Νανά Ησαΐα, Ίδιο σημείο Ι

Νανά Ησαΐα, Γεωμετρικό

Σ’ έχω αποχαιρετίσει πολλές φορές
Έρμαιο το χέρι μου της κάθε απόστασης.
Της όλο και μεγαλύτερης
διάστασης του χωρισμού μας.
Πού θα βρεθώ στο τέλος
τόσων αποχαιρετισμών;
Στο κενό των παράθυρων
η νεόκοπη άνοιξη προσθέτει
φως και νοερούς κήπους.
Εκείνους του κάστρου και των υποκρισιών.
Των κυπαρισσιών και των ίσκιων.
Πού θα βρεθώ στο τέλος όλων των υπολογισμών μας;
Πως δεν υπάρχει χρόνος.
Δεν υπάρχει ο τρόπος.
Η βαθύτερη φύση των φύλλων
κρύβει τον τόπο των συναντήσεών μας.
Στον περιποιημένο μας λαβύρινθο
τόσων συνεχών αποστάσεων
από το ίδιο πάντα
σημείο του Κόσμου.

Μάιος ‘81

Ασημίνα Κ. Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

Η πόλη, 2011, λάδια

τότε θά ‘ρθω
εσύ θα μιλάς για τη Μάγα
κι εγώ για την πόλη
τους νεοπτωμαίους και τους αναλώσιμους
τη φθορά της πίσσας και την πόλη που
τ’ όμορφο σηκώνει κεφάλι όταν
όσοι την πληγώνουν φεύγουν

(2017)

Honey Bee ψηφιακό κολάζ, 2017

ας το πούμε: του Σαββάτου

για να γίνει το 80 πιο τρυφερό
θάρθει έπειτα η μνήμη και θα σε αφαιρέσει
πουλί πεδινό
κορίτσι του άστρου των Κυθήρων
να σε περάσει ο άνεμος στη γη του παρόντος
ένα περιστέρι γυμνωμένο στα σάρκινα νύχια
μαστροπών και πληγωμένων θυτών που
σπλάχνα ορέγονται ζεστά κι αίματα αχνιστά
θυσία στην σφίγγα των οδών του κέρδους
κάποιο πρωινό που
η γιορτή θα μοιάζει μνημόσυνο
πάνω στην ανοιγμένη σου κοιλιά
κορίτσι περιστέρι

*Από τη συλλογή: έ ω ς ε π τ ά, 2022

Ανδρέας Φουσκαρίνης, Δύο ποιήματα

ΑΔΙΕΞΟΔΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

Ένα φεγγάρι φυματικό,
Κίτρινο, χλομό
Σκέπασε ολόκληρη τη νύχτα.
Γεύση πικρή, θλίψη
Τα δύσκολα χρόνια της νιότης φευγάτα
Τα δύσκολα χρόνια που έρχονται
Αβέβαια και θλιβερά.
Ίσως και καταστροφικά.
Μόνη λύση η φυγή.
Αλλά για πού;
Οι δρόμοι κλεισμένοι από καιρό
Κι εγώ μονάχος στη μέση του πελάγους
Σε βάρκα δίχως κουπιά
Μονάχος, απελπιστικά μονάχος.
Να πετάξεις; Δεν γίνεται. Κομμένα τα φτερά.
Άλλωστε πού να πας; Και γιατί;
Όλοι οι δρόμοι αδιέξοδοι λοιπόν,
Φραγμένοι, για πάντα κλειστοί.
Υπομονή! Υπομονή! Υπομονή!

*
Ο ΚΥΚΛΟΣ

Πόσο μικραίνει ο κόσμος που γνωρίζω!
Μέρα με τη μέρα χάνεται!
Οι άνθρωποι που ξέρω δεν υπάρχουν πια
Φεύγουν δια παντός ο ένας μετά τον άλλο.
Σε λίγο θα ζω ανάμεσα σε ξένους,
Η πατρίδα μου θα γίνει ξένη παντελώς.
Κι εγώ τι κάνω τότε;
Και κάθε φορά που ακούω
Τον πένθιμο τον ήχο της καμπάνας
Συλλογίζομαι αμέσως, όπως κάποτε και ο Χεμινγουέι
Πως κάποιος φίλος έκλεισε τον κύκλο του για πάντα
Και ήρθε η ώρα για να κλείσει κι ο δικός μου.
Το αναπότρεπτο της μοίρας μας.

*Από την εκτός εμπορίου συλλογή “Πυροβάτες και τεχνουργοί”, 2024.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Παύλος Φύσσας ΠΑΡΩΝ!

Η τέχνη δεν μπορεί να σταματήσει την βαρβαρότητα.
Η βαρβαρότητα δεν μπορεί να παράξει τέχνη.
Την αγνοεί και την καταδιώκει
διότι η άγνοια ανάμεσα σε ένα πλήθος που γνωρίζει,
ή μάλλον καλύτερα, νιώθει είναι σφάλμα για περίγελο.
Η τέχνη θέλει αυστηρά έμπνευση η βαρβαρότητα ενίοτε.
Η βαρβαρότητα μπορεί να εμπνεύσει την τέχνη
το αντίθετο δεν το γνώρισα ποτέ.
Οταν ο ήχος της μπότας στα κεφάλια μας σφυρίζει
σε αυτούς φτάνει στα αυτιά τους κελάηδημα περιστεριού.
Όταν ο ήχος της μπότας στα κεφάλια μας σφυρίζει
γνωρίζουμε πως είμαστε η τέχνη
που δεν θα κατανοήσουνε ποτέ.
Δεν είμαστε ατσάλινοι ρε, αντέχουμε μέχρι που σπάμε.

Αγγελική Σιδηρά, Ο ταχυδρόμος πέθανε

Ένας ένας οι ταχυδρόμοι
ξεψυχάνε στις μεγάλες λεωφόρους.
Οι λίγοι που απομείνανε
όλο και γέρνουν πιο πολύ
από το βάρος της σιωπής που κουβαλάνε.

Αύριο, μεθαύριο, του χρόνου ίσως
θα πάρω το γράμμα που περίμενα
από σένα με mail ή με fax
μηχανές που εξοντώνουν κάθε τόσο
τους αγγέλους των ειδήσεων.

Όμως εγώ προτού το σάλιο μου στεγνώσει
θα σου στείλω την απάντησή μου
επιμένοντας στην ξεχασμένη ηδονή του σάλιου
στο γραμματόσημο
μήπως και παρατείνω λίγο ακόμα
την ζωή του τελευταίου ταχυδρόμου.

Γ.Δ. Σέρμυντ, από το “Εκμαγείο”

μεγαλώσαμε λες
μα εγώ
όποτε αφαιρώ
τα χρόνια δίπλα σου
απότομα γερνάω

*

εκείνη

που δαγκώνει
τα χείλη της
και τραυματίζει
το μάταιο

*

κυρίως
όσα επιθυμώ
σ’ έχουν ανάγκη

*

το κυματάκι που σκάει
στους αστραγάλους της
-να μια ομοιοκαταληξία
για τον Αύγουστο

*

αν μη τι άλλο
έχω υπάρξει χαμόγελο
σε κάποια σκέψη σου

*

σπουδαία ανακάλυψη
ο ηλεκτρισμός σου

*

υπάρχει μέσα μου
μια κρυφή ελπίδα
-λέει ότι σε ξέρει

*

ήταν σούρουπο

νύχτωνε, ξημέρωνε
εκείνη
ήταν σούρουπο
του Ιούλη

*

γράφω για ‘σένα
να ’χω για ‘σένα
να διαβάζω

*

στη γλώσσα σοκ
όλα τα επιφωνήματα
είναι ουσιαστικά

*“Εκμαγείο ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ”, έκδοση πρότζεκτ ερσίλια, Νοέμβριος 2023.

Ηρώ Νικοπούλου, Τα πουλιά

Τα πουλιά προσπαθούν διαρκώς
χτίζουν και στους πιο άσχημους δρόμους
σε γυμνά στενά αδιέξοδα
στη Φυλής στη Μύρωνος
 
αδιάφορα για την απελπισία μας
τραγουδούν πάνω από χωματερές
πάνω από λίμνες πάνω από τάφους
κανείς δεν ξέρει τι λένε
 
σ’ έρημες σκονισμένες πλατείες
σε στέγες ρημαγμένων καφενείων
χειμώνα καιρό δε λογαριάζουν
πάνε κι έρχονται με τον ήλιο
 
και τα χρώματα στροβιλίζονται
γύρω τους ευκίνητα σκηνικά
μέχρι να βρουν
το ευαίσθητο σημείο σου
 
Κάπου έχεις ακουμπήσει τον εαυτό σου
δεν είσαι εσύ
ευτυχώς δε θυμάσαι
έτσι μπορείς και ακούς καλύτερα
 
Γιατί ποιος είσαι εσύ
που νόμιζες πως για σένα
τραγουδούν τα πουλιά
κι ανατέλλουν τα χρώματα
 
Θα ’σαι πολύ τυχερός
αν κάποτε γίνεις ένα μαζί τους

Μαρλένο, ελληνάκο

Artwork: Περσέας Ρίζος

κανένα ποίημά μας ποτέ δεν το εκδίδεις
έλληνα μονάκριβε σπουδαίε πρίγκιπα
έλληνα ιδιοκτήτη μονοκατοικιών πολυκατοικιών διαμερισμάτων
έλληνα διορισμένε έλληνα με τα κονέ έλληνα με το μέσο
έλληνα με τους μισθούς με τα ένσημα με τις διακοπές
έλληνα με την περιουσία την κληρονομιά τα δώρα
έλληνα με το διαβατήριο τα σωστά χαρτιά
έλληνα όμορφε ακούραστε πανευτυχή
έλληνα που βρίσκεις τον εαυτό σου
σε συνελεύσεις και βιβλιοπωλεία
στο κέντρο είσαι το κέντρο
έλληνα ασφαλή πολιτικοποιημένε
ευάλωτε άνθρωπε
τι όμορφα που είναι τα ποιήματα σου
έλληνα εξερευνητή
κάποια στιγμή μας ανακαλύπτεις
κι από όλη μας τη δυστυχία
συγκινείσαι

κανένα ποίημα μας ποτέ δεν έχει όντως σημασία
έλληνα γλυκέ μοντέρνε αποικιοκράτη
έλληνα αναγνώστη σπουδαγμένε καλλιτέχνη
έλληνα κοινοτικέ των φεστιβάλ και των ομιλιών
έλληνα ευγενικέ καθαρέ και καθωσπρέπει
έλληνα των συναισθημάτων της ελπίδας
έλληνα της ορθογραφίας και της σύνταξης
έλληνα ντόπιε δυναμικέ καλότυχε
έλληνα που βρίσκεις το σπίτι σου
κι ας ανεβαίνει παντού το νοίκι
ανεβαίνεις κι εσύ μαζί του
έλληνα πολύτιμε
μόνο εσύ μπορείς να είσαι όμορφος
έλληνα γουρλή
κάποια στιγμή μας αφήνεις να μιλήσουμε
σε αγγίζει η λυρικότητά μας
και για λίγο
ξεχνιέσαι

*Δημοσιεύεται στο περιοδικό Τεφλόν, τεύχος 31, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2024, σελ. 106.

Μαρία Πηνελόπη Σταυριανού, από το “παρεμπιπτόντως”

Όσο περνάνε τα χρόνια αρχίζω να ξεχνάω τα γράμματα.
Μόνο μου ‘ρχονται αριθμοί.
Τελικά δεν είναι εύκολο να ζεις με αριθμούς.
Όσο προχωράει η τεχνολογία παλιώνει το είδος μου,
μέχρι να σταματήσει να λειτουργεί.

*

Καλημέρα σας, ληξιαρχική πράξη γέννησης παρακαλώ.
Εν συνεχεία πτυχία, φορολογική δήλωση,
το τελευταίο εκκαθαριστικό σημείωμα και όχι παλαιότερα παρακαλώ.
ΕΝΦΙΑ – αν είσαι από τους τυχερούς και ημιπρονομιούχους-,
ΙΚΑ, το ΑΜΚΑ σας παρακαλώ πολύ,
απουσιάζει για Αύγουστο ο οδοντογιατρός.
Εφορία, ΟΑΕΔ -αν είσαι άτυχος-, χαρτάκι, αριθμοί, κομμάτι κρέας.
Παρεμπιπτόντως, σύμφωνο συμβίωσης –αν είσαι τυχερός ή άτυχος.
Επιπροσθέτως, ένσημα, ένσημα και άλλα ένσημα.
Αναμονή, καθυστέρηση, κρατήσεις, ληξιαρχική θανάτου.
Καλό ξημέρωμα.

*

Κομματοποιημένοι απολιτίκ, ομοφοβικοί πούστηδες,
αλλοδαποί ρατσιστές, ημεδαποί ιντελεκτουάλ
και απαίδευτοι διανοούμενοι.
Και σκοτωθείτε για τον δικομματισμό.
Και πηγαίντε στην παρέλαση φουσκωμένοι περηφάνια
δύο φορές το χρόνο.
Και καταβροχθίστε τα απαραίτητα ψάρια
στην απαραίτητη 25η Μαρτίου και Κυριακή των Βαΐων.
Και κοινωνήστε στην Ανάσταση.
Και ανοίξτε και τα κρασιά σας το Πάσχα.
Και τι κρασιά;
Καλά κρασιά.

Υ.Γ. Προσοχή με τόσα αρνιά και τόσους λύκους εκεί έξω μην αλληλοσουβλιστείτε.

*

Καρέλια χρυσή και μπάλανταϊνς.
Από τα ακριβά.
Η χλιδή της ύπαρξής μας.
Η ξεφτισμένη σύνταξη.
Τα δώρα στον πατέρα.
60 χρόνια το κυνήγι της *ευτυχίας.

Ξέρεις τι ζέστη κάνει στα νοσοκομεία;
Είναι η θερμοκρασία του άγχους και της απόγνωσης.
Της λύπης και της φθηνής ελπίδας.
Τα αποτελέσματα της *ευτυχίας που πάλλεται.
Τα 60 χρόνια που περίμεναν κάτι ν’ αρχίσει μα τελείωσε.
15 *ευτυχίες περίπου αναλογούν σε 60 χρόνια ζωής.
Έρχεσαι μετά να μου πεις για το ποιος φτάνει τα 60 ή τα 70
Θεός φυλάξει ή τα 40+ έστω.
Και ποιος θα ‘θελε.
60 χρόνια απόγνωση και λύπη;
Συλλογή από ενεργό άνθρακα και παρενέργειες.
Καλύτερα να μην.

Αλίμονο όμως κιόλας στα τριάντα μας να πεθαίνουμε.

*Όπου ευτυχία βλέπε κυβέρνηση.

**“παρεμπιπτόντως”, Εκδόσεις Κονιδάρη.

Thomas Bernhard, Μανία καταδιώξεως

Όταν πείνασα ξαφνικά
στο Χάινμπουργκ,
πήγα σ’ ένα εστιατόριο
ερχόμενος από την Κρακοβία
και παράγγειλα
χοιρινό με κνέντελ
και μια μικρή μπύρα.
Στο ταξίδι μου στη Σλοβακία
άδειασε πάλι το στομάχι μου.
Κουβέντιασα με τον πανδοχέα,
μου είπε πως θα έπρεπε να σκοτώσουν
όλους τους Πολωνοεβραίους
χωρίς εξαίρεση καμιά.
Ήτανε ναζί.
 
Στη Βιέννη πήγα στο ξενοδοχείο Αμπάσσαντορ
και παρήγγειλα ένα κονιάκ,
ένα γαλλικό φυσικά, είπα,
ένα Μαρτέλ

και συζήτησα με έναν ζωγράφο
που έλεγε συνεχώς πως ήταν καλλιτέχνης
και πως ήξερε τι σημαίνει Τέχνη,
και πως όλος ο υπόλοιπος κόσμος δεν έχει ιδέα
τι σημαίνει Τέχνη.
Σε λίγο διαπίστωσα πως ήτανε ναζί.
 
Στο Λιντς πήγα στο καφέ Ντράξελμαγερ
για να πιω καφέ
και μίλησα με τον σεφ
για τον αγώνα Ραπίντ- Λασκ
και ο σεφ μου είπε,
πως αυτούς της Ραπίντ
έπρεπε να τους στείλουν όλους
στους θαλάμους αερίων,
πως ο Χίτλερ θα ‘χε περισσότερα να κάνει σήμερα
από όσα στον καιρό του.
Σε λίγο διαπίστωσα
πως ήτανε ναζί.
 
Στο Ζάλτσμπουργκ συνάντησα
τον καθηγητή μας των θρησκευτικών.
Μου είπε κατάμουτρα,
πως τα βιβλία μου
και γενικά ό,τι έγραψα ως τώρα
είναι σκατά,
και πως την σήμερον ημέρα
μπορεί κανείς να δημοσιεύσει
τα μεγαλύτερα σκατά,
σε μια εποχή, είπε, που είναι,
έτσι κι αλλιώς σκατένια,
στο Τρίτο Ράιχ, είπε, δεν θα μπορούσα
να κυκλοφορώ τα βιβλία μου,
και πρόσθεσε πως ήμουνα γουρούνι
και ύπουλο σκυλί
και έφαγε το σάντουιτς
με λουκάνικο που κρατούσε,
έπιασε με τα δυο  χέρια το ράσο του,
σηκώθηκε όρθιος και πήρε δρόμο.
Ήτανε ναζί.
 
Χθες έλαβα μια κάρτα από το Ίνσμπουργκ
με τη χρυσή στέγη,
όπου κάποιος είχε γράψει
χωρίς να λέει γιατί:
Όσοι είναι σαν εσένα πρέπει
να πεθαίνουν σε θαλάμους αερίων!

Περίμενε και θα δεις!
Διάβασα την κάρτα ξανά και ξανά
ώσπου άρχισα να φοβάμαι.
 
*Από το συλλογικό «Έξι Ερωπαίοι ποιητές».
**Αναδημοσίευση από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2024/09/17/mania-katadioxeos/