Επιστρέφω για να σε συναντήσω ξανά,
σε έναν τόπο όπου η αδικία έμαθε να ανασαίνει,
όπου ο αέρας ήταν βαρύς από κλεμμένες μέρες
και η νύχτα διδάχθηκε να μη φεύγει ποτέ.
Εκεί έμαθα να αναπνέω,
έμαθα να στέκομαι όρθιος,
έμαθα πως η σιωπή είναι μια πληγή
που δεν βγάζει ποτέ ήχο.
Προσπάθησαν να σβήσουν τη φωτιά μέσα μας,
να κάνουν τα ονόματά μας σκόνη,
μα η γη θυμάται κάθε βήμα
εκείνων που έμαθαν να εμπιστεύονται.
Επιστρέφω στον τόπο που γεννήθηκα,
στο κόκκινο χώμα κάτω απ’ το δέρμα μου,
στην αρχαία γη των Αβορίγινων,
εκεί όπου ο αγώνας για δικαιοσύνη ακόμη αρχίζει.
Βαδίζω πάνω σε ουλές που τις είπαν ιστορία,
σε σύνορα χαραγμένα με αίμα και φόβο,
μα κάθε πέτρα συνεχίζει να ψιθυρίζει:
πάντα ήσουν εδώ.
Έχτισαν τους νόμους τους πάνω σε σπασμένα κόκαλα,
έθαψαν την αλήθεια μέσα σε ψέματα,
μα οι ρίζες βαθαίνουν στο σκοτάδι
εκεί όπου η αντίσταση επιβιώνει.
Επιστρέφω στον τόπο που γεννήθηκα,
στο κόκκινο χώμα κάτω απ’ το δέρμα μου,
στην αρχαία γη των Αβορίγινων,
εκεί όπου ο αγώνας για δικαιοσύνη ακόμη αρχίζει.
Η αντίστασή μας θα επιζήσει της νύχτας,
θα επιζήσει των ψεμάτων, θα επιζήσει της φλόγας.
Μπορούν να κλέψουν το φως απ’ τον ουρανό,
όχι όμως τη φωτιά μέσα στα ονόματά μας.
Επιστρέφω — όχι για να γονατίσω,
όχι για να ξεχάσω,
αλλά για να αναπνεύσω,
να αγωνιστώ,
να θυμηθώ
ποιοι είμαστε.









