ
Η λεωφόρος Αθηνών, πρώην Καβάλας
Κι εμείς να μπαίνουμε στον Διομήδειο Βοτανικό Κήπο
Μια μέρα με ήλιο, ή και χωρίς ήλιο
Η εργατική τάξη κυριαρχεί στην Πανεπιστημίου
Πριν και μετά τον Μπακογιάννη
Βράδυ στην Πατησίων ποδαρόδρομος η μοναξιά
Από τη Ζωοδόχου Πηγής ως την Καλλιδρομίου
Σου οφείλω μια αγάπη
Ένα φόρεμα μαύρο, κατάμαυρο.

Διομήδης Βλάχος, Notturno

Τι μεταμεσονύχτιος θρίαμβος κι αυτός!
Πώς ράγιζαν οι πλάκες
απʼ τον αντίλαλο του φεγγαριού
πώς έτρεμε ως το κόκκαλο
ολόγυμνη η πλατεία
κʼ υστέρα πώς η πόλη
αποτραβήχτηκε στην κώχη της
κι από κει μέσα παραμόνευε
μʼ όλες της τις πληγές ορθάνοιχτες.

Και ξαφνικά νʼ ακούγεται
βουή τεκτονικού σεισμού
τα σπίτια να τινάζονται στον ουρανό
κʼ οι σπόνδυλοι των άστρων
να κατρακυλούν στη θάλασσα.

Νύχτα ατέλειωτο βάραθρο
λεπίδι της αγρύπνιας μου ασημένιο.

Η πόρπη της παρθενικής σου ζώνης

Μόνο σαν νύχτα αφέγγαρη
περάσουνε τα μεταγωγικά
κʼ η πόλη ανυπεράσπιστη
παραδοθεί γυμνή στους βιαστές της
όταν ιστός κατάλευκος σαλπάρεις
κι ούτε ως λαθρεπιβάτης πια
δεν θα μπορέσω να διασχίσω
τον γκρεμό ανάμεσα στα δυο σου στήθη
—πόσο μάλλον την αγιάτρευτη λύπη σου
που οχυρωμένη σε κορφές απάτητες θερίζει-
σαν τσακιστεί το τελευταίο δοκάρι
και πλημμυρίσει η θάλασσα
με νάρκες αστεριών
αφού ακουστεί πως ήρθε πια
το πλήρωμα του χρόνου
μόνο τότε την τελευταία στιγμή
γυμνό σπαθί αλαβάστρινη σιωπή μου
θα πάρω φυλαχτό την πόρπη
της παρθενικής σου ζώνης
που μουσκεμένη στο άσπιλο αίμα σου
σε δίσεκτους καιρούς
μπορεί και γίνεται η αγρύπνια μου
ή θυρεός που την κατάλληλη στιγμή
είναι ικανός να εκραγεί
να στείλει στο βυθό τα πάντα.

Ως πότε θαʼ σαι το λεπίδι
ο πετρωμένος χρόνος
που οριοθετεί την πίκρα μου
μη δει το πλάτος της
μη σκύψει στη χαράδρα του ονείρου
και ξεχυθεί αχαλίνωτη καλπάζοντας
ως πότε διάτρητος από μεταπτώσεις
ομοβροντίες και αντιπαροχές
θα σε ακολουθώ
δεν βλέπεις μέσα μου βαθιά
κρυφά, πολύ κρυφά κι αθόρυβα
που ανθίζει η νύχτα;

Ρωξάνη Νικολάου, Για την αγάπη τους 

Πρέπει να πηδήξει από την ταράτσα της πολυκατοικίας
στην απέναντι που είναι όλοι μαζεμένοι.
Είναι μεγάλη η απόσταση μα θα πρέπει να τα καταφέρει.
Για να τον δεχτούν. Αλλά δεν θα τον δεχτούν.
Θα πρέπει να πέσει στο κενό, μπροστά στα μάτια τους
να γίνει κομμάτια. Για να τον αγαπήσουν.
Αλλά δεν θα τον αγαπήσουν.
Θα πρέπει στη νεκροψία να βρεθεί ένα χαρτάκι
σφηνωμένο στο στέρνο του με τα λόγια
«Πέθανα για την αγάπη σας». Για να τον δεχτούν.
Αλλά δεν θα τον δεχτούν.
Θα πρέπει να λάβουν την είδηση ότι τα οστά του ευωδίασαν.
Για να τον αγαπήσουν. Αλλά δεν θα τον αγαπήσουν.
Αδιάφορα θα πουν: «φαινόταν πως δεν θα γινόταν
ποτέ ένας από μας».
Παιδάκι μου μη βρεθείς ποτέ στη γειτονιά τους.
Για κανένα λόγο.

Flavien Ranaivo (1914-1999), Τραγούδι μιας κοπέλας

Άξεστο
το παλληκάρι που ζει εκεί
δίπλα στο πάτωμα π’ αλωνίζεται το ρύζι·
σα δυό ρίζες μπανάνας
στα πλευρά του χωριάτικου χαντακιού,
κοιταζόμαστε,
αγαπιώμαστε,
αλλά δε θα με πάρει.
Ζηλότυπη
η ερωμένη του που είδα πριν δυό μέρες στο πλυντήριο
να κατεβαίνει το μονοπάτι κόντρα στον άνεμο.
Ήταν περήφανη·
άραγε γιατί φορούσε μια παχειά προβειά
κοράλλια στολισμένη
ή γιατί ‘χαν μόλις ξαπλώσει;
Όμως δεν είναι η θύελλα
που θα ισοπεδώσει το λεπτό καλάμι,
μήτε η ξαφνική ραγδαία βροχή
στο διάβα κάποιου σύννεφου
που θ’ αφηνιάσει
το γαλάζιο ταύρο.
Είμαι κατάπληκτη:
ο άγονος μεγάλος βράχος
κράτησε τη βροχή του κατακλυσμού
κ’ είν’ η φωτιά που τρίζει
τα σκάρτα σπυριά του καλαμποκιού,

τέτιος φημισμένος καπνιστής
που πήρε καπνό
όταν δεν είχε πια χασίς να πιεί.
Μια δόση χασίς;
-Ξεπήδησε στην Αντρινγκίτρα,
ξοδεύτηκε στην Ανκαράτρα,
δεν είναι παρά στάχτη σ’ εμάς.
Ψεύτικη τέρψη
ανάβει λίγον έρωτα
αλλά η λάμα έχει κόψεις·
γιατί ν’ αλλάξει ότι είναι φυσικό;
-Αν σ’ έκανα να λυπηθείς
κοιτάξου μες στο νερό της μεταμέλειας
θα νιώσεις εκεί μια λέξη που άφησα
Γεια σου, στροβιλισμένο πρόβλημα,
σου δίνω την ευχή μου:
πάλαιψε με τον κροκόδειλο,
ορίστε τα τρόφιμά σου και τρία νούφαρα
για το μεγάλο δρόμο.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο Ανθολογία Νέγρων Ποιητών, εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Αλέξη Τραϊανού. Διατηρείται η ορθογραφία του μεταφραστή.

**Ο Flavien Ranaivo γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1914 στο Avironimamo της Μαδαγασκάρης και πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου 1999 στην Troyes της Γαλλίας. Ήταν ποιητής και δημοσιογράφος. Ανάμεσα στα άλλα εξέδωσε και τα L’ombre et le vent (1947), Mes chansons de toujours (1955), Le retour au bercail (1962), Littérature magache (1956) και Images de Madagascar (1968).