Αχάραγα έφτασαν με τους πολιορκητικούς κριούς
Κονιορτός υψώθηκε
Λαίλαπα
Ατάκτως ερριμμένα
Το αρχέγονο κλίμα
Ο ίασμος
Γειά σας, είπε
Κι απέμεινε
Εκεί στη γωνιά να θυμίζει
την τρωαδίτικη ιστορία
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Λιάνα Σακελλίου, Sequentiae, Ακολουθία Ι
καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία
Οκτώβριος 1566
Δουλεύω
ὡς ἀργὰ τελευταῖα.
Οἱ ἀστέρες γυρίζουν καὶ κάτι
μυστικό φωτίζουν στὸ ἐργαστήρι.
Στὴν ἐκτέλεσή του
τὸ πινέλο ξέμενε ἀπανωτά
καὶ νὰ πῶς πέφτει τὸ βυσσινί
βελούδο καὶ στὶς σκούρες πτυχώσεις
παρμενίδειες ἀπειρόγαμες πτυχές.
Σταματώ
λιγάκι παραπάνω
νὰ μείνω μαζί σου, το
μέσα φῶς νὰ γίνει έξω.
Η θάλασσα φουσκώνει, σὲ θύελλα
κι ἐσύ, δὲν μοῦ πεθαίνεις ἐν εἰρήνῃ. Ακόμη λίγο
μοῦ ἀντέχεις; Φασκιώνω -τὸ γελᾶς; τὴν ἀνάληψή σου.
Στη νεκρική
κλίνη γίνεσαι λίμνη,
σοῦ ἁπλώνω ἀμβρόσιο πέπλο.
Οι φίλοι
ἀπὸ τὴν πρωτινὴ ζωή
τὰ κεφάλια γυρνοῦν ἀμήχανα.
Μέσα στὴν ἔνταση τοῦ δεσμοῦ
ἔχουν σπεύσει προτοῦ μείνεις ἀπούσα.
Μικρομάνα
ἐσύ, πιὸ τρυφερή
ἀπὸ ποτέ, μιὰ τέτοια
μέρα ρούφηξα τὴν ἀνάσα
σου, όπως ζήτησες, ὡς τὸν ρόχθο.
Η ρομφαία τοῦ
Συμεὼν ἐκεῖ ἔμεινε,
ὅσο ἔζησες τὴν ἀπόσταξες.
Διάφανη
κι η ζελατίνη
ἀπὸ δέρμα κουνελιών,
οἱ καλφάδες φαρμακώνονται
μὲ τ’ οξείδιο τοῦ μολύβδου χωρίς
νὰ τὸ ξέρουν -lacrimae rerum-,
το βλέμμα τους πρὸς ἐμᾶς; Ποὺ τὰ κοιτάμε;
Τα πρωινά
συχνά στάθηκα
ἀσάλευτος μπροστὰ στὶς
φορητὲς τοῦ Τιτσιάνο στὰ ἀλτάρια τῶν ναῶν
καὶ τοῦ Μπελλίνι στὴν Παναγία τῶν Σταυροφόρων.
Ερμινοντυμένο
γαστάλδο ἤδη μὲ λένε,
ὁ βοριάς θὰ μ’ εύρει στο
Βολτόνε μάρτυρα παρακαλετό –
μαΐστρος σγουράφος ό Κρής,
μαύρη γενειάδα συνήθους ἀναστήματος.
Τὸ θέμα ποὺ
ἐπέμενε ἀπέθαντο
τὸ ἄφησα τελευταίο. Τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα, ὁ Υἱὸς καὶ ἡ ἀναγεννώμενη
Μητέρα, καθηλωμένη ὅμως ἀπὸ τὸ βλέμμα
τῶν ἀντρῶν ποὺ συνάχτηκαν τη νύχτα τῆς ξαγρύπνιας.
Ἀπὸ τὴ συντεχνία
του Αγίου Λουκά οί φίλοι
ποὺ τὴν παράστεκαν ἐνῶ ἐγώ
ἀγκίστρωνα τὴν ψυχή της. Ποιός ήταν ἀπαθής;
To πικρό
κλάμα τῆς Μαρίας
ἀπὸ τὰ Μάγδαλα τό ‘σβησα
κάτω ἀπὸ τὸν λαζουρίτη. Τέλος όχι.
Ἀν τὴν ἔνιωσα
λιγάκι ἀνυπεράσπιστη,
Ἀν τῆς ἔβαλα βέρα, θὰ τὴν
ὁδηγοῦσα ἀργὰ πρὸς τὸν χρυσό
ἀπάνω κάμπο. Αὐτὴ ἦταν ἡ θεογονία μου
Τῆς σταύρωσα
τὰ χέρια στὸν θάλα
τοῦ διαφράγματος, δεόμουν
στὴν ἐκπνοή της. Παλμοὶ ψυχῆς
στὸν διάχυτο ἀέρα ποὺ ἀναπνέαμε μαζί.
Αίφνης
ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί,
γεμίζει ἡ νύχτα χρυσάφι,
τὰ νέφη γεμίζουν ἀποστόλους
ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς – δὲν πρέπει
νὰ ξεχάσω κανέναν. Καὶ μετὰ οἱ συσπάσεις.
Μὲ γαλακτώδη
ύλη το πινέλο μου
ἐπίστρωσε τὴ συλλογική
προσωπογραφία. Οι κινήσεις καὶ
ο χώρος σὲ παραμορφωμένα πρόσωπα
ἀσύλου θα ξανάρθουν. Ίσως ἐκεῖ νὰ ξαναβρῶ τὴ
ζοφερότητα τῆς νήσου τῆς μεγάλης, τῆς πλούσιας.
Βαθύ βιολετί
η φλόγα στα τρία
μονόκηρα. Στο μεσαίο
στη βάση κάπου θὰ ὑπογράψω
μὲ κεφαλαία βυζαντινά Ο ΔΕΙΞΑC
Ο κόσμος
στη μέση. Πρῶτο
πλάνο οἱ μυροφόρες Χάριτες
τοῦ μπρούντζινου κηροπηγίου. Μήπως
κομίζουν γυμνόστηθες τὸν πυρήνα του Αδη;
Λέγω ἀπορροφά
ἡ ἀφήγηση, Δομήνικε,
οἱ ὀγκηρὲς ὀρθὲς μορφὲς τῶν
ἀποστόλων, τὸ ἐπουράνιο ταξίδι
τῶν ψυχῶν εἴτε alla greca ή alla latina –
μιὰ φαινομενικὴ ἁπλότητα.
“Eξω από τη serliana
στήνονται διάλογοι έπους –
κονταρομαχίες μὲ τὰ βάσανα τοῦ ἔρωτα μὲ τὸ αἷμα
τέτοια χορεία! Σκουπίζω τὸν χρωστήρα στὸ ἄσπρο κουρελάκι.
Παλλόμενες μορφές
τοῦ νοῦ οἱ ἄγγελοι προτού
τὰ ὑφάσματα καὶ τὰ φτερὰ ἀπὸ τὸ
βάρος πέσουν καὶ τὸ ἀφηρημένο ἐνσαρκωθεί.
Προφήτες
Ἐπίσκοποι Ἅγιοι,
πράσινο καὶ καστανό
τοῦ μαγγανίου, τὸ βαθυγάλαζο
τοῦ κοβαλτίου, τοῦ πορφυρίτη τὸ ἐρυθρό.
Ακάλεστος πάλι
μὲ τὰ πόδια τεντωμένα
μπροστά, τὰ φτερὰ διπλωμένα
πίσω στὴν πλάτη καὶ τὰ ἁρπακτικά νύχια
διευρυμένα, γραπώνει τὸν ὄφι ὁ χρυσαετός,
Ακούω
φτεροκόπημα
στὸ πύκνωμα χωρίς αέρα.
Ἐν σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἐλπιοῦσιν
Κάτι γλιστρά στη σκιά. Αργὰ φυσῶ τὸ κερί.
Όταν θα μπω στό
ἐνύπνιο, θα ταξιδεύω
στη Γαληνοτάτη ὡς ξένος
προσήλυτος. Θα ξαναβρώ κυπαρίσσια,
ἐλιὲς καὶ τὰ πλατύφυλλα πλατάνια του
Χάνδακα. Αμέσως θὰ ξαναπιάσω τὴ Maddalena,
penitente αὐτὴ τὴ φορά. Θα πίνω μαλβαζία ἀνέρωτη,
Θά γίνω pictor
a cartibus δίπλα στον Τάγο
γιὰ τὰ θαύματα. Καλὲς οἱ συστάσεις.
Φρόντισα τὰ πάντα.
Νὰ τῆς προξενούσαν κακό
τὰ γουβιάσματα τῶν κυμάτων;
Δεκέμβρη τὴν παρέδωσα. Μοῦ ἦρθε ὁ
Ψαριανός μεγαλέμπορας γεμάτος ικμάδα.
Στάθηκε ώρα πολλὴ ἐκεῖ. Έμοιαζε νὰ προσεύχεται.
Επανέλαβε χαμηλόφωνα Η Κοίμησή Της διπλός θάνατος.
Θὰ κόψει μιὰ
τούφα ἀπ’ τὰ μαλλιά μου,
θὰ πλάσει μιὰ μπαλίτσα ἁγιοκέρι,
θὰ τὴν κολλήσει πίσω ἀπ’ τὴν εἰκόνα.
Aκολούθησε
αστραπή, χλιμίντρισμα
ατίθασο τοῦ ἀλόγου, χρύσισαν
τὰ δουκάτα. Πήρε νὰ βρέχει. Έφυγε
εὐχαριστημένος. Φεύγουν ήσυχος.
Τόδε εστί συναλλαγή.
*Από τη συλλογή “Sequentiae”, εκδόσεις Gutenberg, 2021.
Γιώργος Κουτούβελας, Πληθωρισμός
Εκείνος που πηγαίνει στον φούρνο
και μετράει τα κέρματα με
τα δάχτυλα στην τσέπη για
να μην τον δουν
—από ντροπή—
δεν προσπαθεί να βρει το
αντίτιμο του ψωμιού, μονάχα
ξεπληρώνει
το πρόστιμο της φτώχειας του.
Κι η φτώχεια ξέρει καλά από πληθωρισμό.
Όσο ακριβαίνει η ζωή
τόσο φτηναίνουν τα όπλα.
*Από το βιβλίο “Όσο ακριβαίνει η ζωή τόσο φτηναίνουν τα όπλα Ποιήματα 2005-2024”, εκδ. Ενάντια.
Dylan Thomas, Νοστάλγησα να φύγω μακριά
Νοστάλγησα να φύγω μακριά
Απ’ το σφύριγμα του ξοδεμένου ψέματος
Και απ’ της παλιάς φρίκης την ασταμάτητη κραυγή
Που γίνεται όλο και πιο τρομαχτική καθώς η μέρα
Γέρνει πάνω απ’ το λόφο μέσα στη βαθειά θάλασσα
Νοστάλγησα να φύγω μακριά
Από την επανάληψη των αποχαιρετισμών,
Γιατί εκεί είναι φαντάσματα μες τον αγέρα
Και ηχώ στοιχειωμένη στο χαρτί.
Κι ο κεραυνός από επικλήσεις και σημειώσεις.
Νοστάλγησα να φύγω μακριά όμως φοβάμαι·
Κάποια ζωή, αξόδευτη ακόμα, μπορεί να ξεπηδλησει
Απ’ το παλιό ψέμα που καίγεται στο χώμα,
Και τρίζοντας μες τον αγέρα, να μ’ αφήσει μισότυφλο.
Ούτε απ’ της νύχτας τον αρχαίο φόβο
Το χωρισμό του καπέλου απ’ τα μαλλιά,
Χείλια ρυτιδωμένα στο τηλέφωνο
Θα πέσω στου θανάτου το φτερό.
Απ’ όλα αυτά δε θα με νοιάξει να πεθάνω,
Μισός συμβιβασμό μισός ψέμα.
*Μετάφραση: Στέφανος Ροζάνης – Τάσος Πορφύρης.
**Από το βιβλίο “Μεταφράζοντας”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτιοε 2022.
Ηλίας Ν, Μέλιος, Δύο ποιήματα
ΜΕΘΩΝΗ
αχ όμορφε Μωρηά,
αφ’ ότου σ’ άφησα δεν σε ξανάδα πια
κύκλος η ζωή
ηρώων μνήμης και μνήμα συνείδησης
σκούζει σαν τζίτζικας
και ως ο μέρμηγκας κλέβει
καθώς φύλλο δεν κουνιέται
και η ανάσα λειψή καλοκαίρι
ζητιανεύει ζωή – τετράγωνη λογική
με μουσικές χτισμένες σε ήχους αυτοκινήτων
και ψιθύρους παιδιών
παίζει
σπάζει τις πλάκες
της πλατείας στη Μεθώνη
μάς κερνά πετιμέζι
καλαματιανό γλυκό ρακί
λουκούμι και νερό
παίζει
και στη χαρά μας βάζει φτερά
στα πόδια καὶ πετά πάνω απὸ τα κάστρα
προς τις θάλασσες του Μωρηά
*
ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ
της Κ. Τζ.
τα λόγια πνίγηκαν στην ομίχλη
η φωνὴ του ανθρώπου ψάχνει να βρεί
γλώσσα να μιλήσει ἵνα ἐν ώσιν
δεν ακούγεται τίποτα – χαράζει
τα γύρω βουνά τρίκορφα πλημμυρίζουν σιωπή
κινούνται σκιές και χάνονται στα τείχη
στο μοναστήρι των αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ
διωρίδος ὁ ήχος τῆς καμπάνας – οπτασία
μόλις που βλέπω
αφήνομαι στὸ έλεος το νέο ξημέρωμα
*Από τη συλλογή “Αλ-αγωνία”, έκδοση “Δυτικές Ινδίες”, Ιανουάριος 2017.
Σπύρος Μεϊμάρης, Τρία ποιήματα
ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ
Μια πορεία.
Ένα σκοτάδι που κινείται.
Ανακατάταξη.
Φως εκεί που δεν υπάρχει.
Γνωστή φωνή.
Είσοδος στη λόχμη.
Το σόλο μου.
Φτώχεια και κουρέλια.
Περιήγηση.
Έξω από το παράθυρο.
Ακίνητος.
Συγκεντρωμένος.
Το ταξίδι μου στις παλιές γειτονιές.
Τα φθαρμένα ξεχασμένα κτίρια
την αγάπη μου όλη είχαν.
Εκεί που δεν το περίμενα εμφανίστηκαν.
Δεν είχα τίποτε άλλο να ζητήσω,
είχαν όλα θαυμαστά εκπληρωθεί.
Ήλθαν όλα απρόσκλητα.
Τα βιολιά και οι τρομπέτες
σήκωσαν ψηλά τον ουρανό.
Εκείνη η φωνή που λάτρεψα,
τρύπησε την ψυχή μου.
Έσταξε μέλι μέσα της.
29 Ιανουαρίου 2012
*
ΟΛΕΣ ΟΙ ΜΟΡΦΕΣ
Και όλες οι μορφές που εμφανίζονται μαζί σ’ αυτό το έργο
είναι οι συνειδησιακές μορφές του δικού σου έργου,
με τους δικούς σου ηθοποιούς.
Και τα σκυλιά που γαβγίζουν τα βράδια και θα γαβγίζουν
για πάντα στο δικό σου έργο-είναι
τα σκυλιά της συνείδησής σου.
Είναι η ατέλειωτη νύχτα επί το έργον.
6 Νοεμβρίου 2012.
*
ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ
Τα καταφέρνω κάπως νομίζω. Έτσι είναι.
Ξέχασα τα παλιά, ακόμη και πριν από ένα λεπτό.
Θυμάμαι μόνο κάτι στιγμές περιούσιες, στολισμένες.
Ο κόσμος έξω είναι ψεύτικος, αυτό βλέπω.
Με βοηθάνε κάτι περίεργα πράγματα.
Καθισμένος στην παλιά μου καρέκλα ονειρεύομαι.
Κοιτάζω γύρω μου και τι βλέπω;
Όλα τόσο φτωχικά από εσώτερη φλόγα.
Πέρασαν τόσα πολλά που είχαν κάτι πάνω τους.
Υπάρχουν όμως και άσχημες στιγμές.
23 Νοεμβρίου 2015
*Από το βιβλίο “Επίλεκτα ποιήματα και άλλα κείμενα (2012-2022), εκδ. Opportuna, Πάτρα 2023.
Νίκος Σφαμένος, Ο γάτος μου
Δημήτρης Δούκαρης, Limpopo River
Φίλε μου Λιμπόπο με τα καθαρά νερά,
ο ήλιος πολιορκεί, προχωρεί ακάθεκτος,
θέλει να διασχίσει τα μάτια μου,
ο ήλιος θα στεγνώσει και τα μάτια μου·
Ενώ εγώ σχεδίαζα πάντοτε όνειρα,
στο μάθημα της Γεωγραφίας,
πάνω στα γέρικα μεγάλα ποτάμια –
φίλε μου Λιμπόπο με τα καθαρά νερά,
όταν θα πλησιάσεις στη θάλασσα,
θυμήσου εμένα που σε πίστευα,
έπασχα και θρηνούσα στην κοίτη σου,
θυμήσου εμένα που πίστευα ακόμη
μέσα στην έρημο.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα της καλής ελπίδος”, Αθήνα 1963.
Νάνος Βαλαωρίτης-Μάρι Ουίλσον, Το Παλάτι των Ματιών
Δύο ουράνια σώματα σε μικρή απόσταση επιπλέουν όπως μια τεράστια λιβελούλη στο νερό, σε απόσταση ίση, ασταθή και αβέβαιη το ένα από το άλλο. Σχηματίστηκαν «από μια ουσία διάχυτη στο διάστημα, το μέγα Τέλεσμα (2) που όταν παράγει λάμψη ονομάζεται φως. Αυτό το φως είναι κάτοπτρο, κοινό για όλες τις σκέψεις και όλα τα σχήματα, συγκρατεί τις εικόνες της ζωής τις αντανακλάσεις κόσμων παρελθόντων και αντιστοίχως το σκαρίφημα κόσμων επερχομένων».* Είναι η επικράτεια των ματιών, μέσα στην απόλυτη πολλαπλότητά της, εκεί όπου τα πάντα προσλαμβάνονται, όπου τίποτα δε χάνεται, ούτε και καν η υποψία μιας αμφιβολίας. Η πόλωση είναι απόλυτη. Ό,τι γίνεται αντικείμενο παρατήρησης από αυτό το θαυμαστό φαινόμενο, μπορεί να νιώσει μέσα του την εκκίνηση του λεπτεπίλεπτου μηχανισμού που καταγράφει όλα τα βιώματα κατά τη διάρκεια της ζωής, ακόμη και τα πιο φευγαλέα, εδώ, είναι στο Παλάτι των Ματιών. Τα παμφάγα αυτά μάτια, ο αμφιβληστροειδής αυτός του κόσμου, η πρώτη αντανάκλαση του εσωτερικού χώρου, αφομοιώνουν και τα πιο ανομοιογενή πράγματα μέσα στη γαλήνη και την πολυπλοκότητά τους.
(2) Τέλεσμα αποκαλείται στη μυστικιστική φιλοσοφία το φυλαχτό ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο είναι φορέας μαγικής δύναμης και μπορεί να δράσει από μια ορισμένη απόσταση.
*Ελίφας Λέβι: Το Κλειδί των Μεγάλων Μυστηρίων.
**Από το βιβλίο «Γη του Διαμαντιού», (Μάρι Ουίλσον, Δεκαέξι Λιθογραφίες / Νάνος Βαλαωρίτης, Δεκαέξι Κείμενα), εκδόσεις Μανδραγόρας, Δεκέμβριος 2006.
Μαρία Μπουσδέκη, Αντί εισαγωγής
Πρησµένα µάτια.
Φαγούρες.
Καφετιά σηµάδια στο σώµα.
Δαγκωµένα νύχια και σπασµένα µαλλιά.
Κρίσεις ακατανόητες.
Σηµάδια.
Από πληγές.
Όχι απλές.
Από αυτές που τα αφήνουν
Τα σηµάδια.
Αυτά ή άλλα.
Κάποιος είπε µια φορά
“o χρόνος γιατρεύει τις πληγές”.
Βλακείες.
Ποιές πληγές γιατρεύει ο χρόνος;
Ήξερε τι θα πει πληγή καν;
Δεν καταλαβαίνω αυτή τη βλακεία.
Εµένα το σώµα µου µου έµαθε.
Πως οι πληγές κλείνουν
και αναρρώνουν και περνούν.
Ναι.
Αλλά αφήνουν σημάδια.
Όσο βαθύτερη πληγή
τόσο µεγαλύτερο το σημάδι.
Από µικρό παιδί, έτσι.
Έπειτα, ο χρόνος
τρέχει στη χαρά
και κοκκαλώνει στον πόνο
κολλάει σαν τους λεπτοδείκτες σε ρολόϊ με
τελειωμένες μπαταρίες.
Και αν δεν βρεθεί κάποιος να αλλάξει μπαταρίες
ξέρεις, θα συνεχίσει να δείχνει την ίδια ώρα.
Για πάντα.
Η πόλη που περπατάμε χτίστηκε να µας πνίγει.
Να µας γεµίζει
πληγές και σημάδια.
H μάνα κι ο πατέρας;
Η μάνα κι ο πατέρας
λυπάμαι, μα δεν τα κατάφεραν.
Μας έμαθαν στην καταπίεση και στην τοξικότητα.
Εθιστήκαμε κι εμείς στο τέλος.
Μεγαλώσαμε σε σπίτια κλουβιά.
Και, ξέρεις, δεν φταίει µόνο η µάνα κι ο πατέρας.
Τα σπίτια χτίστηκαν για να είναι κλουβιά.
Και δεν µας χώρεσε ο τόπος.
Δεν μας χώρεσε ο τόπος.
Και βγήκαμε έξω να σπείρουµε τη Ζωή.
Και βρήκαμε κι άλλους. Σαν κι εμάς.
Συνέχισαν να μας πολεμούν και να μας τους παίρνουν
από κοντά μας.
Να αυτό ήταν κάπως δύσκολο,
ήρθαν οι κανίβαλοι και μας κάρφωσαν ένα μαχαίρι στα
σημάδια από τις παλιές πληγές.
Αυτό πόνεσε πολύ.
Αλλά εντάξει, έμαθες πια.
Από κάθε μάχη σου έμειναν δυο πράγματα
Άνθρωποι και καταφύγια.
Είναι κάτι.
Οι πληγές έκλεισαν πάλι αλλά τα σημάδια που έμειναν
είναι πια πιο μεγάλα από πριν.
Αλλά δε μάσησες.
Πάλεψες να ζήσεις.
Αυτό το κατάφερες.
Λες και είναι λίγο.
Ή απλό.
Και τώρα παλεύεις για να ζήσεις µε τα σηµάδια.
Κι αυτο θα το καταφέρεις.
Έτσι πιστεύω.
Σου αρέσουν οι αγκαλιές πολύ.
Θα αγκαλιάσεις και τα σημάδια σου.
Μόνο να, µια αρχή είναι να τα µοιραστείς.
Μέσα από αυτές τις λέξεις
εμείς βρήκαμε τον τρόπο
να σκάψουμε βαθιά
μέσα μας.
Και μέσα στους γύρω μας.
Είναι κάτι.
Και είναι κάτι πολύ, εδώ που τα λέμε.
Σε αυτές εδώ τις λέξεις
βρίσκαμε εμείς πάντα διεξόδους.
Κάποτε από τα ίδια μας τα σπίτια
σήμερα από αυτόν τον κόσμο
που μας γεμίζει σημάδια
και εδώ που τα λέμε
μοιάζει με εκείνα τα σπίτια.
Ή μάλλον το ανάποδο.
Και λέω “εμείς”
γιατί όσο τις μοιράζεσαι, θα το δείς πως είναι κι
άλλοι.
*Από την υπό έκδοση συλλογή “σημάδια”, εκδ. Δυσήνιος Τύπος, Πάτρα.










