Έφη Καλογεροπούλου, Χρόνος αόριστος

Κανένα νόημα
θα μπορούσε
αλλά δεν
ό,τι δεν
δεν θα

Έμεινε μόνο ένα μούδιασμα στα πέλματα
μια μισοτελειωμένη κίνηση που άδειασε από αίμα
και λέξεις αμήχανες να αιωρούνται
πάνω από διάφανο κενό
που το παρέσυρε παράξενος αέρας.
Ύστερα έγιναν λάβα
παγωμένη
τα εύφλεκτα υλικά τους ξεχάστηκαν
αφέθηκαν σε μια αιώνια στοχαστικότητα
παγιδεύοντας στην ανάσα τους κάθε σφυγμό ζωής
η μικρή πολυτέλεια της ακινησίας
έθρεψε κάθε τους κίνηση

Η θερμοκρασία έπεσε. Το ξέρω

Ο αόριστος χρόνος αιμορραγεί
και διαλύεται στο υγρό χειρόγραφο της μέρας
ό,τι δίνει ζωή στο άγραφο επιστρέφει
από τον κόσμο της σιωπής και μας χρεώνει
Μοιάζει τότε επιστροφή η αναχώρηση
και αρχή ξανά το τέλος

*Από τη συλλογή “Χάρτης Ναυαγίων”, Εκδόσεις Μετρονόμος, 2017.

Ασημίνα Κ. Λαμπράκου, Το τελευταίο ταξίδι

Τάσος, Η πείνα (χαρακτικό)

Άνοιξης μυρωδιές οσμίζομαι
να με συνοδεύουν
στο τελευταίο μου διάβα επί της γης
Τελευταίο και το Φθινόπωρο αυτό
Ξεθωριάζει ανάμεσα σε
ανθισμένες γαρδένιες
κυκλάμινα
γιασεμιά
και πασχαλιές ακόμα
Παράδεισος θαρρείς
Γιατί τέτοιος είναι η άνοιξη νομίζω
Αιώνες γεννημένη πριν
στο τέλος τους πεθαίνω
Εγώ που μόνη σπουδή είχα τη ζωή
Έμβρυο όπως ήμουν
δύσκολα θυμάμαι
τον θόρυβο και την αίσθηση
του εργαλείου εκείνου
π’ απ’ τη μάνα μου μ’ απόκοβε
όμοια αν είναι
με τούτο το ξερό
παγωμένο και στριγκό κροτάλισμα
του φέρετρου που
μ’ οδηγό σκοινιά
στη χωμάτινη με οδηγεί μήτρα
Μια φορά αποκόπηκα
άλλη ετούτη
Μάνες μου κι οι δυο
Εκείνη που με γέννησε
κι αυτή που
τώρα με σηκώνει
Για σένα μόνο νοιάζομαι
έτσι που μονάχη στέκεσαι
καθώς ήμουν -και χειρότερα- εγώ
τη δική μου μάνα αποχαιρετώντας
Μια ομφαλοκόπηκες
κι άλλη σκληρότερη αυτή
Ε, εσείς
Μην κλαίτε
Μόνο σκεπάστε με
όπως συνηθίζεται
να μην κρυώνω
ούτε το φως να βλέπω
και πεθυμιές μου έρχονται
πίσω για να γυρίσω
Γιατί
μήνυμα κρατώ
γι’ όποιους προηγήθηκαν
Συνήθειο κι αυτό
οφείλω να το κάμω
Σημάδια από μένανε μην περιμένετε
αν υπάρχει και πώς
η απέναντι μεριά είναι
να σας στείλω
Την έκπληξη δε θα χαλάσω
και την προσμονή
Νάχει πάντα ο άνθρωπος
κάτι να προσδοκά
και να φοβάται πρέπει
Σαν ο καιρός του καθενός φτάσει
μονάχος τη γνώμη του θα φτιάξει
Μην κλαίτε
μόνον ετούτη συντροφεύσετε
στο πιο σκληρό της μοίρας ομφαλοκόψιμο
και
πριν τα δέοντα αρχινήσετε
ώστε το πρωτόκολλο να τηρηθεί
για το καλό της φύσης και τη συνέχεια
αφήστε με
μέσα μου να κρατήσω
αυτές τις μυρωδιές
απ’ τ’ ανθισμένα τριαντάφυλλα
τα γιασεμιά και τις γαζίες
Άνοιξη το τέλος μου.

(2009)
*Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή “Οι απέναντι” (2012). Εδώ, αναδημοσιεύεται με κάποιες αλλαγές.

Χάρις Κοντού, Δύο ποιήματα

Μπιλάλ

Ο Μπιλάλ
Είναι ο έρωτας μιας Παλαιστίνιας
Ζει με τις παιώνιες στο παράθυρο
Για την ακρίβεια:
Εφευρίσκει παιώνιες σε κάθε παράθυρο.
Ο Μπιλάλ δεν διαβάζει
Ούτε γράφει.
Τα γράμματά του ντρέπονται.
Χάνονται οι λίγες λέξεις.
Μέσα στο στόμα του.
Όλες οι λέξεις του Μπιλάλ
Είναι το όνομά του.
Αυτό αρκεί.

*

Φαρζάντ

Ο Φαρζάντ είναι ένας έφηβος
Που ντρέπεται πολύ.
Έχει μια ήσυχη, αντρική καρδιά,
Τα κορίτσια τον πειράζουν
Κι εκείνος ενοχλεί τον θεό
Ζητώντας του ένα απ’ αυτά.
Όλα τα κορίτσια
Είναι για τον Φαρζάντ
Αεικίνητες ανθοστήλες.
Ο Φαρζάντ είναι ο μπελάς του θεού
Και το χαλίκι του έρωτα.
Μέσα στον καταυλισμό
Βγάζει τη γλώσσα στον θάνατο.

*Από τη συλλογή “Οι καρδιές των ζώων”, Εκδόσεις Ενύπνιο, Αθήνα 2022.

Erich Fried, Τρία ποιήματα

ΝΥΧΤΑ

Την νύχτα
οι όρκοι χορεύουν
μ’ ανήμερες γάτες

Ό,τι απομένει
το καταβροχθίζουν τα ψάρια
το ξημέρωμα

Η νύχτα εγγράφεται
μέσα σ’ όλες τις άλλες νύχτες
η νύχτα υπεργράφεται
πάνω απ’ όλες τις άλλες νύχτες
Η αγάπη είναι αλλιώς

Η νύχτα είναι τόσο μεγάλη
όσο μακραίνει
Η νύχτα είναι τόσο σύντομη
όσο βαθαίνει
Η ζωή είναι αλλιώς

*

ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ

Πρώτα ο ήλιος
μετά μια μύγα
ίσως ένα ποντίκι
μετά όσο το δυνατόν
περισσότεροι άνθρωποι
μετά πάλι ο χρόνος

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΒΑΖΑΝ ΤΙΣ ΦΩΤΙΕΣ

Εσύ τι έκανες;
Τους
άφησα να φωνάζουν

Οι άλλοι τι έκαναν;
Τους
βούλωσαν το στόμα

Τι φώναζαν;
Φώναζαν
για βοήθεια

Βοήθεια για ποιον;
Κάποιες φορές πιστεύω
για μένα

*Από τη συλλογή “κόβοντας με τα δόντια το κεφάλι της ποίησης”, Εκδόσεις Ενύπνιο, Αθήνα 2024. Μετάφραση: Γιώργος Λίλλης – Άκης Παραφέλας.

Χρίστος Κινάνι, Πέντε ποιήματα

KINTSUGI

Η συνάντηση·
Το παιχνίδι·
Το σμίξιμο·
-Χύτευση χρυσού
Σε χρονίζουσα ουλή-
κι έπειτα,
-μεταμόρφωση-
αυτή η διακριτική λάμψη
στο βλέμμα.

*

ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ

Ένα αστεροσκοπείο πήρε Φωτιά.

Κάποια ουράνια Σώματα μπορούνε
τώρα να αγαπιούνται πιο ιδιωτικά.

Χορεύουν.

Ο Χορός τους μεταξένιος.

Είναι Σοβαρό.

*

ΠΛΕΧΤΟ

Μία λεπτή κλωστή

-Ραμμένα είναι
τα ακροδάχτυλά μου
στα γόνατά σου-

που όλο και κονταίνει·

(πόσες ακόμα
αυτόνομες βελονιές
Ανάμεσα στις υποδιαιρέσεις
του σώματός μας;)

*

ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ

Τελευταία μεταλλική
εκπνοή·
Άνοιγμα βλεφάρων·
Στερνή αποσύνδεση του
στέρνου·
Αλάμπρα και Σιέρα Νεβάδα·

*

ΕΛΕΓΟΣ

Σκέφτομαι το τώρα
που τρεμοσβήνεις.

Τ ώ ρ α
που σήπεσαι στο υπέδαφος.

Τ ώ ρ α
που λείπεις.

Τι θα κάνω;
-Το μέλλον φέρει μέσα του κάτι από υστερία-

Κάποτε:
Ψωμί με βούτυρο και ζάχαρη στην παράγκα.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Κάπα Εκδοτική, Φεβρουάριος 2024.

Nikola Madžirov, Τέσσερα ποιήματα

Δεν ξέρω

Μακριά είναι όλα τα σπίτια που ονειρεύομαι,
από μακριά ακούγεται η φωνή της μητέρας μου
που με καλεί για βραδινό, όμως εγώ τρέχω στα σιτοχώραφα.
Είμαστε μακριά όπως η μπάλα που αστοχεί στο τέρμα
και κατευθύνεται στον ουρανό, είμαστε ζωντανοί
σαν το θερμόμετρο που είναι ακριβές μόνο όταν
το κοιτάζουμε.
Η μακρινή πραγματικότητα με ρωτά κάθε μέρα
όπως ο άγνωστος ταξιδιώτης που με ξυπνά στη μέση της διαδρομής
λέγοντας Αυτό είναι το σωστό λεωφορείο;
και απαντώ Ναι, αλλά εννοώ Δεν ξέρω,
δεν ξέρω τις πόλεις των παππούδων σου
που θέλουν ν’ αφήσουν πίσω όσες αρρώστιες ανακαλύφθηκαν
και τις θεραπείες που φτιάχτηκαν με υπομονή.
Ονειρεύομαι ένα σπίτι στον λόφο των επιθυμιών μας,
από όπου θα βλέπω τα κύματα της θάλασσας να αποτραβιούνται
το καρδιογράφημα των πτώσεων και των ερώτων μας,
τους ανθρώπους που πιστεύουν για να μη βουλιάξουν
και βαδίζουν για να μην ξεχαστούν.
Μακριά είναι όσες καλύβες μάς προστάτεψαν από την καταιγίδα
και από την οδύνη της ελαφίνας όταν πέθαινε μπροστά στα μάτια
των κυνηγών
που ένιωθαν περισσότερο μοναξιά παρά πείνα.
Η μακρινή στιγμή που η κάθε μέρα με ρωτά
Αυτό είναι το παράθυρο; Αυτή είναι η ζωή; και απαντώ
Ναι, αλλά εννοώ Δεν ξέρω, δεν ξέρω αν
τα πουλιά θ’ αρχίσουν να μιλούν, δίχως να προφέρουν τη λέξη Πόλεμος.

*
 
Είναι ταχύς ο αιώνας

Είναι ταχύς ο αιώνας. Αν ήμουν άνεμος
θα είχα ξεφλουδίσει τον φλοιό των δέντρων
και τις προσόψεις των κτιρίων στις παρυφές.
Αν ήμουν χρυσός, θα με είχαν κρύψει σε κελάρια,
στο εύθρυπτο χώμα και ανάμεσα σε σπασμένα παιχνίδια,
θα με είχαν ξεχάσει οι πατέρες,
και οι γιοι τους θα με θυμούνταν για πάντα.
Αν ήμουν σκύλος, δεν θα φοβόμουν τους
πρόσφυγες, αν ήμουν φεγγάρι
δεν θα έτρεμα τις εκτελέσεις.
Αν ήμουν ρολόι τοίχου
θα είχα καλύψει τις ρωγμές στον τοίχο.
Είναι ταχύς ο αιώνας. Επιβιώνουμε μετά από ασθενείς σεισμούς
κοιτάζοντας στον ουρανό, όχι στο χώμα.
Ανοίγουμε τα παράθυρα για να μπει ο αέρας
των τόπων που δεν επισκεφθήκαμε ποτέ.
Πόλεμοι δεν υπάρχουν,
αφού κάποιος πληγώνει την καρδιά μας κάθε μέρα.
Είναι ταχύς ο αιώνας.
Ταχύτερος από τον λόγο.
Αν ήμουν νεκρός, θα με πίστευαν όλοι
τότε που σιωπούσα.

*
 
Μετά από εμάς

Μια μέρα κάποιος θα διπλώσει τις κουβέρτες μας
και θα τις στείλει στο καθαριστήριο
για να αφαιρεθεί κι ο τελευταίος κόκκος αλατιού από πάνω τους,
θα ανοίξει τα γράμματά μας και θα τα χωρίσει σύμφωνα
με την ημερομηνία
όχι ανάλογα με τη συχνότητα που διαβάστηκαν.
Μια μέρα κάποιος θα αλλάξει τη θέση των επίπλων στο δωμάτιο
όπως τα πιόνια στην αρχή μιας νέας παρτίδας,
θα ανοίξει το παλιό κουτί παπουτσιών
όπου φυλάμε κουμπιά από πυτζάμες,
ξελιγωμένες μπαταρίες και πείνα.
Μια μέρα θα επιστρέψει ο πόνος στην πλάτη μας
από το βάρος των κλειδιών του ξενοδοχείου
και την καχυποψία του ρεσεψιονίστ
όταν παραδίδει το κοντρόλ της τηλεόρασης.
Ο οίκτος των άλλων θα αρχίσει να μας κυνηγά
όπως το φεγγάρι κυνηγά ένα περιπλανώμενο παιδί.

*
 
Είδα όνειρα
Είδα όνειρα που κανένας δεν θυμάται
και ανθρώπους που θρηνούσαν σε λάθος μνήματα.
Είδα αγκαλιές σε ένα αεροπλάνο που έπεφτε
και δρόμους με αρτηρίες ανοιχτές.
Είδα ηφαίστεια που κοιμήθηκαν περισσότερο
από τις ρίζες του οικογενειακού δέντρου
κι ένα παιδί που δεν φοβάται τη βροχή.
Μόνο εμένα δεν είδε κανείς,
μόνο εμένα δεν είδε κανείς.

*Από το βιβλίο “Nikola Madžirov, Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”, Εκδόσεις Θράκα, , 2024. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα.

Κατερίνα Φλωρά, Κάπου στη λήθη

Χαμένη στα άδυτα του χρόνου η ορμή
που παντοδυναμία έδινε στα όνειρά μας
Κοπιώδης τώρα η επαναφορά του άπιαστου υλικού της αρχής μας
στη μέση εδώ ξεθωριασμένο αντίγραφο
Σαν αφουγκραστούμε τον πόνο και τα δάκρυα των μακρινών μας άλλων
μεμιάς θολώνει η σταγόνα στου ονείρου την εικόνα

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Βροχή

Τρελή σταγόνα μ’ αγκυροβόλιο ανέμων
γαργαλάς υπόκωφα το τζάμι μου
σαν μια μαριονέτα φυλλοβόλων ήχων

η αράχνη ζαλίστηκε και άφησε τη γεωμετρία της
στο δωμάτιο σίγησαν οι λαλίστατες […απροσδι-]αοριστίες
κι όλος ο βόμβος της φύσης σου έτσουξε

ως μέσα
τα ριζά και τα κράσπεδα
το σώμα μου χορτάριασε σε μια παλίνδρομη ρωγμή

όλη η πλημμυρίδα του χαλάρωσε τους αρμούς/-φρους
και στο κρεβάτι τώρα λιωμένο –σχεδόν θανατερό
οργάζεται με αναφιλητά και υγρόληκτους κοπετούς:

λάθρα
μου
αίσθηση

ρητίνη
του
πάθους

μου
πυρ-
-ρέουσα

Θεώνη Κοτίνη, Δύο ποιήματα

Λέξεις

Αγραπιδιές στο λόγγο
γκορτσιές και θεριστάπιδα
γλυκές καμπάνες κίτρινου
βαθύλαλες στη γεύση.

Μια χούφτα λέξεις η παιδική σου ηλικία
ένα ιδίωμα εύοσμο που εκρύγνηται
όταν ανοίγεις τα παράθυρα
σ’ εκείνο το παλιό σου σπίτι και ακούς
βραχνό το γέλιο του πατέρα
με τη μαγκούρα φτάνοντας στο χρίσμα του δάσους
σεβάσμιες ελιές να τον πηγαίνουν
σ’ αυγούλα αρχαγγελική
με ποτισμένο πέρα το χορτάρι ν’ αναπνέει
βρεγμένο βέλασμα αμνού,
ξεκούρδιστο της μνήμης κουδουνάκι.

*

Από ψηλά

Κάτω η θάλασσα
θηλάζει
βρέφη κυμάτων,
μόλις έναρθρα,
μικρές στην άπνοια συλλαβές,
Εγκάρδια όλη.

Και ρίχνεσαι
σε μια αρχαία συμμαχία
βουτώντας
άφωνο στήθος στο νερό
βαθύ κορμί. Ρωτώντας

Τι να ‘ναι αυτό το βάπτισμα,
ετούτος ο καθρέφτης τι βαστά;

*Από τη συλλογή “με το σώμα”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2024.

Ευαγγελία Τάτση, Τρία ποιήματα

Άνεμε
ποιος άνεμος είσαι συ
που φυσάς τις ανάσες μέσα μου;
Ορμάς αόρατος και νιώθω τη ζωή στην τραχεία
ανθίζεις στους βρόγχους
και κατακλύζεις τις κυψελίδες
εισπνέω και ξαναεισπνέω
και συστέλλομαι.
Είμαι το παιδί που τρέχει πίσω απ’ τη σαπουνόφουσκα
είμαι μικρή, μικρότερη
μέσα στη φυσαλίδα του χρόνου που διαστέλλεται
από την απουσία που εκπνέω.

Εγώ, όχι Γαλήνη και Μύρα
όχι Πόντος και Πόρος
όχι Θάλασσα
σε σένα, τον αληγή, τον αντιαληγή
τον αναβάτη και τον καταβάτη
στέλνω γράμματα.
Προς όλα τα γνωστά σου ονόματα.

*

[Τα τραγούδια]

Θα πω για τον Στράτο.
Έπαιζα τα ραδιοφωνάκια στα συνεργεία
στα καφενεία με τ’ απλωμένα χταπόδια
τα τραγούδια του.
Η μάνα μου τ’ άπλωνε στην αυλή
παρέα με την μπουγάδα.

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
ο κερδισμένος στα χαρτιά
μας ξεσήκωσε για τη Νεράιδα.

Ο Στράτος ίδιος όπως στα εξώφυλλα.
Γαρδένιες και σπασμένα πιάτα ανάμεσα στα τραγούδια
Και τα τραγούδια έγιναν άλλα.
Τα τραγούδια ήταν δυο.
Όσα αγαπούσα ήταν ρεφενέ
μα στη Νεράιδα
πλήρωνε ο καθένας τα δικά του.

*

[Ορφικό]

Για να σ’ ερωτευτώ
έγραψα ένα ποίημα μαύρο δάσος
κι εκεί σ’ έβαλα
εκεί να με μαγέψει η κιθάρα σου για να ‘ρθω
κι έπειτα τα μαλλιά σου να μυρίσω
έπειτα η νύχτα
με τα είκοσί της δάχτυλα
να ψηλαφίσει τη σιωπή του κόσμου.

Μα να σε βρω ποτέ μου δεν κατάφερα
με καταβρόχθισε τ’ αχόρταγο το ποίημα.
Μέσα στον Άδη του ξανά το ίδιο ποίημα
και ξανά να γράφω.

*Από τη συλλογή “θα γίνουν ΟΛΑ με τα μάτια ΑΝΟΙΧΤΑ”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2024.