Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

Τους

Τους άρεσαν οι γυναίκες
με σγουρά μαλλιά
που βίαζαν τα μάτια
σε σκοτεινά δωμάτια
μαλακές ψυχές
ή οι άλλες
που καθρεφτίζονταν
σε τσιμεντένιες ταράτσες
όπως εγώ

*

Το queer φίλοι

Το καταπίεζε μέσα
στην οχλαγωγία
βασικό να το κρύψει
βυθίστηκε βαθιά
ανέτειλε σαν δάσος
πόσο λάθος χτένιζε
συμπλέγματα αιώνων
Άσε το σώμα
να γευτεί όποια χολή
επιθυμεί

*

Κουτσό

Στον Κόζιακα
η αγάπη μου
μακραίνει τα μαλλιά της
τα βράδια του καλοκαιριού
φτεροκοπάει στην Ασπροπόταμο
χίλια γραφτά χίλια γραμμένα
στην όχθη του
η αγάπη μου

*Από την συλλογή “στόμα”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΣΚΕΨΗ
(Χετζάζ μανές)

Όταν τα βράδια σου ρεμβάζεις
κάποιος θα βρεθεί
να χωθεί στο πηχτό σκοτάδι
Παίρνοντας το σχήμα αυτό που αγαπάς
και που κάποτε θα σε προδώσει
σαν την ξανθιά την τούφα
των μαλλιών του άτυχου Τζον Κιτς
που ονειρικά ανέμιζε στον ήλιο
μα πέθανε από φυματίωση αυτός
Το παθαίνουν μερικοί προπαντός ρομαντικοί
από έρωτα ή βήχα να πονούνε
αυτά τα δύο που κάθονται το ένα πλάι στ’ άλλο στα πλευρά
Όπως κορμιά σικελιανών πολεμιστών που αδρά κι
αρματωμένα
Σε τάφο αρχαίο πρωτάνοιχτο κοιτάς τα ακέραια στην αρχή
κι ως τα κοιτάς σιγά-σιγά βουλιάζουνε χαμένα
Όπως ο ορίζοντας όσο
και αν κρατάς την πόρτα σου κλειστή.

*

ΦΟΥΡΙΑ ΣΤ’ ΑΠΑΤΗΤΑ ΒΟΥΝΑ
(Τα γιούργια)

Με τον καιρό
οι συλλαβές που λένε τα ονόματα
Παλιώνουν
Εν συνεχεία
Γκρεμίζονται
Όπως γκρεμίζονται τα γήινα
Στο νόμο της βαρύτητας
και τέλος
Μόνο η ηχώ ξεφεύγει από τον όλεθρο
Ασίγαστη αυτή πολυλογού επιμένει – Γιούργια
πάνω στη χλόη
Φούρια στ’ απάτητα βουνά
Πετάει σαν γύφτος το σκεπάρνι
Τα κλαρίνα πιάνει

Σήκω καημένε Κωνσταντή-η-η-η
Το τσούζει απόψε η ψύχρα.

*Από τη συλλογή “Συρτός στα τρία”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2023.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

ΜΟΝΑΧΑ ΔΕΡΜΑ

Ετούτη η πόλη στέκει ορθάνοιχτο στόμα
στους δρόμους της φυτρώνουν φύκια
πλεγμένα από τα χέρια των παιδιών
κι ένας άνεμος τα κρατά πετρωμένα στο χώμα.

Τα βλέπεις μάτια φυλακή
να στέκουν μαύρα
να ορθώνουν τη ράχη στο πέρασμα του ήλιου
να χάσκουν.

Ορδές ξεκομμένες απ’ τον πόθο
δίχως σφραγίδα στη ματιά
μονάχα δέρμα.

*

ΤΑ ΒΑΜΒΑΚΙ

Στην Βιρτζίνια Γουλφ

Είναι το ποίημα μια σπείρα
στροβιλίζεται αέναα στο στέρνο του βυθού
κι η θάλασσα σεντόνι ασημένιο
σκεπάζει το μέταλλο που λάμπει.

Ο ποιητής απλώνει το χέρι
να σχίσει το βαμβάκι
που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων
καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια του.

*

ΚΥΜΑ

Κύμα που απλώνεις δίχτυα τρύπια
στη θάλασσα του ύπνου
σαλεύεις τη μιλιά σου στα χέρια μου
την αλείφεις στις σκάλες του νου που ξέμεινε
υγρό τρεμουλιαστό
φεγγίτης γκρίζου.
Μια γρίλια στρογγυλεύει στο μάτι του καπνού
κι εγώ ολάνθιστη απ’ αστραπές
που παγώνουν το κορμί μου
αυτό το κορμί που δεν όρισα
μια φυλακή
πλεγμένη στα ορυκτά γρανάζια του γκρεμνού
που σχίζει στα δύο
το ασάλευτη βλέμμα.

*Από τη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”, Εκδόσεις Βακχικόν, Οκτώβριος 2018.

Μάρκος Μέσκος, Πρωινή αγορά

Όταν πάνω του κλείσουν οι ουρανοί για πάντα
απώθησε ελαφρά τα σύννεφα σκούπισε τα δάκρυα της Πούλιας
-κάθε πλάσμα επιθυμεί να γείρει στο άλλο
άρκτος αγαπημένη τρυφερέ μου λύκε, νυφίτσα πελαργέ
χελιδόνι εαρινό και στρουθί στον αέρα – αντίο!

Του αθώου αλυσοδεμένου στην αγορά
από ποιο θηρίο η φωνή κλεμμένη;

Νόα Τίνσελ, [Middle-class drag]

Νόα Τίνσελ, [Middle-class drag]

Ι.
Πόλη χωρίς βραδινά αστικά
Κοινοτικό κολλέγιο και βρέχει
Χρησιμοποιείς τη λέξη φτωχός και στη διορθώνουν
Κι εσύ εξακολουθείς να την ψάχνεις στα συνέδρια
Από όπου σε περιμένουν οι δικοί σου να γυρίσεις
Για να σε πουν προδότη
Ή να γελάσουν με τους νέους τρόπους σου

ΙΙ.
Όπως όταν σε ρωτούσαν οι συμφοιτητές στη δημιουργική γραφή
Αν απέδωσαν σωστά τη φτώχεια
Ή όταν περνούσες
Ιδρωμένη από τη δουλειά
Μέσα στα αρωματισμένα σώματά τους
Που δεν ήξεραν τι να κάνουν μαζί σου
Και σπρώχνονταν
Και η καθηγήτρια σε επαινούσε που υπήρχες

ΙΙΙ.
Μόλις τελειώνει με τους στίχους μου
Με καλεί και κλαίει
Στον διάδρομο της ογκολογικής
Σκέφτομαι: το μωρό μου
Πονάει παραπάνω και από μένα
Μου λέει: εσύ γράφεις για σπουδαία
Ενώ τα δικά μου είναι
-ξέρεις-
Αλλά εσύ είσαι τυχερή
Ο αδερφός σου θα πεθάνει
Ο μπαμπάς σου έχει εξαφανιστεί
-ακριβώς όπως σε ταινία-
Θα χάσεις το σπίτι σου από δάνεια
Είσαι άνεργη
Πίνεις
Έχεις περάσει ανορεξία
Ε, και καταλαβαίνεις πώς το λέω

Είναι άδικο

ΙV.
Μου κόβουν το ρεύμα
Και θα χάσω το ΚΕΑ
Γράφει- δίπλα μου εσύ
Με το μιλκσέηκ
Θέλεις να φιληθούμε τρυφερά
Χαμογελάω στις φίλες σου
Σκέφτομαι τις δικές μου
Μου λείπουν τρομερά
Σε βγάζω ασπροπρόσωπη
Περνάω κι απόψε ως μία της τάξης σας

V.
[Υπότροφος]

Στην κατώτατη εισοδηματική κλίμακα
Λαμπρό μυαλό
Επιδεικνύω καινοτομία σκέψης
Συντάσσω κειμενάκια στους σωτήρες μου
Σε κελιά 3.000 χαρακτήρων στριμώχνω τη ζωή μου
Θέλουν να δουν πόσο υπέφερα
Γυαλιστερό δολωματάκι
Ιστορία μεταμόρφωσης
Το δραματικότερο promo ever

*
Φοράω τα καλά μου

Κι ευχαριστώ τους sugar daddies μου
Με την πείνα της πουτάνας όταν της τα σκας

VI.

Είμαι το et.al.
Στο έργο του σπουδαίου ερευνητή
Που καταχειροκροτείται

*Από τη συλλογή “μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, εκδόσεις θράκα, 2023.

Ευαγγελία Τάτση, Του παρελθόντος

[Το σπίτι]

Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι που ήταν δυο σπίτια.
Ένα κατώτερο κι ένα ανώτερο.
Ένα σπίτι που ήταν
κι ένα σπίτι που ήθελε να γίνει.
Η μισή στέγη με κεραμίδια
η άλλη μισή με τσιμεντένια πλάκα.

Η μια είσοδος υπερυψωμένη
με τρία σκαλοπάτια μάρμαρο, μωσαϊκό στη βεράντα.
Η άλλη, παραδομένη στα νερά της βροχής σε κάθε καταιγίδα
έβλεπε την αυλή να χαράζει τα γόνατα.
Οι μισοί τοίχοι ασοβάτιστοι και ασβεστωμένοι
οι άλλοι μισοί σε χρώμα πλαστικό φυστικί
με στάμπες λουλουδάκια.

Σκέφτομαι τώρα πως οι γονείς μου
δεν άντεχαν τους χωρισμούς.
Πως σ’ αυτήν την καινούρια γειτονιά
έχτισαν ένα σπίτι για να ζήσουν
κι ένα για να θυμούνται.

[Οικοδόμοι και άλλα]

Σε δέκα οικογένειες εφτά οικοδόμοι
δύο ιδιωτικοί υπάλληλοι
κι ένας χαφιές
που δεν θυμάμαι τη δουλειά του.

Κανείς δεν μπορεί να χωρίσει
απ’ αυτό που είναι, παρά μόνο
απ’ αυτό που δεν είναι.

Άλλο οικοδόμος, άλλο εργολάβος.
Απ’ όσους το κατάλαβαν
οι μισοί έγιναν κατασκευαστές.
Κάπως έτσι χώρισαν όλα
τα σπίτια, οι γειτονιές, η πατρίδα ξανά.
Σε μας έμειναν τα καρπούζια ολόκληρα
τα καφάσια με τις μπίρες,
οι καρέκλες στα πεζοδρόμια
στα πλατύσκαλα μοιρασμένες
και δίπλα στις εξώπορτες, το ένα κοινόχρηστο τηλέφωνο
η μια μοναδική τηλεόραση.

Καθένας χρεώνεται τα δικά του
έμαθα αργότερα.
Εύκολος τρόπος να ξεχωρίζω
αυτό που δεν είμαι.

[Τα τραγούδια]

Θα πω για τον Στράτο.
Έπαιζαν τα ραδιοφωνάκια στα συνεργεία
στα καφενεία με τ’ απλωμένα χταπόδια
τα τραγούδια του.
Η μάνα μου τ’ άπλωνε στην αυλή
παρέα με την μπουγάδα.
Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
ο κερδισμένος στα χαρτιά
μας ξεσήκωσε για τη Νεράιδα.
Ο Στράτος ίδιος όπως στα εξώφυλλα.
Γαρδένιες και σπασμένα πιάτα ανάμεσα στα τραγούδια
Και τα τραγούδια έγιναν άλλα.
Τα τραγούδια ήταν δυο.
Όσα αγαπούσα ήταν ρεφενέ
μα στη Νεράιδα
πλήρωνε ο καθένας τα δικά του.

*Από τη συλλογή “Θα γίνουν όλα με τα μάτια ανοιχτά”, Εκδόσεις Βακχικόν, Ιούλιος 2024.

Γιάννης Στρούμπας, Δύο ποιήματα

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΣΥΜΠΑΝ
Της σήραγγας
η μαύρη τρύπα με ρουφά.
Μεταφορά ενέργειας.
Δεν ξέρω αν θα λιώσω
ή αν εξέλθω ζωντανός
σε σύμπαντα παράλληλα.

Ξανά στο φως.
Ξανά
στο ίδιο άγχος της πηχτής,
απόκοσμης ροής,
ξένης ροής
παράλληλων σωμάτων.

Είναι σαφές. Υπάρχουν
κι άλλα σύμπαντα.
Επακριβώς παράλληλα.

*

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΦΩΛΙΑ

Παρακαλούνται οι επιβάτες
μέχρι την ολοκλήρωση της συντήρησης
στις πυροσβεστικές φωλιές
να αποφεύγουν
σφιχτούς εναγκαλισμούς,
ασπασμούς γαλλικούς,
σπινθήρες πυρερωτικής φωλιάς.
Κίνδυνος πυρκαγιάς.

Nikola Madžirov, Δύο ποιήματα

Πατρίδα
 
Ζούσα στις παρυφές της πόλης
σαν φανοστάτης που τη λάμπα του
κανείς δεν αλλάζει.
Ιστοί αράχνης συγκρατούσαν τους τοίχους,
και ο ιδρώτας τα σφιχτοπλεγμένα χέρια μας.
Έκρυβα το αρκουδάκι μου
σε εσοχές χοντροφτιαγμένων πετρότοιχων
κι έτσι το έσωζα από τα όνειρα.
Μέρα νύχτα ζωντάνευα το κατώφλι
επιστρέφοντας σαν μέλισσα που
πάντα επιστρέφει στο προηγούμενο λουλούδι.
Ήταν καιρός ειρήνης όταν έφυγα από την πατρίδα:
το δαγκωμένο μήλο δεν είχε μαυρίσει,
στο γραμματόσημο ένα παλιό ερημωμένο σπίτι.
Από γεννησιμιού μου μεταναστεύω σε γαλήνια μέρη
και τα κενά κολλημένα κάτω απ’ τα πόδια μου
όπως το χιόνι που δεν γνωρίζει αν ανήκει
στη γη ή στον αέρα.

*
 
Σκιές μάς προσπερνούν

Θα συναντηθούμε μια μέρα,
όπως ένα χάρτινο καραβάκι και
ένα καρπούζι που παγώνει στο ποτάμι.
Η αγωνία του κόσμου θα
μας συντροφεύει. Οι παλάμες μας
θα κρύβουν τον ήλιο και θα
πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο κρατώντας φανάρια.
Μια μέρα, ο άνεμος δεν
θα αλλάζει κατεύθυνση.
Η σημύδα θα ρίχνει τα φύλλα της
στα παπούτσια μας στο κατώφλι της πόρτας.
Οι λύκοι θα κυνηγούν
την αθωότητά μας.
Οι πεταλούδες θα αφήνουν
τη σκόνη τους στα μάγουλά μας.
Μια ηλικιωμένη θα αφηγείται ιστορίες
για εμάς στην αίθουσα αναμονής κάθε πρωί.
Ακόμα κι αυτό που λέω τώρα έχει
ήδη ειπωθεί: περιμένουμε τον άνεμο
σαν δυο σημαίες σε ένα σύνορο.
Μια μέρα κάθε σκιά
θα μας προσπερνά.

Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα

Joyce Mansour, Ποιήματα

Μὴν τρῶτε τὰ παιδιὰ τῶν ἄλλων

Μὴν τρῶτε τὰ παιδιὰ τῶν ἄλλων
γιατὶ ἡ σάρκα τους θ`ἀρχίσει νὰ σαπίζει
στὰ περίτεχνα γαρνιρισμένα στόματά σας
μὴν τρῶτε τὰ κόκκινα λουλούδια τοῦ καλοκαιριοῦ
γιατὶ ὁ χυμός τους εἶναι τὸ αἷμα τῶν σταυρωμένων παιδιῶν
μὴν τρῶτε τὸ μαῦρο ψωμὶ τῆς φτωχολογιᾶς
γιατὶ εἶναι ζυμωμένο ἀπὸ τὰ ὄξινά της δάκρυα
καὶ θά ᾽φτανε νὰ πετάξει ρίζες μὲς στὰ μακρουλὰ κορμιά σας
μὴν τρῶτε ἴσαμε νὰ μαραθοῦν καὶ νὰ πεθάνουνε τὰ σώματά σας
ἀκριβῶς γιὰ νὰ πλάσουν ἐπάνω στὸ πένθιμο χῶμα
τὸ φθινόπωρο

*

Των χεριών σου οι τυφλοί μηχανισμοί

Των χεριών σου οι τυφλοί μηχανισμοί
πάνω στα φρικιώντα στήθη μου
οι αργές κινήσεις της παραλυτικής σου γλώσσας
στα παθητικά μου αφτιά μέσα
πνιγμένη όλη μου η ομορφιά στα ορφανά από ίριδες μάτια σου
ο θάνατος μες στην κοιλιά σου που τρώει τον νου μου
όλα ετούτα εδώ με κάνουν δεσποινίδα αλλόκοτη ξένη

*

Προσκαλέστε με να περάσω τη νύχτα στο στόμα σας

Προσκαλέστε με να περάσω τη νύχτα στο στόμα σας
διηγηθείτε μου των ποταμών τα νεανικά χρόνια
ζουπήστε τη γλώσσα μου πάνω στο γυάλινο μάτι σας
δώστε μου για τροφό την κνήμη σας
και ας κοιμηθούμε μετά του αδελφού μου εσείς αδελφέ
γιατί τα φιλιά μας εμάς πεθαίνουν απ’ τη νύχτα πιο γρήγορα

*

Φύτεψα ένα χέρι παιδικό

Φύτεψα ένα χέρι παιδικό
ωχρό απ’ το βαθύ σαράκι που το τρώει
στον κήπο μου με τ’ ανθισμένα δέντρα
το καταχώνιασα στο δυσωδέστατο χώμα
το πότισα το κλάδεψα το ονομάτισα
γιατί ήξερα ότι σε τούτον τον τόπο θε να βλαστήσει μια παρθένα
μια παρθένα απαστράπτουσα από φως και από ζωή
μια νέα πίστη στα παλιά τα μέρη μέσα

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Νικόλαος Κάλας, Βουλιαγμένες

“Δεν ήμουν απ’ τα κορίτσια που κάναν καλό γάμο”
συναντηθήκαμε ξανά στην ίδια διαδρομή
τι άσχημοι που είναι οι δρόμοι αυτής της συνοικίας
πλαισιωμένοι από γκριζοπράσινα κυβικά
παραλληλισμοί κάθετοι κι οριζόντιοι.
Η οδός Ηλιουπόλεως κατακτήθηκε από επιπλοποιούς
και μηχανικούς ανταλλακτικών αυτοκινήτων.
Η κυρία Πασπάτη σταυροκοπιέται κάθε φορά
που περνάμε μπροστά από φαρμακείο.
Ήταν απ’ τα κορίτσια που κάναν καλό γάμο
μα δεν της φαίνεται, ρευματισμών ένεκεν.
Πάνε παρέα κάθε απομεσήμερο στα ιαματικά
της λίμνης. Απολαμβάνουν τη διακοπή
οικιακής ρουτίνας. Για ένα εικοσαήμερο
γεύονται άλλης επανάληψης την Τάξη