θωριές στο τρεμάμενο ξάγναντο
η κόψη των ατελεύτητων πανδημιών
βάζει στο στόχαστρο
την άλλοτε ιριδίζουσα ύπαρξη
μπροστά στην όψη των μαχαιριών
εξακοντίζω βρισιές
κατά των σαλτιμπάγκων
του απαστράπτοντος τίποτα
Τα γυμνά φεγγάρια
τρέχουν γυμνά
τα φεγγάρια
της ονειροκριτικής
να προλάβουν
τους ανέμους
τους ούριους
σε μια ύστατη προσπάθεια
ν’ αποφύγουμε
τ’ απάτητα μονοπάτια
*
Ο καθρέπτης
στέκομαι σύγκορμος
απέναντι στο φανοστάτη
της ζωής μου
τη στιγμή που
το παράθυρο
δεν περιέχει τίποτα
κι ο καθρέπτης αναπαράγει
τα μύρια όσα
δεν φαίνεσαι ικανός
Δεν φαίνεσαι ικανός
να ταράξεις τα λιμνάζοντα ύδατα
πασχίζεις να τρέξεις πιο γρήγορα
από την ανάμνηση
να προλάβεις το αταίριαστο
ν’ αποκαλύψεις αυτό που δεν αποκαλύπτεται
ν’ αγγίξεις τις φήμες πριν εξατμιστούν
*
ασκήσεις σε νεκροταφεία
ασκήσεις σε πεπαλαιωμένα νεκροταφεία
οι ματωμένοι σταυροί μεταμορφώνονται
σε μακρινά πεφταστέρια
σβήνουν τελεσίδικα
καθοριστικά
μπροστά στα πύρινα φαντάσματα
στις οπτασίες του χάους
Στέρεψαν τα μονοπάτια
Στέρεψαν τα μονοπάτια
μπούχτισαν οι κρύπτες τους
στόμωσαν οι διέξοδοί τους
στην ύστατη τούτη ώρα
ό,τι απέμεινε χάσκει
παρακλητικά
απλώνοντας το χέρι
για ελεημοσύνη
σε πρώην χορτάτους
συνδαιτημόνες
των ηχηρά μεγάλων.
*
Με αχνίζοντα ρουθούνια
Εμμένουμε στις πληγές μας
λατρεύουμε τη μοναξιά
οι ξερολιθιές μας θωπεύουν
ξασπρίζουν τα μαλλιά μας
οι κύκλοι μας χάνουν
την περίμετρό τους
αλλάζουν χρωματισμούς
αρνούνται να μας εμπεριέχουν
μας εγκαλούν
με αχνίζοντα ρουθούνια
άνθρωποι που υπήρξαν
άνθρωποι που υπήρξαν
πέρασαν παραπλανημένοι
στα σοκάκια των γειτονιών
ακροβατώντας στις μνήμες
στις ασκήσεις επί χάρτου
άτολμοι αιωρήθηκαν
εδώ κι εκεί
***
γενιές ανέγγιχτες
γενιές ανέγγιχτες
σε μυστικές κρύπτες
οι μηχανές της φυγής
μας προσπερνούν
έτσι κι αλλιώς η αναλγησία
δεν υπήρξε ποτέ έργο τέχνης
***
σε ολική αμνησία
όσοι φαντάζουν σύγχρονοι
είναι προϊστορικοί μέχρι το μεδούλι
πράκτορες της σήψης
καναλιζάρουν τη μνήμη
προωθούν την ερημοσύνη
φτύνουν σκοτωμένο αίμα
θέτουν σε ολική αμνησία τα πάντα
κάποια ηλιοβασιλέματα
είναι κόκκινα
σπαρταρούν
οι λεροί τοίχοι
είναι κι αυτοί κόκκινοι
απ’ τις ανταύγειες
τα γυμνά πέλματα
κόβονται σε μυτερά βράχια
κοκκινίζουν
αγωνιώ για ένα νόημα
αστραφτερό
και κόκκινο
αναζητώ ένα κοφτερό μαχαίρι
να κόψω τους δεσμούς
με κάθε ισχνό
Λέγαμε ότι ακουμπάμε
την ουτοπία
με στίγματα κόκκινης
και μαύρης
μαρμαρυγής
με κατάργηση
των προϋπολογισμών
και των ενδείξεων
του παράλογου
τρέχουν γυμνά
τα φεγγάρια
της ονειροκριτικής
να προλάβουν
τους ανέμους
τους ούριους
σε μια ύστατη προσπάθεια
ν’ αποφύγουμε
τ’ απάτητα μονοπάτια
τα ιερογλυφικά
της επανάστασης
μένουν στη σιωπή
οι τελευταίοι προφήτες
της κοσμοχαλασιάς
μας κλείνουν την πόρτα
είδωλα οι λέξεις
διασπώνται
σε ακατάληπτα φωνήματα
επιφωνήματα
που χάνουν
στο μέτρημα