Θα μπορέσω ποτέ…

Θα μπορέσω ποτέ να πλάσω
την παιδικότητά μου
σ’ έναν ρυθμό τόσο ριψοκίνδυνο,
με ποταμούς ιδρώτα
και σταγόνες αίμα,
που στη στιγμή ξεραίνεται
σε πληγές ανεπούλωτες;
Θα μπορέσω έτσι ανυπεράσπιστος
σε πέτρινες ακίδες
που χαρακώνουν τα πόδια μου,
σε κοφτερές λαιμητόμους
που ακρωτηριάζουν ακαριαία,
να πλάσω αυτό το χαμόγελο
της παιδικής αθωότητας;

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Ήχοι από φλάουτο

Ήχοι από φλάουτο θαρρώ
διαχέονται στα αιωνόβια πλατάνια.
Μια καλοκουρδισμένη
συμφωνική ορχήστρα
νομίζω με περικυκλώνει.
Ευαισθησίες ξεχύνονται δειλά
μ’ αγωνία να προλάβουν
να σιγουρέψουν τον δρόμο τους,
σαν ορμητικές πρωτόγνωρες στιγμές,
σαν κρυμμένες πτυχές
μιας ψυχής που διψούσε
γι’ αγάπη.

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Το παρθένο άγριο

Εναλλασσόμενες όψεις
πότε άγονες και άνυδρες
πότε μυστηριακές
με μύριες αντανακλάσεις
φωτοσκιάσεις ανεπαίσθητες.
Φαντασίες που ακονίζονται
σε λαξευτούς βράχους.
Κάθε τι πολυφωνικό
έχει θέση στην καρδιά μου.
Τέτοιες ώρες το παρθένο άγριο
μ’ αγκαλιάζει…


*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Μ’ αφοπλιστική ταχύτητα

Οι ράγες μουγκρίζουν,
τρίζουν οι πλατφόρμες,
φωτάκια λαμπυρίζουν μακριά,
περνάνε τόσο γρήγορα
και φεύγω ξοπίσω τους,
μ’ αφοπλιστική ταχύτητα
αγωνίζομαι να πιάσω το σφυγμό τους.

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Έφυγα μια ζεστή νύχτα

Έφυγα μια ζεστή νύχτα
μόνος μέσ’ τις απειλές της,
όταν τα φωτεινά σημάδια της πανσέληνου
ξεπροβόδιζαν αναπάντεχα τη φύση
και τα μικρά αστεράκια
είχαν καλύψει τη μεγαλοσύνη τους
σ’ όλο το αέναο σύμπαν…
Όταν είχαν ορθωθεί μέσα μου μικροί θεοί
έφυγα έτσι μόνος,
μ’ ανοιχτή αγκαλιά
σε ιαχές και οραματισμούς…

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Αφήνω πίσω…

Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες,
γιατί αυτή η ζωή είναι που με πλήγωσε,
γιατί δεν ήξερα πού κατέληγε ο κάθε δρόμος,
γιατί επιθανάτιες κραυγές με σκέπαζαν
και μια δίψα με πυρπολούσε,
γιατί τρίκλιζα σε βρώμικες πλατείες,
εκεί που τα πληγωμένα μου χέρια
έψαχναν να βρουν πόρτες ανοιχτές,
γιατί ήθελα μια τόση δα φλόγα
να φωτίσω αυτά τα σκοτάδια,
γιατί ήθελα να είμαι γυμνός στις βροχές,
γιατί μια τόσο διάφανη αγάπη ήθελα…
Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες,
γιατί όλα τα γνωστά τοπία κάποτε τελειώνουν
και μαζί τους οι γνωστές ηδονές
και μένουμε απλοί θεατές των πειρασμών
στο μισό μέρος ενός ονείρου
που φυλακίζεται στα δημόσια αποχωρητήρια,
εκεί που όλα είναι απελπιστικά άσπρα,
γιατί αφρισμένες υγρασίες μούσκεψαν τα ρούχα μου
και πήρα να βυθίζομαι στο κενό
και ν’ απογειώνομαι μ’ ανώμαλες πτήσεις της σκέψης,
γιατί με τύφλωναν οι αστραπές τ’ ουρανού
και λευκοί αρουραίοι μ’ επιβουλεύονταν…
Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες,
γιατί ήθελα με δύναμη να σπάσω τα τζάμια
που η λάμψη τους με χτυπούσε στα μάτια,
γιατί ήθελα ν’ ακούω τις σταγόνες της βροχής,
γιατί ήθελα αυτή η βροχή να μπαίνει στο σώμα μου
και να πλημμυρίζει τους ονειρικούς μου χώρους…
Αφήνω πίσω μου φίλους και νύχτες…
αφήνω πίσω…
αφήνω…

*Τελευταίο ποίημα της συλλογής “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Ιχνηλατώ την πορεία μου

Ιχνηλατώ την πορεία μου
κι η ζωή μου
βρίσκεται στις παλάμες σου,
αναδεικνύοντας την υπέρτατη θυσία
όχι μέσα από ψυχρές ηδονές
μα στη μεγάλη αγάπη,
που τη διάλεξα όμορφη,
πέρα από κάθε όνειρο,
όταν σε βρήκα σε εποχές
και πορείες αρχέγονες,
σε αινίγματα ημερών
και σε κραυγές άναρχες,
όπως το φως που αγαπά τα δέντρα
και το χώμα που χρειάζεται έναν σπόρο ευαισθησίας.
Μπορεί η ελευθερία ν’ ανήκε στα όνειρα,
μα ήρθε η ώρα να την κάνουμε αληθινή.
Έλα να εναντιωθούμε στους κύκλους
των επιλογών που λιγοστεύουν,
στην τραγική ομοιότητα των γεγονότων,
στην πολιορκία της συμβατικότητας των ημερών.
Επειδή η ευγενική μας οργή
είναι και επαναστατική.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Αυτή η αγάπη ξεπερνά τα όρια

Θέλω να χαμογελάσω στους κυματισμούς των πάγων,
αναζητώντας τα σημάδια μιας πορείας,
γιατί βαρέθηκα να παίζω με σύμβολα.
Ν’ αναδυθώ στο βάθος μιας ματιάς θέλω
χωρίς τα κομμάτια μου να τα σκορπούν οι άνεμοι.
Αρνούμαι οι αισθήσεις κι οι ηδονές μου
να μοιάζουν μεσάζοντες στημένων σκηνικών,
γιατί δεν μπορώ τρομαγμένος να κλείνω τα φώτα,
να βυθίζομαι σε ομίχλες που καθρεφτίζουν
θαμπές κι εξαϋλωμένες μορφές.
Αρνούμαι να μένω μετέωρος σε πέτρες σκυθρωπών σπιτιών
και σε κλώνους κοιμισμένων δέντρων,
θύμα μιας ψευδαίσθησης
με ρήγματα στον εσωτερικό της κόσμο,
με ανεξέλεγκτες ψυχώσεις να προβάλλουν,
με νύχτες γεμάτες ένταση και απορία,
με τα τρένα της μοναξιάς να πλησιάζουν αργά
στις ράγες των φώτων που δεν μπορώ να στηριχτώ.
Τρέμω όταν όλα τα οικοδομήματα καταρρέουν
μέσα σε χείμαρρους μεταλλικών κρότων,
όταν η αέρινη ισορροπία των σωμάτων ανατρέπεται
μέσα σε ανελέητα σφυροκοπήματα ρυθμών
κι ιλιγγιωδών αποχαλινωμένων φωνητικών.
Φοβάμαι στα στενά περάσματα,
στα άπατα βάθη να ακούω απόκοσμα ελεγεία,
παιχνίδια με καταχωνιασμένα υποσυνείδητα.
Κλαίω παράφορα μπροστά στους νυχτερινούς εφιάλτες,
όταν η ανάσα μου μοιάζει με κλειστή κουρτίνα,
όταν το βλέμμα μου πέφτει στις σκόρπιες σελίδες,
όταν σταματώ σε δρόμους γεμάτους σιωπή.
Πονάω μέσα στα σύνορα
που γίνονται καταφύγια θλιμμένων εποχών,
κάνοντας τα απογεύματα να παγιδεύονται
σε περιπάτους ψυχολογικής ζητιανιάς.
Πονάω όταν οι χρόνοι δραπετεύουν
στα ματωμένα στόματα,
στα κόκκινα γαρύφαλλα,
σε πυξίδες που ορίζουν τα στίγματά μου.
Πάντα λαχταρούσα να σκορπίσω αγάπη
σε δρόμους όπου κανείς δεν περπατά,
να νιώσω την αναπνοή του κόσμου γύρω μου,
σε ρωγμές δακρύων που αλαλάζουν
κι αστραπές που παραδίνονται στο άπειρο.
Να στροβιλιστώ σε απαλούς αγέρηδες,
δίνοντας χρώμα σε βλέφαρα που σκούρυναν απ’ τα χρόνια,
να βρω παρηγοριά στο μέλλον.
Πάντα λαχταρούσα να κάψω τα πάθη μου
για να φωτιστεί η ανθρωπιά,
να κάψω τις αδυναμίες μου
για να δικαιωθεί η ύπαρξη.
Δεν ξέρω αν είμαι διαφορετικός,
αυθεντικός ή αλλόκοτος,
μα δεν πρόκειται να συνθηκολογήσω
με καμιά ανυπαρξία.
Πάντα λαχταρούσα να γευτώ την ένωση
κι αυτή η αγάπη είναι που ξεπερνά τα όρια.

*Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Χωρίς καμιά αποσκευή

Εύθραυστος στη γύμνια του ήλιου,
μέρος ενός λαού είμαι,
μιας ασυνάρτητης πολτοποιημένης μάζας
σε μαζικοτροφεία που πουλάνε μεταχειρισμένα ιδανικά,
σε χώρους απολιθωμένους
όπου φορολογούνται κι οι αναπνοές,
όπου η σκόνη μπαίνει στις φλέβες
κι αντικαθιστά την κυκλοφορία του αίματος.
Είμαι ένα ιδρωμένο κορμί των γκέτο,
ίσκιοι μ’ ακολουθούν ύπουλα από παντού,
η ψυχή μου γίνεται χρηματιστήριο,
το κρανίο μου κομματιάζεται
κι εκτοξεύεται σε απελπιστικά ταξίδια.
Αποξηραμένη λίμνη χωρίς πυθμένα μοιάζω,
σαν αχνό περίγραμμα λουλουδιών σε γκρίζο χαρτί,
με λωρίδες δέρματος σε ανύπαρκτους σπασμούς,
με λεκέδες από παρωχημένους έρωτες,
σαν τα σημάδια μιας άνευ όρων παράδοσης.
Λαθρεπιβάτης σε φανταστικές περιπλανήσεις είμαι,
σε μονοπάτια εκτονωμένων παθών,
σε διεργασίες τεχνοκρατικών αμβλώσεων,
σε θάλασσες με σπασμένα κόκαλα περιπλανώμενος,
με μια χλωμή ναυτία στις αντιδράσεις μου,
έτσι όπως σκουριάζουν τα σκαλοπάτια
μέσα από χρονοβόρες ασκήσεις μοναξιάς.
Ταξιδιώτης χωρίς καμιά αποσκευή.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Τις νύχτες ξεσπάμε

Τις νύχτες ξεσπάμε σ’ αναφιλητά
κι οι παγωμένες σκιές μας αδυνατούν να κραυγάσουν.
Απλώνουμε τα δάχτυλά μας στο φεγγαρόφωτο
μα κανένα είδωλο δεν φαίνεται
όπως οι κατάλευκες μπαλαρίνες
των παιδικών φαντασιώσεων.
Άλλοτε ζωντανεύουν κι άλλοτε πεθαίνουν οι μνήμες,
αλλάζοντας ρόλους που δεν έχουν κάτι να δείξουν
γιατί είναι νάιλον πια,
σαν ανάπηροι ακροβάτες σε σάπιο σκοινί.
Σαν κρεατομηχανές σάπιων αυθορμητισμών
κρέμονται οι ψυχές στα τσιγκέλια
έτοιμες για μεταπώληση,
αιχμάλωτες μίζερων ίσκιων
και καμουφλαρισμένων κουφαριών ηθικής,
σαν υπηρέτες καταρρεόντων ειδώλων.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.